
Ας είναι.
Από την κωμόπολη των Γρεβενών Δεσκάτη, το μνημείο θυμάτων της περιόδου 1940-1950. Φωτογραφία του 2011 ή 2012 αν θυμάμαι καλά. Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Μαζί με τους 09-10 στρατιώτες πεσόντες στον ελληνοαλβανικό πόλεμο, τους 09 ελασίτες στην Κατοχή, τους 13 στρατιώτες του «εθνικού στρατού» στον Εμφύλιο, καταγράφονται και οι 75-76 στρατιώτες του Δημοκρατικού Στρατού. Οι στίχοι του πρόωρα χαμένου ποιητή Χρήστου Μπράβου, αν και κάπως παραλλαγμένοι, δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα:
Μην περπατήσεις τούτα τα βουνά.
Η μάνα λέει δεν κάνει να πατάμε πεθαμένους.
Για τον ποητή της Δεσκάτης Χρήστο Μπράβο (1948-1987), μπορούμε να πούμε ότι ανήκει στη γενιά του 1970. 'Εφυγε από την ιδιαίτερη πατρίδα του μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο, για να σπουδάσει μαθηματικά στην Αθήνα. Εκτός από τα Μαθηματικά, ασχολήθηκε με την ποίηση, το δοκίμιο και την κριτική. Ειδικά στις κριτικές του μελέτες για τον Μίλτο Σαχτούρη, είναι εντυπωσιακός, είναι η περίπτωση που λέμε, ότι κάποιες φορές, ο κριτικός με την ευκαιρία ενός κάποιου ήδη διαμορφωμένου έργου, υπερβαίνει το ίδιο το αντικείμενό του. Στην πεζολογική του ποίηση, κυριαρχούν τα τοπία της υπαίθρου, η μελαγχολία και πάνω απ' όλα ο θάνατος, που σε πολλά σημεία, γίνεται πραγματική εμμονή. Σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό του σημείωμα, γράφει μεταξύ άλλων, «Ο καλύτερος, ίσως, φίλος μου δεν γνώρισε πατέρα — σκοτώθηκε στο Βίτσι το ’49.». Στο φίλο του αυτόν Χρήστο, (ή στον πατέρα του φίλου του Δημήτριο Γκαγκτζή, που το όνομά του φιγουράρει στη λίστα των νεκρών του ΔΣΕ), αφιερώνει και το παρακάτω ποίημα:
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΠΩΝ
Στόν Χρήστο Δ. Γκαγκτζή
Καί στά χαντάκια τοῦ καιροῦ
τό κόκκινο θʼ ἀνθίζει.
Τό χέρι μου θʼ ἀνοίγει τό σεντούκι
νά βγάλει τή μικρή φωτογραφία
καί θά πηδάει λιγνός βοσκός.
Θά κρύβεται σε θάμνο• ὥς τή νύχτα.
Νά πάει μέ τούς παράνομους•
καί μέ τούς λυπημένους.
(Μέ τῶν ἀλόγων τά φαντάσματα 1985)
