Αναζητώντας τις ρίζες της ελληνικής μαγειρικής.

«Με σταφύλια και κρασί, σταφίδες και σύκα και μέλι, σταρένιο ψωμί και κρίθινα παξιμάδια, κρεμμύδια και σκόρδο, κατσίκι και αρνί, ψάρι και θαλασσινά και χταπόδι και σουπιές, η ελληνική κουζίνα είχε εδραιώσει την γκάμα των υλικών της περισσότερο από τρεις χιλιάδες χρόνια πριν. Και με δεδομένο τον απλό τρόπο παρασκευής που χαρακτήριζε την καλύτερη ελληνική μαγειρική και στην εποχή του Αρχέστρατου και σήμερα, η παλιότερη κουζίνα της Ευρώπης δεν έχασε ποτέ την πρωτότυπη και μοναδική της γεύση».
Andrew Dalby Siren Feasts
Με τη φράση αυτή κλείνει ο Dalby το καινούργιο βιβλίο του, στο οποίο ανιχνεύει την ιστορία της ελληνικής γαστρονομίας από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι τις μέρες μας. Και διαβάζοντας τις 209 πυκνογραμμένες και εξαιρετικά προσεκτικά τεκμηριωμένες σελίδες του, ακόμα και ο πιο κακόπιστος αναγνώστης θα βγάλει το συμπέρασμα, πως η σημερινή ελληνική κουζίνα δεν είναι παρά η συνέχεια και η εξέλιξη της αρχαίας και όχι αποτέλεσμα της οθωμανικής κυριαρχίας.
Θα θελα να σας μεταφέρω τις συζητήσεις Τούρκων γαστρονόμων, οι οποίοι σε συνέδριο που έγινε το 94 στην Κωνσταντινούπολη, κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες να πείσουν τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους ότι κάποια μαγειρική έχουν και αυτοί, και ότι η κουζίνα τους δεν είναι ολόκληρη στηριγμένη στους Έλληνες, τους Πέρσες και τους Άραβες. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή.
Ο θρίαμβος της επινοητικότητας
Αντίθετα με ό,τι πολλοί πιστεύουν, οι πρόγονοί μας οι αρχαίοι ήταν κατά βάση χορτοφάγοι. Κρέατα έτρωγαν σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις και κυρίως στις μεγάλες θρησκευτικές τελετές και μετά τις θυσίες. Τον υπόλοιπο καιρό τρεφόντουσαν με διάφορους χυλούς από δημητριακά και όσπρια, με ψωμί, λαχανικά, χόρτα κάθε λογής - όπως οι περισσότεροι Έλληνες μέχρι το 1960 - και πολλά ψάρια.
Στα βιβλία του Αθήναιου - συγγραφέα της ρωμαϊκής εποχής που συγκέντρωσε όλα τα κομμάτια τα σχετικά με φαγητά και ποτά από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς στο έργο του, "Δειπνοσοφιστές" - μέτρησα πάνω από πενήντα διαφορετικά είδη ψωμιών. Τα κρίθινα παξιμάδια που βρίσκουμε ακόμα στη Σαντορίνη, την Κρήτη και άλλα νησιά, ήταν βασική τροφή των προγόνων μας για αιώνες και πέρασαν και σε άλλους λαούς: beskemat αποκαλούνται στα τούρκικα, peskimet στα σερβο-κροατικά και bashmat στα αραβικά.
Δε θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε πως παράδοση ήμασταν σχεδόν χορτοφάγοι εμείς οι Έλληνες, όχι επειδή το διαλέξαμε, αλλά από ανάγκη. Πολλοί από σας, ίσως, θα θυμάστε τον κανόνα διατροφής που ακούγαμε από τις γιαγιάδες, ίσως και τις μανάδες μας: "Κρέας κάθε Κυριακή και κιμά την Πέμπτη".
Η παραδοσιακή μας μαγειρική, που στηρίζεται στα υλικά και όχι στις πολύπλοκες τεχνικές, έπρεπε να εφεύρει πολλούς τρόπους για να χρησιμοποιήσει τα λιγοστά εποχιακά προϊόντα, και να φτιάξει με αυτά φαγητά διαφορετικά μεταξύ τους. Και αυτή η τρομερή επινοητικότητα της ελληνικής κουζίνας είναι - κατά τη γνώμη μου - το κύριο χαρακτηριστικό της.
«Λάχανα»
Πάρτε για παράδειγμα τα χόρτα, άγρια και ήμερα: Τα βράζουμε και τα κάνουμε σαλάτα που την τρώμε, συνήθως, με λαδολέμονο. Ή τα κάνουμε γιαχνί (Κοζάνη), με κρεμμύδι, σκόρδο και ντομάτα (Κρήτη, Κέρκυρα), μερικές φορές και με τραχανά ή ρύζι (π.χ. Κύθηρα), προσθέτοντας ακόμα και τυρί, για να γίνουν φαγητό πιο χορταστικό. Σε πολλά νησιά, τα χόρτα μαζί με κρεμμυδάκι, ανακατεύονται με κουρκούτι και τηγανίζονται για να γίνουν χορτοκεφτέδες. Αν υπάρχει κρέας ή κοτόπουλο, μπορεί να το συμπληρώσουν για να γίνει φρικασέ ή και ντολμάδες, ένα κυριακάτικο γεύμα, ενώ τα χόρτα είναι και η βάση για τις εξαιρετικές χορτόπιτες ή λαχανόπιτες, όπως τις λένε στην Ήπειρο, όπου τα χόρτα γενικά αποκαλούνται "λάχανα", ακριβώς όπως και στην αρχαιότητα.
Οι αρωματικές καυκαλίδες ήταν αγαπημένο χόρτο και των προγόνων μας, και αναφέρονται με το ίδιο ακριβώς όνομα, στα γραπτά του Θεόφραστου και του Αθήναιου. Ο ζοχός - που το αρχαίο του όνομα ήταν "σόγχος" - ήταν και αυτός χόρτο που μάζευαν και έτρωγαν οι πρόγονοί μας και περιλαμβάνεται στα γραπτά του Αντιφάνη και του Θεόφραστου. Οι λαϊκές ονομασίες των χόρτων και των αρωματικών έφτασαν ως εμάς ατόφιες (καυκαλίδες, βλήτα, λάπαθος, κρίταμα κτλ.) ή με μικρές παραφθορές (ο σόγχος έγινε ζοχός, το σίναπυ ή σίνηπυ, σινάπι, ο σκόλυμος έγινε ασκόλυμβρος και σκολύμπρι και το στρύχνον έγινε στύφνο).
«Ιχθύες»
Τη λαϊκή μαγειρική, που στηρίζεται στα ντόπια υλικά, τη βρίσκουμε περίπου ίδια στα προϊστορικά, τα αρχαία και τα βυζαντινά χρόνια. Τα ψάρια, για παράδειγμα - που και αυτών τα περισσότερα ονόματα δεν έχουν αλλάξει από την αρχαιότητα - οι πρόγονοί μας τα μαγείρευαν ακριβώς όπως και εμείς σήμερα: τα έψηναν στη σχάρα, με λάδι και ρίγανη, όπως συμβουλεύει και ο Αρχέστρατος, ο συγγραφέας του πρώτου βιβλίου μαγειρικής, τον 4ο αιώνα π.Χ. Επίσης διαβάζουμε πως τα τηγάνιζαν, αλλά και τα έβραζαν και μετά τους έφτιαχναν "οξυλίπαρον χυμίον", δηλαδή, μια σάλτσα με λάδι και κάτι ξινό, σαν το σημερινό λαδολέμονο.
«Dressing»
Μέχρι να φτάσουν τα λεμόνια στη Μεσόγειο, και ο χυμός από άγουρα φρούτα - σταφύλια, ρόδια κτλ. - χρησιμοποιούνταν για ξινό. Μάλιστα, ο χυμός από ρόδι, που βραζόταν ώσπου να γίνει ένα πηχτό γλάσο, ήταν αργότερα από τα βασικά συστατικά πολλών βυζαντινών φαγητών, κυρίως κρεάτων. Το γλάσο αυτό θα το βρούμε σήμερα στη μαγειρική της Μέσης Ανατολής, της Τουρκίας και της Περσίας. Οι γλυκές και ξινές γεύσεις -μέλι, σταφίδες, ψιλοκομμένα σύκα και ξίδι- ανακατεύονταν στα αρχαία πιάτα. Για να νοστιμίσουν το χυλό, το ψωμί και τα άλλα φαγητά τους, οι αρχαίοι τους έδιναν γεύση με μια σάλτσα,την οποία ονόμαζαν "γάρο" και τη χρησιμοποιούσαν κάπως, όπως σήμερα οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν το κέτσαπ. Ο "γάρος" φτιαχνόταν από κολιούς και εντόσθια ψαριών, τα οποία ανακάτευαν με μπόλικο αλάτι, κρασί, ξίδι και μαϊντανό, και τα άφηναν στον ήλιο 2-3 μήνες να υποστούν ζύμωση και να γίνουν μια παχύρρευστη μάζα.
Ο Απίκιος - Ρωμαίος συγγραφέας και καλοφαγάς - που είχε μανία με τα πολύ εκλεκτά φαγώσιμα, τον έφτιαχνε αποκλειστικά με συκώτια από μπαρμπούνια, και βέβαια κόστιζε μια περιουσία. Η σάλτσα αυτή εξακολούθησε να παίζει σημαντικό ρόλο και στη διατροφή των Βυζαντινών. Περιγραφή της παρασκευής της στην οθωμανική πλέον Κωνσταντινούπολη, περιλαμβάνει ο Pierre Belon στο βιβλίο του Observations (1555). Σίγουρα η πολύ γευστική σάλτσα con le sarde (με σαρδέλες, σκόρδο και λάδι) που συνοδεύει την παραδοσιακή μακαρονάδα της Σικελίας, έχει τη ρίζα της στον αρχαίο "γάρο". Μην ξεχνάτε πως η Σικελία ήταν κομμάτι της Μεγάλης Ελλάδας. Οι Σικελοί μάγειρες θεωρούνταν οι καλύτεροι της κλασικής εποχής.










Μία λέξη: ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δεν χρειάζεται να πούμε κάτι άλλο για τα Χανιά.
. Το ΛΑσίθι είναι... τέσσερις περιοχές. Το οροπέδιο βγάζει πατάτες και ανθρώπους με μια πολύ χαρακτηριστική τραγουδιστή προφορά, που οι υπόλοιποι κρητικοί τους λένε υποτιμητικά καπράνια. Οι Μεραμπελιώτες είναι παραδόπιστοι νεόπλουτοι και ψωνισμένοι, οι γεραπετρίτες είναι λιγότερο ψωνισμένοι αλλά πολύ πιο παραδόπιστοι (πιστοποιείται νομίζω σημιτική καταγωγή εκ αυτού 


