Στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές (και στην Ελλάδα), το χρηματιστήριο ρεύματος λειτουργεί με τον μηχανισμό που λέγεται οριακή τιμή συστήματος (marginal pricing). Να το δούμε βήμα–βήμα:
1. Πώς γίνεται η αγορά;
Κάθε μονάδα παραγωγής (ΑΠΕ, λιγνίτης, φυσικό αέριο κ.λπ.) δηλώνει στο χρηματιστήριο πόσο μπορεί να παράγει και σε ποια τιμή.
Ο διαχειριστής της αγοράς φτιάχνει μια καμπύλη προσφοράς: πρώτα οι φθηνές μονάδες, μετά οι ακριβότερες.
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας είναι δεδομένη (δεν αλλάζει πολύ βραχυπρόθεσμα: το ρεύμα δεν αποθηκεύεται εύκολα).
2. Ποια μονάδα μπαίνει τελευταία;
Για να καλυφθεί η ζήτηση, καλούνται όλες οι μονάδες από τη φθηνότερη έως την ακριβότερη, μέχρι να "κλείσει" το ποσό που χρειάζεται το σύστημα.
Η τελευταία μονάδα που μπαίνει είναι αυτή με το υψηλότερο κόστος που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση.
3. Γιατί αυτή καθορίζει την τιμή;
Η τιμή αγοράς καθορίζεται από την οριακή μονάδα (marginal unit), δηλαδή από τη μονάδα με το υψηλότερο κόστος που χρειάστηκε να μπει.
Όλες οι μονάδες που συμμετέχουν πληρώνονται σε αυτήν την τιμή (όχι στην τιμή που δήλωσαν).
Έτσι, αν για παράδειγμα:
ΑΠΕ δηλώσουν 20 €/MWh,
λιγνίτης 60 €/MWh,
φυσικό αέριο 120 €/MWh,
και η ζήτηση απαιτεί και φυσικό αέριο, τότε όλοι πληρώνονται 120 €/MWh.
4. Γιατί είναι έτσι σχεδιασμένο;
Γιατί το ηλεκτρικό σύστημα χρειάζεται σταθερή τροφοδοσία: ακόμα και η πιο ακριβή μονάδα πρέπει να έχει κίνητρο να συμμετάσχει όταν χρειάζεται.
Η οριακή τιμή είναι μηχανισμός που:
εξασφαλίζει επάρκεια (κανείς δεν μπαίνει μέσα),
ενθαρρύνει τις φθηνότερες τεχνολογίες (ΑΠΕ) να έχουν μεγαλύτερο κέρδος,
δείχνει το πραγματικό «οριακό κόστος» του ρεύματος εκείνη τη στιγμή.
Όμως, αυτό το σύστημα έχει και κριτική:
Όταν το φυσικό αέριο εκτοξεύεται, συμπαρασύρει όλη την τιμή του ρεύματος.
Έτσι, ακόμα και οι φθηνές ΑΠΕ πληρώνονται στην υψηλή τιμή → υπερκέρδη.
Για αυτό η ΕΕ συζητά μεταρρυθμίσεις (π.χ. pay-as-bid, μακροχρόνια συμβόλαια για ΑΠΕ κ.λπ.).