Τι σημαίνει η ethnic λέξη «Τόσκοι»;

Η μελέτη των γλωσσών του κόσμου.
Άβαταρ μέλους
taxalataxalasa
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 581

Τι σημαίνει η ethnic λέξη «Τόσκοι»;

Δημοσίευσηαπό taxalataxalasa » 15 Δεκ 2022, 10:01

Μια ωραία και απλή ετυμολογική εξήγηση τοις πάσι γνωστής λέξης, Τόσκος, που αντιπροσωπεύει τους Αρβανίτες και έχει εννοιοethnic προεκτάσεις.

Τόσκος από το Toscos από το λατινικό Tuscus («ετρουσκικός»), από το Vicus Tuscus (οι κάτοικοι του Vicus Tuscus στη Ρώμη είχαν κακή φήμη), με τις παρακάτω έννοιες στα λατινογεννημένα πορτοκαλικά και στα σπαñόλικα.

1. unpolished (αγυάλιστος, απλῆτος)
Συνώνυμο: brutos (βρούτος, μπρούτος) = βάναυσος

2. rough, raw, coarse, crude, (τραχύς, ωμός, χοντροκομμένος, ακατέργαστος)

3. uncouth, rude, (άξεστος, αγενής)

Λίγα λόγια και στρηνά.

H αλήθεια βρίσκεται στους Sexy Pistoleros.... :s_crazy Γκέγκε; :s_rofl

https://www.youtube.com/watch?v=wZRbDidWHS4
0 .

vallon
Supreme poster
Supreme poster
Δημοσιεύσεις: 14177

Re: Τι σημαίνει η ethnic λέξη «Τόσκοι»;

Δημοσίευσηαπό vallon » 15 Δεκ 2022, 12:02

αυτή η περιήγηση ανάμεσα στο Punk του 1976 στη λατινική και στα εθνικοκεντρικα αρβανητών αλβανων κλπ
βρίσκω ότι είναι αρκούντως διασκεδαστική..

παρακαλώ συνεχίστε την σκέψη σας
:D
0 .
Αν ο κομπλεξισμός ήταν άθλημα, κάποιοι θα είχαν πάρει πανηγυρικά το πρωτάθλημα.

Άβαταρ μέλους
taxalataxalasa
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 581

Re: Τι σημαίνει η ethnic λέξη «Τόσκοι»;

Δημοσίευσηαπό taxalataxalasa » 16 Δεκ 2022, 18:17

και ένα αρχαίο παράδειγμα για τους Τόσκους....

2 Corintios 11:6
Pues aunque sea tosco en la palabra, no lo soy en el conocimiento; en todo y por todo os lo hemos demostrado.

εἰ δὲ καὶ ἰδιώτης* τῷ λόγῳ, ἀλλ’ οὐ τῇ γνώσει, ἀλλ’ ἐν παντὶ φανερώσαντες ἐν πᾶσιν εἰς ὑμᾶς.


*ῐ̓δῐώτης • (idiṓtēs) m (genitive ῐ̓δῐώτου); first declension (Attic, Ionic, Koine) -
*ῐ̓δῐώτης • (idiṓtēs) m (γεν. ῐ̓δῐώτου); πρώτη κλίση (αττικό, ιωνικό, κομμούνιο - κοινό)

1. a private person, one not engaged in public affairs - ιδιώτης, που δεν ασχολείται με δημόσιες υποθέσεις
1.1 a private soldier, as opposed to a general - ένας ιδιωτικός στρατιώτης, σε αντίθεση με έναν στρατηγό
2. (adjectival use) private, homely - (χρήση επιθέτου) ιδιωτικός, οικιακός
3. commoner, plebeian - κομμούνωρ :D , κοινός, πληβείος
4. uneducated person, layman, amateur - αμόρφωτος, λαϊκός, ερασιτέχνης
5. one who is not in the know, an outsider - αυτός που δεν γνωρίζει, ένας ξένος
6. an ignorant person, idiot - ένας ανίδεος, ηλίθιος
7. one who is awkward, clumsy - αυτός που είναι δύστροπος, αδέξιος
8. (in the plural) one's countrymen - (στον πληθυντικό) οι συμπατριώτες κάποιου

τώρα θα καταλάβουν και τα ζώα.... :smt005: πως ιδιώτης = κομμουνωρ = κοινός = αμόρφωτος = λαϊκός = αυτός που δεν γνωρίζει = ανίδεος = ηλίθιος = δύστροπος = αδέξιος = οι συμπατριώτες μας που διαχωρίζουν τον ιδιώτη από τον κομμούνωρ σανάταν κάτι άλλο τό'ν'απ'τ'άλλο... Τρανή απόδειξη του πόσο Τόσκοι είμαστε...

:laugh1: :laugh1: :laugh1: :laugh1:

ΥΓ πόσοι ήταν οι Sexy Pistoleros? 6; Οι σΈξι Sexy Pistoleros... Γκέγκε!;
0 .


Επιστροφή σε “Γλωσσολογία”