Γούρι
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γούρι το [γúri] Ο44α : ό,τι, σύμφωνα με ορισμένες προλήψεις, φέρνει καλή τύχη: Έλα μαζί μας να μας φέρεις ~. Έχει πάντα μαζί του ένα λαγοπόδαρο για ~. Mη στενοχωριέσαι που χύθηκε το κρασί, είναι ~. Δεν αποχωρίζεται ποτέ το ~ του, ένα μικρό αρκουδάκι.
[τουρκ. uğur `καλό σημάδι, καλή τύχη΄ -ι με ανομ. αποβ. του άτ. πρώτου [u] ]
Γιατί τόσο τουρκολαγνία στα λεξικά μας ; Μήπως είναι υποπαρακείμενο αποτέλεσμα από το διάσημο «Κάλλιο σαρίκι τούρκικο παρά τιάρα παπική»;
Τι έχουν τα έρμα και ψοφάν;
Πάρτε το για +μόρφωση.
γούρι = οιωνός, από το augurium που σημαίνει
1. οιωνός
2. μαντεία, πρόβλεψη
3. προμήνυμα
4. προαίσθημα
Από το αὔγουρ από το Λατινικό augur που σημαίνει οἰωνῐστής (oiōnistḗs), οἰωνόμᾰντῐς (oiōnómantis), οἰωνοσκόπος (oiōnoskópos).
Άλλο το αουγούρι κι άλλο το αγγούρι (ανγκούρι),
που κάποιοι το τρώνε και δροσίζονται,
κι άλλοι το βάνουν και ζορίζονται,
κι άλλοι το βλέπουνε και σφίγγονται.
Καλημέρα στην κονπανία...
