Ελληνικά : Ελεύθερος - Ιλλυρί < Ἰλλῠρῐός
Λατινικά : Liber - illiri
________________
Από το λῡ́ω, από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewH- (“to cut off, διαχωρισμός, ελεύθερος”), αλλά *lh₁u- κατά τον Beekes. Τα συγγενή περιλαμβάνουν τα λατινικά luō («εξιερώνω, πληρώνω»), τα σανσκριτικά लून (lunā́ti, «κόβω, καταστρέφω, αφανίζω»), τα αγγλικά loose (χαλαρά) και πιθανώς τα παλαιοαρμενικά լուծանեմ (lucanem) και το αλβανικό lirë (ελεύθερη).
λύση, χαλάρωση, απελευθέρωση, εξαργύρωση, διάλυση, κοπή, καταστροφή, ακύρωση, εξιλέωση, τροποποίηση, απαλλαγή, εκπλήρωση, εξόφληση.
λέλῠκᾰ, λέλῠμαι. > λέλεκες ;
Αλβανοί - Αρβανοί - Ιλλυριοί.
________________
Να μαθαίνουμε και ξένα γλώττα...

ΥΓ. i αλβανικό - il λατινικό > i liri = il liri

