Τζον Λε Καρέ

Βιβλία λογοτεχνικά, επιστημονικά, φιλοσοφικά κλπ.
Τσακαλι

Τζον Λε Καρέ

Δημοσίευσηαπό Τσακαλι » 11 Απρ 2015, 23:14

Δημοσιεύθηκε στο ΒΗmagazino την Κυριακή 21 Απριλίου 2013



Δεν θέλει να λέγεται συγγραφέας, θέλει απλώς να γράφει. Παραμένει, όμως, ο δημιουργός των πιο δημοφιλών μυθιστορημάτων κατασκοπείας παγκοσμίως. Ο πρώην πράκτορας της MI5 και ΜΙ6 μιλάει στο ΒΗmagazino για τη Μάργκαρετ Θάτσερ, τη βρετανική υποκρισία και τη σημασία του ψέματος



«Είμαστε όλοι κατάσκοποι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο». Ο Τζον Λε Καρέ, πάλαι ποτέ πράκτορας των Βρετανικών Μυστικών Υπηρεσιών Πληροφοριών ΜΙ5 και ΜΙ6, ξέρει πολύ καλά για τι μιλάει. Ιδίως τις σπάνιες φορές που δέχεται να μιλήσει. Οπως κάθε (πρώην) κατάσκοπος που σέβεται τον εαυτό του, είχε αποφασίσει να μη δίνει συνεντεύξεις. Ευτυχώς, πρόσφατα άλλαξε γνώμη.

Η έκδοση του νέου βιβλίου του, του κατασκοπευτικού μυθιστορήματος «A Delicate Truth» (στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Bell), είναι μια καλή αφορμή για τη γνωριμία με τον 82χρονο Βρετανό ο οποίος γεννήθηκε στο Ντόρσετ ως Ντέιβιντ Κόρνγουελ και έπειτα από συνολικά δέκα χρόνια στην υπηρεσία της Αυτής Μεγαλειότητας πέρασε στη συγγραφή με τεράστια, όπως αποδείχθηκε, επιτυχία. Καθισμένος στο σαλόνι του σπιτιού του στο καταπράσινο Χάμπστεντ του Λονδίνου, ο Τζον Λε Καρέ μιλάει με όρεξη και εντυπωσιακή οξύτητα πνεύματος. Τα πρωτοσέλιδα στους πάγκους πώλησης εφημερίδων ερίζουν για την «κλ ηρονομιά» της Θάτσερ, όμως σε αυτό το βικτωριανό σπίτι δεν φτάνει ο παραμικρός θόρυβος απέξω. To τοπίο είναι τόσο ειδυλλιακό, που νιώθεις ένα τσίμπημα ζήλιας για την ομαλότητα και την ηρεμία που επικρατεί μόλις τρεισήμισι ώρες από την Ελλάδα.

Είχατε καιρό να τοποθετήσετε την πλοκή κάποιου βιβλίου σας στη Βρετανία. Τι σας φέρνει πίσω στη χώρα σας; «Κάποτε γνώρισα τον επιζώντα του Ολοκαυτώματος Σιμόν Βίζενταλ και του είπα: “Η Βιέννη είναι μία από τις πιο αντισημιτικές πόλεις του κόσμου, τι δουλειά έχει ένας εβραίος να ζει σε αυτό το μέρος;”. Και εκείνος απάντησε: “Οταν μελετάς τη νόσο, ζεις μέσα στον βάλτο”. Η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Βρετανία είναι μια πολύ καλή μεταφορά για τον δυτικό κόσμο. Η κοινωνική αποσύνθεση είναι στην ουσία μια αντανάκλαση της κατάστασης που βιώνετε εσείς – αν και, σαφέστατα, σε μεγαλύτερη κλίμακα. Οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην κοινωνία είναι εντυπωσιακές. Αυτό που με φέρνει πίσω, λοιπόν, είναι η αστείρευτη περιέργεια για τη χώρα μου».

Ποιες είναι αυτές οι «αλλαγές»; «Η εμπιστοσύνη του λαού απέναντι στους θεσμούς και στην εξουσία έχει κλονιστεί σε μεγάλο βαθμό. Εχουμε ένα διεφθαρμένο Κοινοβούλιο, τραπεζίτες που θα έπρεπε να είναι στη φυλακή – κάποιοι βρίσκονται, μάλιστα, καθ’ οδόν. Η οικονομική πολιτική μας έχει αποδειχτεί λάθος κατ’ επανάληψη, αναμειχθήκαμε σε έναν πόλεμο που ήταν λάθος. Οπου και αν κοιτάξεις, τίποτε δεν λειτουργεί σωστά. Αισθάνεσαι ότι η δύναμη βρίσκεται σε ακατάλληλα χέρια και δεν βασίζεται στη δημοκρατία. Εχουμε τα “posh boys”, όπως τους αποκαλούμε, να διοικούν τη χώρα και ο σοσιαλισμός είναι ένα είδος που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Νομίζω ότι στο μέλλον αυτή η περίοδος θα χαρακτηριστεί αντίστοιχη με την περίοδο Μπρέζνιεφ στη Ρωσία, ως μια περίοδος στασιμότητας, προτού συμβεί κάτι ουσιαστικό. Και είναι σχεδόν ειρωνικό ότι η Θάτσερ πέθανε αυτή την εποχή, τώρα που οι δυνάμεις της Δεξιάς προσπαθούν να αποδυναμώσουν εντελώς το κράτος πρόνοιας».

Επειδή δεν μπορεί να δει πώς καρπώνονται την «κληρονομιά» της; «Η Θάτσερ πίστευε ότι η χώρα ήταν κατά βάση συντηρητική και φρόντισε να το επαληθεύσει. Η απληστία ως κίνητρο απενοχοποιήθηκε από τη Θάτσερ. Εχουμε, όμως, και μια άλλη φοβερή κληρονομιά, η οποία προκαλεί αμηχανία: η εμπλοκή μας στη Μέση Ανατολή, στην ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν, τη δεκαετία του ’50, στην κρίση του Σουέζ και, πιο πρόσφατα, στον πόλεμο του Ιράκ. Ακόμη και όταν δεν ήμασταν οι υποκινητές, ήμασταν συνένοχοι σε αυτούς τους πολέμους. Αυτή η κληρονομιά μάς σημάδεψε. Να ένα πρόβλημα που δεν έχετε στην Ελλάδα. Οπότε, όπως βλέπετε, δεν ευθύνεται η Θάτσερ για όλα. Εκείνη κατέστησε δυνατό να πωληθούν τα πάντα. Θα είχαμε ιδιωτικοποιήσει ακόμη και τον αέρα, αν είχαμε την ευκαιρία».

Παρ’ όλα αυτά, οι απόψεις για το άτομό της και την πολιτική της διίστανται. «Ναι, είμαι και εγώ λίγο διχασμένος. Ξέρετε, είχε δύο εκπληκτικά γνωρίσματα. Πρώτον, δεν έδινε δεκάρα για το τι σκέφτονταν οι άλλοι για εκείνη. Τεράστιο πλεονέκτημα αυτό για έναν πολιτικό. Δεύτερον, γνωρίζαμε ότι μας σκεφτόταν 24 ώρες το 24ωρο. Ηταν μια μονομανής πρωθυπουργός. Κάποτε γευματίσαμε μαζί. Ηθελε να μου δώσει ένα παράσημο, αλλά εμένα δεν μου αρέσουν τα παράσημα, οπότε δεν το δέχτηκα. Μου είπε: “Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να μου πεις;”. “Ναι. Εζησα με τους Παλαιστινίους στον Νότιο Λίβανο και πιστεύω ότι θα έπρεπε να δείξετε ενδιαφέρον για τον αγώνα και τα αιτήματά τους”. Η αντίδρασή της ήταν ακαριαία συναισθηματική. “Μη μου λες κλαψιάρικες ιστορίες! Αυτοί οι άνθρωποι εκπαίδευσαν αυτούς που σκότωσαν τον φίλο μου, Εϊρι Νιβ”, τον πρώην οργανωτή της εκστρατείας της που δολοφόνησε ο ΙΡΑ. Μιλούσε μια θυμωμένη, εκδικητική γυναίκα.


Ταυτόχρονα, ήταν ανένδοτη στις απόψεις της. Ο πόλεμος στα Φόκλαντ ήταν εντελώς παράλογος. Ολοι τη συμβούλευαν να μην προχωρήσει σε αυτόν, αλλά δεν άκουγε τίποτε. Αν δεν ήταν τα Φόκλαντ, πιθανότατα δεν θα είχε εκλεγεί για τρίτη φορά. Η Θάτσερ αναβίωσε το πνεύμα του Τσόρτσιλ με έναν τρόπο παλιομοδίτικο και μίλησε στη σοβινιστική πλευρά του ψυχισμού μας. Το γεγονός, πάντως, ότι κυβέρνησε μια γυναίκα ήταν ένας θρίαμβος για το φύλο – αν και η ίδια δεν εκτιμούσε καθόλου τις ομόφυλές της και προσλάμβανε μόνο άνδρες. Τα συνδικάτα είχαν αποκτήσει μεγάλη δύναμη, είχαν διαφθαρεί, είχαν παράλογες απαιτήσεις. Επρεπε να αναδιοργανωθούν, να περιοριστούν – εκείνη το παρατράβηξε και τα κατέστρεψε. Και από την άλλη, πολέμησε τους ανθρακωρύχους μέχρι θανάτου και εξαφάνισε εν μιά νυκτί τη βιομηχανία αυτοκινήτου».

Στα βιβλία σας ανέκαθεν εστιάζατε στην τρωτή φύση των κατασκόπων. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, χωρίς να υπάρχουν πλέον οι βεβαιότητες σχετικά με το «καλό» και το «κακό», πώς πιστεύετε ότι διαμορφώνεται ο ψυχισμός τους; «Το σίγουρο είναι ότι είναι πολύ περισσότεροι, πλουσιότεροι και πιο ισχυροί απ’ όσο υπήρξαν ποτέ. Κοιτάξτε, το κόνσεπτ ήταν ανέκαθεν το εξής: όταν πρέπει να κυβερνήσεις μια τεράστια χώρα όπως οι ΗΠΑ, αν θέλεις να ασκήσεις επιρροή επάνω της, πρέπει να την παρουσιάσεις ως θύμα. Να την κάνεις να νιώθει διαρκώς φόβο, έστω και λίγο: “Βρίσκονται εκεί έξω και ανά πάσα στιγμή θα μας επιτεθούν”. Οι ισλαμιστές, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα. Ακολουθεί το δικαίωμα να θεωρείς εαυτόν ξεχωριστό. Πράγμα που σημαίνει, επί παραδείγματι, ότι η Αμερική δεν υπόκειται στους νόμους των διεθνών δικαστηρίων, ότι έχει το θείο δικαίωμα να προστατεύσει τον κόσμο, γιατί ο κόσμος είναι η Αμερική».

Οι Βρετανοί έχετε υπάρξει δεινοί σύμμαχοί τους, τι σας διαφοροποιεί από αυτούς; «Εμείς βρισκόμαστε σε θέση υποταγής. Και είμαστε θύματα αυτής της νοοτροπίας που σας περιέγραψα, τουλάχιστον από νομική άποψη. Ενας πρώην κρατούμενος στο Γκουαντάναμο δεν μπορεί να πάει στα δικαστήρια τους βασανιστές του, διότι οι Αμερικανοί θα πουν: “Αν το κάνετε, αν διαρρεύσουν στοιχεία, δεν θα έχετε μυστικές πληροφορίες από εμάς”. Είναι ανόητο, γιατί αυτός ο δρόμος είναι διπλής κατεύθυνσης. Ομως είναι ένας ψυχολογικός εκβιασμός που απευθύνεται σε όλους μας: η άμυνα της Αμερικής είναι άμυνα όλων μας. Γι’ αυτό εμείς πολεμούμε στους πολέμους τους. Στη Βρετανία είχαμε τρομοκρατικά χτυπήματα από παλιά. Ποτέ δεν υπήρξε αυτή η νομοθεσία του πανικού ούτε υποστηρίξαμε με τόση θέρμη τα βασανιστήρια – αν και επιδοθήκαμε σε αυτά, το δίχως άλλο. Πιστεύαμε πάντα ότι ως δημοκρατική χώρα πρέπει να είσαι σε θέση να δέχεσαι και μερικά χτυπήματα και όχι μόνο να τα απευθύνεις σε άλλους. Το πιστεύουμε ακόμη αυτό. Η Αμερική, όμως, δεν θα ξεπεράσει ποτέ την 11η Σεπτεμβρίου. Ηταν η επαλήθευση του Ψυχρού Πολέμου. Το χτύπημα, ωστόσο, δεν ήρθε από την Κούβα, αλλά “από εκεί έξω”. Μια ιδανική αφορμή να καλλιεργηθεί ξανά η παράνοια. Η αλήθεια είναι ότι οι παρανοϊκοί συχνά έχουν εχθρούς. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο τους αντιμετωπίζει η Αμερική δημιουργεί ακόμη περισσότερους».

Σε ένα τέτοιο κλίμα, ποιος μπορεί να θεωρείται «πατριώτης»; «Αυτή είναι μια εξαιρετική ερώτηση. Αν ήμουν στρατηγός στην υπηρεσία του Χουσεΐν και έλεγα στον Σαντάμ την άποψή μου, το πιο πιθανό είναι ότι θα με τουφέκιζε. Σε αυτή την κοινωνία, την οποία αποκαλούμε ανοιχτή και δημοκρατική, είναι ακόμη μεγαλύτερη η υποχρέωση να μιλήσουμε και να πούμε την αλήθεια. Η αξία του ατόμου έναντι του συνόλου θα πρέπει διαρκώς να επαναπροσδιορίζεται. Είναι όλο και πιο δύσκολο να υψώσεις τη φωνή σου και να ακουστείς. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, όμως, δεν υπάρχει δικαιολογία για αυτούς που δεν το κάνουν. Οταν ένας σημαντικός δικαστικός λειτουργός φυλακίστηκε στο Πακιστάν, επειδή δεν ήταν αρεστός από το καθεστώς, όλοι οι δικηγόροι στο Ισλαμαμπάντ έβαλαν ένα μαύρο κοστούμι και διαδήλωσαν στους δρόμους. Αντιθέτως, στη Βρετανία, μετά τον πόλεμο στο Ιράκ, 51 πρώην πρέσβεις υπέγραψαν μια επιστολή η οποία έλεγε ότι δεν έπρεπε να έχουμε εμπλακεί στον πόλεμο του Ιράκ. Γιατί δεν το έκαναν όταν ήταν εν ενεργεία; Είναι εύκολο να διαμαρτύρεσαι όταν είναι ασφαλές. Για μένα, πατριώτης είναι κάποιος που κάνει ό,τι και οι ήρωές μου στο βιβλίο. Πρώτα χρησιμοποιούν τις επίσημες διόδους που έχουν στη διάθεσή τους για να πουν την αλήθεια και, αν δεν ευοδωθεί η προσπάθειά τους, ορθώνουν το ανάστημά τους σε ατομικό επίπεδο. Τα ηθικά διλήμματα που με απασχολούν σχεδόν δεν έχουν να κάνουν με τον πατριωτισμό. Αφορούν την ατομική ακεραιότητα και την ευθύνη που έχουμε απέναντι στον εαυτό μας».

Εσείς αντιμετωπίσατε παρόμοια ηθικά διλήμματα με τους ήρωές σας όσο εργαζόσασταν στις μυστικές υπηρεσίες; «Κοιτάξτε, ήμασταν ρομαντικοί εμείς οι κατάσκοποι. Πιστεύαμε ότι θα σώσουμε τον κόσμο. Πιστεύαμε, επίσης, όπως και οι καλύτεροι στο δικό σας επάγγελμα, ότι ξεμπροστιάζουμε την εξουσία. Οτι, ανεξάρτητα από τις προκαταλήψεις που επικρατούσαν στην πολιτική και στον Τύπο, εμείς αν μπορούσαμε να βρούμε τα αντεπιχειρήματα και την απόδειξή τους θα τα παρουσιάζαμε στους πολιτικούς, ακόμη και αν δεν ήταν δημοφιλείς οι απόψεις μας. Αυτό που συνέβη στον πόλεμο του Ιράκ είναι η ορατή διαφθορά των μυστικών υπηρεσιών, όχι από χρήματα, αλλά από έρωτα για τη δύναμη και την εξουσία, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να παραδίδουν τα στοιχεία που ήθελε να ακούσει η κυβέρνηση. Το ίδιο έγινε με τον πόλεμο του Βιετνάμ στην Αμερική. Εδιωχναν κακήν κακώς όσα στελέχη της CIA έφερναν “κακά νέα”. Είναι αυτό που σας έλεγα ότι δεν έχουμε εμπιστοσύνη στους θεσμούς πλέον. Αυτό είναι κάτι που έχουμε κοινό. Η περίπτωσή σας είναι ακραία, αλλά θεωρώ ότι εσείς υποφέρετε από την αρρώστια, ενώ εμείς για την ώρα έχουμε μόνο τα συμπτώματα».


Πιστεύετε ότι ένα βιβλίο μυθοπλασίας μπορεί να επιφέρει ουσιαστική αλλαγή στο κατεστημένο; «Θα ήθελα να το πιστεύω. Γνωρίζω ότι ορισμένα βιβλία που έχω γράψει έχουν κάνει καλό. “Ο επίμονος κηπουρός” είναι ένα από αυτά. Ελαβα υπέροχα γράμματα από την Oxfam, από φιλανθρωπικές ομάδες. Ο Ντάνιελ Αραπ Μόι, που ήταν τότε πρόεδρος της Κένυας, ήθελε να μου κάνει μήνυση, μου έστειλε πολλές πομπώδεις επιστολές μέσω λονδρέζων δικηγόρων. Το άλλο ήταν “Η μικρή τυμπανίστρια”, το οποίο αφορούσε τη διένεξη μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Εξαγρίωσε τους εβραίους της διασποράς, έλαβα φρικτά γράμματα από Αμερικανοεβραίους, στα οποία έγραφαν ότι θα ρίξουν οξύ στα μάτια τα δικά μου και στων παιδιών μου. Στο Ισραήλ, όμως, το βιβλίο είχε θετική υποδοχή! Το “1984” έκανε καλό, ο Ντίκενς που έγραψε για τους φτωχούς του Λονδίνου τον 19ο αιώνα έκανε καλό. Ενα βιβλίο το οποίο προβληματίζει και εγείρει ερωτήματα προσφέρει μια αυτόνομη εμπειρία στον αναγνώστη. Νομίζω πως όταν δίνεις τις απαντήσεις, “ευνουχίζεις” την αφήγησή σου. Είναι περίπου σαν τη “Λίστα του Σίντλερ”. Το να μετατρέψεις το Ολοκαύτωμα σε μια ιστορία απόδρασης είναι πολύ φτηνό. Υπήρξαν εκατομμύρια που δεν μπόρεσαν να αποδράσουν, δεν χρειάζεται μια τέτοια ιστορία που σε κάνει να σκέφτεσαι “δεν ήμασταν και τόσο κακοί εμείς οι μη εβραίοι...”. Θυμάμαι το “Ζ” του Κώστα Γαβρά. Πιστεύω ότι το τέλος ήταν καταπληκτικό. Εφευγες από την αίθουσα και κοιτούσες με καχυποψία κάθε μαύρο αυτοκίνητο που περνούσε».

Εξακολουθείτε να είστε αποστασιοποιημένος από τον λογοτεχνικό κόσμο της χώρας σας; «Δεν βλέπω τον λογοτεχνικό κόσμο ως ένα ιδιωτικό κλαμπ. Δεν πηγαίνω στα πάρτι τους, οι φίλοι μου δεν είναι συγγραφείς. Δεν θέλω να είμαι συγγραφέας. Θέλω να γράφω. Υπάρχει διαφορά. Δεν έγινα ποτέ αποδεκτός στη συγγραφική κοινότητα, επειδή έχω συγκεκριμένη θεματολογία. Αφορά την προδοσία και τη σχέση του ατόμου με το συλλογικό, προβληματισμοί που στον κόσμο μου βρήκαν έκφραση μέσα από την κατασκοπεία. Επειτα, ήμουν σε θέση να αφηγούμαι καλά μια ιστορία, το οποίο θεωρείται γνώρισμα δευτεροκλασάτου συγγραφέα. Κι επίσης, με διαβάζει πολύς κόσμος, οπότε αυτομάτως ανήκω σε μια άλλη κάστα. H συζήτηση, λοιπόν, συνεχίζεται, “είναι λογοτέχνης ο Λε Καρέ;”».


Για αυτόν τον λόγο είστε εναντίον των βραβείων, όπως συνέβη στην περίπτωση που δεν δεχτήκατε καν να είστε υποψήφιος για το Man Booker; «Ακριβώς. Δεν θέλω να αισθάνομαι ότι υπάρχει ένα είδος ταυτότητας το οποίο μου επιβάλλεται. Προτιμώ να μπαίνω σε ένα ταξί, να με αναγνωρίζει ο οδηγός και να μου λέει: “Δεν μου άρεσε το τελευταίο βιβλίο σου”. Από αυτή την άποψη, είμαι ρομαντικός: μου αρέσει να γίνομαι “λαϊκός”, να κάνω περίπλοκες καταστάσεις προσιτές στον κόσμο».

Αν είχατε όμως πρακτικά τη δυνατότητα να αλλάξετε κάτι στην κοινωνία σας, τι θα ήταν αυτό; «Θα καταργoύσα το ιδιωτικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτή θα ήταν μια καλή αρχή για να χαλαρώσει η λαβή με την οποία κρατάει το κατεστημένο την κεφαλή της Βρετανίας».

Εσείς πήγατε σε ιδιωτικό σχολείο, σε ένα οικοτροφείο. Δεν είναι ένας βάρβαρος τρόπος να διαπαιδαγωγήσεις ένα παιδί; «Για ένα αγόρι σίγουρα είναι. Διαστρεβλώνει την προσωπικότητα και την ταυτότητά σου, καθώς στην πιο έντονη σεξουαλική περίοδο της ζωής σου, έχεις μόνο αγόρια γύρω σου, με τις αναπόφευκτες συνέπειες. Εγώ πήγα σε ένα τέτοιο σχολείο εξαιτίας των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν στην παιδική μου ηλικία. Ημουν σε οικοτροφεία από τα πέντε ως τα 16 μου. Η μητέρα μου μας είχε εγκαταλείψει και δεν γνώρισα την αγκαλιά μιας γυναίκας ή ενός κοριτσιού όλα αυτά τα χρόνια. Για το σεξ δεν συζητούσε κανείς – ήταν κάτι που έκαναν τα κουνέλια –, ο αυνανισμός ήταν ένας πειρασμός του διαβόλου και δεν υπήρχε καμία ευχαρίστηση στη ζωή».

Τι επιπτώσεις έχει αυτή η συνήθεια των ευκατάστατων τάξεων στην κοινωνία; «Αν κοιτάξεις τις φωτογραφίες με τους άνδρες που κάθονταν γύρω από τη Θάτσερ και φανταστείς ότι σχεδόν όλοι ανατράφηκαν από πολύ μικροί αποξενωμένοι από τις γυναίκες, χωρίς να ξέρουν καν πώς είναι, χωρίς να τις είχαν φίλες ως παιδιά, καταλαβαίνεις γιατί η γυναίκα αυτή ασκούσε τόση επιρροή πάνω τους. Ηταν μια υπερ-γκουβερνάντα ανάμεσα σε φοβισμένους άνδρες. Οι άνθρωποι που έχτισαν την αυτοκρατορία και εξακολουθούν να προσπαθούν να τσιμπάνε ό,τι κομμάτια της έχουν απομείνει, είναι άνθρωποι οι οποίοι παραμορφώθηκαν στην παιδική ηλικία τους. Ανάπηροι συναισθηματικά, ψυχροί. Θυμάμαι ότι είχα επισκεφτεί το σχολείο μου όταν έγραφα το αυτοβιογραφικό βιβλίο “Ενας τέλειος κατάσκοπος”. Είχε παραμείνει τραγικά απαράλλακτο. Ο διευθυντής του μου είπε: “Οχι, είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Τώρα τους αφήνουμε να φέρνουν τα αρκουδάκια τους!..”».

Πώς βρήκατε τον δρόμο σας στη ζωή μέσα από αυτή τη δύσκολη παιδική ηλικία; «Πιστεύω ότι υπήρξα ευλογημένος από γενετική άποψη. Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ εφευρετικός λωποδύτης, ένας τεράστιος ψεύτης, οι απατεωνιές του ήταν έξοχα ενορχηστρωμένες και κατόρθωνε να ξεγελάει πανέξυπνους ανθρώπους. Νομίζω ότι κληρονόμησα πολλά από τα γονίδιά του. Ξέρετε, η δύναμη της αφήγησης δεν έχει να κάνει μόνο με την αξιοπιστία, αλλά και με την αληθοφάνεια. Ο πατέρας μου διέθετε το δεύτερο, αλλά όχι το πρώτο. Είχα, όμως, και τύχη... Είναι αστείο, κανείς δεν ρωτάει τους μουσικούς πώς βρίσκουν τις μελωδίες τους. Οι συγγραφείς, όμως, οφείλουμε να έχουμε ιστορίες πίσω από καθετί».

Εχει ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς γιατί δεν ακολουθήσατε τα βήματά του. «Ο πειρασμός ήταν πάντα εκεί. Δεν είχα κανένα παράδειγμα να ακολουθήσω. Δεν είχα μητέρα να με καθοδηγήσει, μόνο έναν πατέρα ανίκανο να φερθεί με ειλικρίνεια. Αποξενώθηκα από τον κόσμο γύρω μου, απεχθανόμουν τα πατρικά υποκατάστατα στο σχολείο. Είχα μια χαοτική ερωτική ζωή, η οποία εκδηλώθηκε όταν δεν ήμουν πια πολύ νέος. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι ανήκω κάπου. O κόσμος των μυστικών υπηρεσιών ήταν σαν μαγνήτης για τύπους σαν εμένα: μοναχικούς ανθρώπους που ήθελαν την προστασία ενός οργανωμένου περιβάλλοντος, που ήταν ενστικτωδώς ολίγον απατεώνες και ταυτόχρονα ανεξάρτητοι. Με δυνατότητα να κατανοούν τις ανάγκες ενός ανθρώπου και έπειτα να είναι παγερά αδιάφοροι όταν αναφέρονται στο άτομό του. Υπάρχει ένα είδος σχιζοφρένειας στον τρόπο που καλείσαι να διαχειριστείς τους ανθρώπους, όπως συμβαίνει και στον κόσμο των απρόσωπων επιχειρήσεων».

Με ποιον τρόπο σάς βοήθησε αυτή η προϋπηρεσία στη συγγραφική σας καριέρα; «Η εσωτερική ζωή του συγγραφέα είναι μια αντίστοιχη διαδικασία δέσμευσης και μετατόπισης απέναντι στους ανθρώπους. Προσέχεις, ακούς, παρατηρείς κινήσεις, προσπαθείς να υποθέσεις το παρελθόν του καθενός. Ημουν πάντα πολύ παρατηρητικός. Γεννήθηκα σε εχθρικό έδαφος, το σπίτι ήταν ένα επικίνδυνο μέρος. Οπως εκεί, έτσι και στις μυστικές υπηρεσίες, πάντα κοίταζα έναν άνθρωπο και μετρούσα τις πιθανότητες: τι μπορεί να είναι ή να γίνει αυτός ο άνθρωπος; Μέσα από την κατασκοπεία γνώρισα τους ανθρώπους και μέσα από το γράψιμο τον εαυτό μου. Αναγκάζεσαι να επικοινωνήσεις με τα συναισθήματά σου, οπότε όσα είναι καταχωνιασμένα βγαίνουν στην επιφάνεια».

Σαν ψυχοθεραπεία ακούγεται... «Δεν έκανα ποτέ, σε αντίθεση με πολλούς φίλους. Θεωρώ τον εαυτό μου εντελώς ψυχοπαθή, αλλά με τρομάζει η προοπτική ότι θα μπορούσε να είχε αποτέλεσμα πάνω μου. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από έναν καλλιτέχνη συμφιλιωμένο με τον εαυτό του».

Μικρός ονειρευόσασταν να γίνετε κατάσκοπος; «Δεν θυμάμαι τα όνειρά μου. Νομίζω ότι ήμουν λίγο χαμένος – ίσως για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν θυμάμαι να μου λείπει η μητέρα μου. Κάπου υπήρχε ένα μεγάλο κενό. Νομίζω ότι αυτό που ονειρευόμουν ήταν να είμαι πλούσιος, γιατί ο πατέρας μου ξέμενε διαρκώς από χρήματα. Ονειρευόμουν τη σταθερότητα, όλως περιέργως. Μέχρι να ανακαλύψω το γράψιμο, δεν ήξερα ποιος ήμουν. Ζωγράφισα, έγινα καθηγητής σε σχολείο, κατάσκοπος. Το γράψιμο τα συνένωσε όλα».

Σύντομα θα επανακυκλοφορήσει στην Ελλάδα ένα παλιότερο βιβλίο σας, το «Ενα μικρό σπίτι στη Γερμανία», το οποίο διαδραματίζεται στη Βόννη όπου έχετε ζήσει και εσείς. Πώς προέκυψε η αγάπη σας για αυτή τη χώρα; «Η Γερμανία έγινε ο πολιτισμός που υιοθέτησα. Μου άρεσε που δεν ήταν καθόλου δημοφιλής κουλτούρα. Αγαπούσα τη γερμανική γλώσσα της ποίησης και του θεάτρου. Ακόμη και μέσα στην έκλειψη του ναζισμού υπήρχε μια μειονότητα ευγενών Γερμανών οι οποίοι προσπάθησαν να κάνουν καλό. Γνωρίζω τι γνώμη έχετε για τη Γερμανία και τη Μέρκελ σήμερα, και θεωρώ ότι η οικονομική πολιτική της είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά πιστεύω ότι θα ήθελε να την αγαπάτε λίγο περισσότερο... Δεν νομίζω ότι είναι μια διαβολική γυναίκα. Αντιμετωπίζει μια κατάσταση που την υπερβαίνει. Ενα από τα σωστά πράγματα που έκαναν οι Βρετανοί στην Ιστορία τους είναι ότι έμειναν έξω από το ευρώ».

Πιστεύετε ότι είναι αναπόφευκτη η διάλυση της νομισματικής – τουλάχιστον – ένωσης; «Η βρετανική καρδιά μου βρίσκεται στην Ευρώπη, αλλά όχι στο ευρώ. Εσείς, όμως, είστε κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου προβλήματος, το οποίο αφορά τον διαχωρισμό Βορρά - Νότου. Οι Γερμανοί πιστεύουν ότι όλοι οι Νοτιοευρωπαίοι είστε τεμπέληδες, είναι άλλωστε και ένας τρόπος να δικαιολογήσουν τη δική τους ύφεση. Αυτός ο διαχωρισμός ωστόσο είναι πολύ πιο παλιός από το ευρώ. Δεν έχουμε πια κοντινούς έλληνες φίλους όπως παλιότερα. Κάποτε επισκεπτόμασταν τη Θεσσαλονίκη και γνωρίζαμε ορισμένους πλούσιους Ελληνες, οι οποίοι σκέπτονταν και μιλούσαν σε δολάρια, όχι σε δραχμές. Ολα τα χρήματά τους βρίσκονταν στο εξωτερικό. Και όλες αυτές οι Porsche... Οι Γερμανοί λένε ότι οι Ελληνες έκαναν όλα αυτά τα λεφτά και τώρα τα κρύβουν. Δεν βλέπω ότι μπορεί να λειτουργήσει η νομισματική ένωση. Είναι αστείο αν το σκεφτεί κανείς πως μετά το 1945 δημιουργήσαμε όλες αυτές τις μεγάλες ενώσεις. Το ένστικτο των χωρών, όμως, είναι να μένουν μικρές. Καταργώντας τα σύνορα, δεν καταργείς και τις εθνικές φοβίες».

* Το βιβλίο «Α Delicate Truth» θα κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Bell τον Ιούνιο, ενώ το «Ενα μικρό σπίτι στη Γερμανία» θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
0 .

Τσακαλι

Re: Τζον Λε Καρέ

Δημοσίευσηαπό Τσακαλι » 11 Απρ 2015, 23:21

Ο κατάσκοπος που έγινε συγγραφέας

Ρώτησαν κάποτε τον Αλφρεντ Χίτσκοκ: «Κύριε, πόση ώρα μπορείτε να κρατήσετε ένα φιλί στην οθόνη;». Η ψύχραιμη απάντησή του ήταν: «Είκοσι λεπτά». «Μα, κύριε, αυτό το φιλί κρατάει πολλή ώρα!» ακούστηκε η διαμαρτυρία. «Πρώτα όμως τοποθετώ μια βόμβα κάτω από το κρεβάτι» επανήλθε ο Χίτσκοκ για να λύσει το μυστήριο.
Με αυτόν τον τρόπο απάντησε ο Ντέιβιντ Κόρνγουελ (το πραγματικό όνομα του 81χρονου Τζον Λε Καρέ) όταν τον ρώτησαν πώς γράφει τις ιστορίες του. Ο βρετανός συγγραφέας, ο οποίος υπήρξε μυστικός πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών της πατρίδας του, αδικείται όταν χαρακτηρίζεται απλώς «συγγραφέας κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων» – και ας είναι οι περισσότερες ιστορίες των αντιηρώων του τοποθετημένες στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου (1945-1991).

Κορυφαίο έργο του θεωρείται Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο (1963), το οποίο τον καταξίωσε ως έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της εποχής μας. Με τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη (1965) από τον Μάρτιν Ριτ ο Λε Καρέ εγκαινίασε την εξαιρετικά ευτυχή και γόνιμη σχέση του με τον κινηματογράφο. Ο ίδιος, ένας στυλίστας και αρκετά σύνθετος συγγραφέας, είναι στην πραγματικότητα ο τελευταίος κρίκος μιας παράδοσης που ξεκίνησε με τον Τζόζεφ Κόνραντ και ενδιαμέσως απογειώθηκε από τον Γκρέιαμ Γκριν. Σε αυτήν το μυστήριο γίνεται το πεδίο διερεύνησης της ανθρώπινης συνθήκης, της ηθικής, της ενοχής, της πίστης και της προδοσίας.
Ο Λε Καρέ είναι ο πιο εξόφθαλμα πολιτικός αυτής της παράδοσης. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου ανταποκρίθηκε μυθοπλαστικά στην πολυπλοκότητα του παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Τα αγαπημένα του βιβλία από το πιο πρόσφατο έργο του είναι Ο ράφτης του Παναμά (1996) και Ο επίμονος κηπουρός (2001) που επίσης έγιναν «εξαιρετικές» – σύμφωνα με τον ίδιο – ταινίες από τους Τζον Μπούρμαν (2001) και Φερνάντο Μεϊρέλες (2005) αντιστοίχως. Ο συγγραφέας θεωρεί μια μεταφορά επιτυχημένη μόνο όταν η ταινία αρχίζει «να ασκεί τη δική της γοητεία».
Το μυθιστόρημά του Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι (1974) θεωρείται υπόδειγμα, όπως έχει γράφει η συγγραφέας Π. Ντ. Τζέιμς σε ένα πρόσφατο δοκίμιό της («Talking about detective fiction, Vintage», 2009), για μια «μοντέρνα ιστορία μυστηρίου». Ο Μπιλ Χέιντον είναι ο «Τυφλοπόντικας» του μυθιστορήματος. Πρόκειται ουσιαστικά για τον διπλό πράκτορα Κιμ Φίλμπι που αυτομόλησε στην ΕΣΣΔ δίνοντας έναν κατάλογο με ονόματα βρετανών πρακτόρων, ανάμεσα στα οποία και αυτό του Λε Καρέ. Ετσι τέλειωσε η καριέρα του κατασκόπου και ξεκίνησε για τα καλά αυτή του συγγραφέα. «Μια φορά στη ζωή του, αν ένας συγγραφέας είναι τυχερός, βλέπει ένα βιβλίο του να γίνεται ταινία και να έχει τη δική της υπόσταση και την αλήθεια της. Αυτό είναι το επίτευγμα του Τόμας Αλφρεντσον και του επιτελείου του» είπε ο Λε Καρέ τον περασμένο Δεκέμβριο.



Τι λένε τρεις από τους πρωταγωνιστές του «Σμάιλι»

Γκάρι Ολντμαν «οχι κλώνος του τζέιμς μποντ»
Ο Γκάρι Ολντμαν θεωρεί ότι ο ρόλος του Τζορτζ Σμάιλι, που τον οδήγησε για πρώτη φορά στα Οσκαρ, είναι ο καλύτερος της καριέρας του. Αυτό όμως που βρήκε περισσότερο ενδιαφέρον στο σενάριο ήταν ότι δεν αποσκοπούσε σε μια «επανάληψη των ταινιών με τις χιλιάδες εκρήξεις και τους πυροβολισμούς. Θα περίμενε κανείς ότι με τη φόρα που έχει ξαναπάρει ο Τζέιμς Μποντ, μια καινούργια ταινία κατασκοπίας θα ήταν μέσα στην φασαρία και την καταστροφή. Ανακουφίστηκα όταν είδα ότι το “Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι” έχει να κάνει με ανθρώπους και συμπεριφορές». Τι του άρεσε περισσότερο; Οι σιωπές. «Στο κάτω–κάτω πόσο συχνά σου δίδεται η ευκαιρία να παίξεις έναν ρόλο στον οποίο αυτό που πρέπει να κάνεις είναι να καθήσεις στην καρέκλα και απλώς να ακούς;».

Κόλιν Φερθ «για να αλλάξεις μείνε ο ίδιος»
«Ενα παλιό ιταλικό γνωμικό που είχα διαβάσει στον “Γατόπαρδο” του Ντι Λαμπεντούσα - για μένα το καλύτερο βιβλίο που έχει γραφτεί ποτέ–λέει ότι για να παραμείνουν τα πράγματα ίδια, θα πρέπει ν’ αλλάξουν» λέει ο Κόλιν Φερθ που στο «Και ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι» υποδύεται τον Μπιλ Χέιντον, έναν από τους ύποπτους προδοσίας. «Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν μια αντανάκλαση του διαρκούς πολέμου ανάμεσα στην πρόοδο και τον συντηρητισμό. Λόγω αυτής της έντασης η κοινωνία και ο πολιτικός κόσμος βρίσκονταν πάντα σε κινητικότητα. Θρηνούμε αυτό που φεύγει και ζούμε την αναπόφευκτη αλλαγή αλλά σε πολλούς τομείς τα πράγματα, ενώ δείχνουν να αλλάζουν, παραμένουν ίδια».

Τζον Χερτ «ο ηθοποιός είναι κατάσκοπος»
«Ενα από τα παιχνίδια της ζωής, όπως θα έλεγε και ο Ραούλ Ρουίζ, είναι η παρακολούθηση» μας λέει ο Τζον Χερτ, ο βετεράνος βρετανός ηθοποιός που στην ταινία υποδύεται τον Control, επικεφαλής της Υπηρεσίας. «Ενας μουσικός παρακολουθεί συνέχεια ήχους, ένας συγγραφέας ενδιαφέρεται να κρυφακούει συζητήσεις. Είτε το θέλουμε είτε όχι, έτσι είναι και αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τους ηθοποιούς. Παρακολουθούν ή κατά κάποιο τρόπο κατασκοπεύουν για να αντλήσουν πληροφορίες για τους ρόλους τους. Η βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν κατάσκοπο και έναν ηθοποιό είναι ότι ο μεν κατάσκοπος προσπαθεί να μην αποκαλυφθεί, ο δε ηθοποιός προσπαθεί να κάνει ακριβώς το αντίθετο»
0 .

Τσακαλι

Re: Τζον Λε Καρέ

Δημοσίευσηαπό Τσακαλι » 11 Απρ 2015, 23:31

Documentary on the life of John Le Carre.
0 .

Άβαταρ μέλους
ΣΑΤΑΝΙΚΟΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ
Βαλκάνιος Κούρος
Βαλκάνιος Κούρος
Δημοσιεύσεις: 5614
Τοποθεσία: Μνημονιακή Διασπορά.

Re: Τζον Λε Καρέ

Δημοσίευσηαπό ΣΑΤΑΝΙΚΟΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ » 12 Απρ 2015, 13:36

Αυτό τώρα γιατί δεν είναι στα βιβλία;

Μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις σχετικά με τον τζλκ είναι ότι θεωρείται κουρφαίος συγγραφέας κατασκοπευτικών διηγημάτων αντί κορυφαίος συγγραφέας τελεία (κάπου το πήρε το μάτι μου αυτό στο άρθρο του β, ευτυχώς). Έχουνε γυριστεί διάφορα έργα του για κινηματόγραφο και τιβί, με πιο πρόσφατα το πολύ καλό τίνκερ τέιλορ με τον γκάρυ όλντμαν και το πάρα πολύ καλό a most wanted man με τον αυτόχειρα παιδοβούβαλο σε σκηνοθεσία του τρομερού ολλανδού κορμπάιν (ο οποίος είναι υπεύθυνος για τα clips των DM της εποχής του violator). Πιο παλιό αλλά εξίσου καλό είναι και το ο ράφτης του παναμά με πιρς μπρόσναν και μια έγκαυλη τζέιμι λι κέρτις. Αλλά κορυφαία μεταφορά όλων, κατά τη γνώμη μου, είναι η μίνι σειρά του bbc για την τριλογία του σμάιλι με άλεκ γκίνες(!). Όποιος ενδιαφέρεται δεν πρέπει να τη χάσει. Μιλάμε για την ατμόσφαιρα.
0 .
Ο χρήστης που γκρέμισε τον εθνολαϊκισμό

Άβαταρ μέλους
Diego
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1721
Τοποθεσία: Through the Looking-Glass

Re: Τζον Λε Καρέ

Δημοσίευσηαπό Diego » 12 Απρ 2015, 13:38

Φανταζομαι το τσακάλι το σκεφτόταν επειδή μίλαγε για την κοινωνία ο λε καρέ αλλά ο σατανίκ εδώ έχει δίκιο.
0 .
Αποχώρηση από το peg, δραχμή συνδεδεμένη με το χρυσό, άγριες ιδιωτικοποιήσεις,μικρό δημόσιο και εταιρική φορολογία κάτω του 14% με υψηλό κατώτατο.Οχι στον ευρωκομμουνισμό,στους ΔΕΚΟτζήδες των 3500 ευρω και τα υπερτιμολογημένα δημόσια έργα σε ευρώ.

Τσακαλι

Re: Τζον Λε Καρέ

Δημοσίευσηαπό Τσακαλι » 12 Απρ 2015, 13:39

Diego έγραψε:Φανταζομαι το τσακάλι το σκεφτόταν επειδή μίλαγε για την κοινωνία ο λε καρέ αλλά ο σατανίκ εδώ έχει δίκιο.



Σωστά,να μεταφερθεί στην κατηγοριά βιβλία.
0 .

Τσακαλι

Re: Τζον Λε Καρέ

Δημοσίευσηαπό Τσακαλι » 12 Απρ 2015, 13:55

Μια αλλη ταινία που ειναι μεταφορά μυθιστορήματος του Τ.Λε Καρέ στον κινηματογράφο, ειναι η «Ρωσική εστία» (1990).
0 .

Τσακαλι

Re: Τζον Λε Καρέ

Δημοσίευσηαπό Τσακαλι » 12 Απρ 2015, 14:03

Εικόνα

Le Carré’s most autobiographical novel. Its depiction of intelligence officer Magnus Pym, and his relationship with his conman father Rick Pym, sheds much light on le Carré’s own wayward father, Ronnie Cornwell. Described by Philip Roth as “the best English novel since the War”, the book offers a fascinating if overly long insight into le Carré’s own childhood and upbringing.



Εικόνα
n the final part of the trilogy, Smiley is (once again) called out of retirement to track down and defeat his nemesis, Karla. The closing scenes are among the best le Carre has written as Karla drops the cigarette lighter that he had stolen from Smiley years ago in Tihar Jail, India, where he had failed to persuade the Russian to defect. Simon Russell Beale’s performance as Smiley in the BBC Radio 4 adaptation had the hairs standing on my neck.
0 .

Τσακαλι

Re: Τζον Λε Καρέ

Δημοσίευσηαπό Τσακαλι » 12 Απρ 2015, 14:25

Εικόνα
0 .


Επιστροφή σε “Βιβλία”