..............Το 1938 πιάνει στεριά, για να καταταχθεί στο στρατό και υπηρετεί για δύο μήνες στην Ξάνθη, λόγω του γεγονότος ότι ήταν προστάτης πολύτεκνης οικογένειας. Ο Νίκος γύριζε από τα ταξίδια του πάντοτε άφραγκος κι έτσι αποφασίζει να πάρει το δίπλωμά του ραδιοτηλεγραφητή (ή ασυρματιστή) Β’ τάξεως. Ήθελε να γίνει καπετάνιος, αλλά τα χρόνια είχαν περάσει. Στο εξής συνέχισε τα ταξίδια του ως αξιωματούχος, έχοντας πάντα κοντά του τον ασύρματό του, που τον ονόμασε “Θεία Γκρέτα”, λόγω της αδυναμίας του στην ηθοποιό Γκρέτα Γκάρμπο.
Με την έκρηξη του πολέμου πηγαίνει στο αλβανικό μέτωπο. Υπηρετεί αρχικά ως τραυματιοφορέας αλλά, εξαιτίας του διπλώματός του, αξιοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της Γ’ μεραρχίας. Έπειτα έρχεται η συνθηκολόγηση και η επέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Ο Νίκος επιστρέφει στην Αθήνα από τους τελευταίους. Καταπονημένος και πεινασμένος. Οι νοικοκυρές στα χωριά, απ’ όπου περνούσε, του έδιναν ό, τι είχαν για να φάει.
Οργανώνεται στην αντίσταση, προσχωρώντας στο ΕΑΜ. Αν και δεν είναι ευρέως γνωστή η αντιστασιακή του δράση, είναι γενικώς αποδεκτό ότι δραστηριοποιήθηκε έντονα αυτή την μαύρη περίοδο για τη χώρα. Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνουν τα ποιήματά του “Αθήνα 1943”, “Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη” και “Αντίσταση”.
Ο Νίκος Καββαδίας είχε ταχθεί από νωρίς ακόμη υπέρ της ιδεολογίας της Αριστεράς. Όπως αναφέρει και ο κατοπινός του βιογράφος, Μήτσος Κασόλας, ο Καββαδίας συνήθιζε να λέει ότι “η Αριστερά δεν είναι μόνο η εκλογική της δύναμη. Η δύναμή της είναι ολόκληρος ο κόσμος καλής θέλησης που δεν θέλει να αδικεί το διπλανό του και ούτε ο διπλανός του να τον αδικεί”. Ωστόσο, επισημαίνει ότι ο Νίκος Καββαδίας “δεν βγήκε ποτέ στο παζάρι” της πολιτικής.
Μετά την απελευθέρωση της χώρας το 1945 από τους Γερμανούς, ακολουθεί μια από τις πιο ντροπιαστικές περιόδους για την Ελλάδα. Ο εμφύλιος! Στις 3 Μαρτίου 1945 δημοσιεύει το ποίημα “Federico Garcia Lorca” στα “Ελεύθερα Γράμματα”, συναισθηματικά φορτισμένος, λόγω των Δεκεμβριανών. Επίσης μεταφράζει τρία μονόπρακτα του Ευγένιου Ο’ Νηλ, μαζί με το Βασίλη Νικολόπουλο. Όλη αυτήν την περίοδο ο Νίκος Καββαδίας θεωρήθηκε κομμουνιστής που έμεινε πολιτικά αδρανής. Στις 6 Οκτωβρίου 1945 μπάρκαρε με το επιβατηγό πλοίο “Κορινθία”. Όταν, δε, το πλοίο άρχισε να εκτελεί τη γραμμή Πειραιάς-Αλεξάνδρεια- Μασσαλία βοηθούσε τους πολιτικά διωκόμενους να διαφύγουν στο εξωτερικό και μετέφερε, από και προς την Ελλάδα, παράνομο υλικό για τις ανάγκες του ΚΚΕ και του στρατού του.
Το 1947 εκδίδει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, το “Πούσι”, κι επανεκδίδει το “Μαραμπού”, στο οποίο προσθέτει τρία ακόμη ποίηματα (“Καφάρ”, “Coaliers”, “Μαύρη Λίστα”). Και η δεύτερη ποιητική του συλλογή είναι γεμάτη από ποιήματα που έχουν ως αφετηρία τα βιώματά του στη θάλασσα.
Λόγω του γεγονότος ότι δεν ανέπτυξε κομμουνιστική δράση, με το τέλος του εμφυλίου του χορηγήθηκε ειδικό διαβατήριο περιορισμένης χρονικής ισχύος. Έτσι ανοίγεται πάλι στη θάλασσα και ταξιδεύει διαρκώς για τα υπόλοιπα τριάντα χρόνια της ζωής του, με ελάχιστα διαλείμματα. Πηγαίνει σχεδόν σε όλα τα λιμάνια του κόσμου κι επισκέπτεται μέρη εξωτικά και γυναίκες κοινές. Τις γυναίκες αυτές τις αντιμετώπιζε πάντα με θαυμασμό. “Σκέφτηκες μωρέ ποτέ σου, τι χαρίζουν οι πόρνες με πενταροδεκάρες; Βάζουν απάνω τους σακατεμένους, στραβούς, καμπούρηδες, κείνους που βρωμάνε αγιάτρευτα, που ‘χουν μοτάρια στο κορμί τους, τους τρελούς, όλους όσους δε βρίσκεται καμιά γυναίκα να τους χαϊδέψει”, έλεγε.............
http://www.eoellas.org/2016/01/25/o-mastoras-ths-rimas/