ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Θέματα ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 22 Μαρ 2023, 15:16

Τλαξκαλτέκος έγραψε:η Αλβανία χρησιμοποιεί το αλβανοτσάμικο ως αντιστάθμισμα στο βορειοηπειρωτικό.

Ως αντίβαρο προς τις ελληνικές αξιώσεις, η αλβανική κυβέρνηση διαμαρτυρόταν στις Μεγάλες Δυνάμεις για τις «απηνείς διώξεις και σφαγές που ελληνικοί κύκλοι διέπρατταν εις βάρος των Τσάμηδων» υπό την ανοχή της κυβέρνησης των Αθηνών. Μάλιστα, η αλβανική κυβέρνηση ζήτησε επιπρόσθετα βοήθεια από την United Nations Relief and Rehabilitation Administration (UNRRA), η οποία ανταποκρίθηκε άμεσα και απέστειλε 1.315 τόνους τρόφιμα, όπως σιτάρι και άλευρα και 7 τόνους ρούχα. Το αλβανικό κράτος εξέφραζε ανησυχίες για την τύχη των Τσάμηδων, οι οποίοι είχαν εκδιωχθεί βιαίως από την Ελλάδα και είχαν αναγκαστεί να εισέλθουν κακήν κακώς στην Αλβανία, καθώς, εν όψει του χειμώνα, δεν είχαν εξασφαλιστεί οι απαραίτητες υποδομές για την αποκατάσταση τους.

Την ίδια περίοδο η Επιτροπή των Τσάμηδων διαμαρτυρόταν προς τις Μεγάλες Δυνάμεις και, συγκεκριμένα, στον υφυπουργό Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Χέκτορ Μακνίλ, ο οποίος, εκείνη την περίοδο, περιόδευε στην Αθήνα και ζητούσε την καταδίκη της Ελλάδας για την εθνική κάθαρση που εφάρμοζε εις βάρος των Τσάμηδων. Τον Ιούνιο του 1945 οι Τσάμηδες της Αμερικής, συμπαρασυρόμενοι από τους ομοεθνείς τους στην Αλβανία, απέστειλαν υπόμνημα διαμαρτυρίας στον Αμερικανό πρόεδρο Τρούμαν, αιτούμενοι την άμεση αμερικανική προστασία για τους, όπως ανέφεραν, 80.000 Τσάμηδες που ζούσαν καταπιεσμένοι και κάτω από εθνικούς διωγμούς. Μάλιστα, πρότειναν στην αμερικανική κυβέρνηση να διενεργήσει στην περιοχή λαϊκό δημοψήφισμα για να εκφραστεί η ελεύθερη βούληση του λαού στο θέμα της ένωσης της Τσαμουριάς με την Αλβανία.

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1945 η Εθνικο-Απελευθερωτική Επιτροπή των Τσάμηδων (Këshilli Antifashist Nacional-Çlirimtar Çam) σε έκτακτο συνέδριο που διοργάνωσε στον Αυλώνα, κάλεσε δυτικούς στρατιωτικούς και διπλωματικούς αξιωματούχους προκειμένου να ενημερωθούν για τις διώξεις που υπέστησαν οι Τσάμηδες όλο αυτό το διάστημα. Οι Αμερικανοί εκτιμούσαν ότι διάφοροι κύκλοι της Ελλάδας ασκούσαν εθνικιστική πολιτική εις βάρος των Τσάμηδων και ότι όλοι σχεδόν οι Τσάμηδες της Αλβανίας επιθυμούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα σε συνθήκες ειρήνης. Είναι αδιάψευστο γεγονός, σημείωναν οι Αμερικανοί, ότι πολλοί από αυτούς είχαν συνεργαστεί στενά με τους Γερμανούς καθ' όλο το διάστημα της κατοχής. Ήταν προφανές ότι το Συνέδριο είχε διοργανωθεί υπό την ευλογία της αλβανικής κυβέρνησης με σκοπό την προβολή των αλβανικών θέσεων στο θέμα των Τσάμηδων ενώπιον των δυτικών διπλωματών. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι το Συνέδριο συνέπεσε με τη Συνδιάσκεψη των Υπουργών Εξωτερικών του Λονδίνου στην οποία, μάλιστα, απέστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας. Η αμερικανική έκθεση ανέφερε ότι 5.000 Τσάμηδες πρόσφυγες ζούσαν σε άθλιες συνθήκες στον Αυλώνα, στεγαζόμενοι σε παράγκες που είχαν εγκαταλείψει οι Ιταλοί κατά την υποχώρησή τους από την Αλβανία. Επίσης, οι Αμερικανοί διπλωμάτες επισήμαναν, ως κατακλείδα στην έκθεση, ότι 20.000 πρόσφυγες υπέφεραν παρά τη συνεχή και αμέριστη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού και της UNRRA.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1945 η Επιτροπή των Τσάμηδων απέστειλε νέο υπόμνημα διαμαρτυρίας στη Συνδιάσκεψη των Υπουργών των Εξωτερικών στο Σαν Φραντσίσκο για τη σοβινιστική πολιτική των Αθηνών, ενώ ο γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών της Αλβανίας, Χίσνι Κάπο, σε συνέντευξη που παραχωρούσε στο Παρίσι, στα τέλη Δεκεμβρίου 1945, τόνιζε ότι η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία απολάμβανε όλα τα εθνικά δικαιώματα, σε αντίθεση με τους 85.000 Τσάμηδες της Ελλάδας (sic!), οι οποίοι διώκονταν και καταπιέζονταν. Η αλβανική κυβέρνηση, στις αρχές Ιουνίου 1946, με υπόμνημά της προς το Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών, ζήτησε τον άμεσο επαναπατρισμό των Τσάμηδων στις πατρώες εστίες, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν υποσχέθηκαν καμιά διευθέτηση του ζητήματος και μάλλον αμφισβητούσαν τις αλβανικές θέσεις.

Στην Ελλάδα, από την άλλη, πίστευαν πως η αλβανική κομμουνιστική κυβέρνηση παραβίαζε ανοικτά τα εθνικά, πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα της ελληνικής ομογένειας, ενώ οι θέσεις και οι διεκδικήσεις που προέβαλαν οι κυβερνητικοί κύκλοι έβρισκαν ευρύτερη αποδοχή από όλα σχεδόν τα πολιτικά κόμματα της χώρας. Αυτό ανησυχούσε ιδιαίτερα τους Γιουγκοσλάβους, οι οποίοι διεκδικούσαν όλη την Αλβανία, αλλά και τους ίδιους τους Σοβιετικούς οι οποίοι, φυσικά, δεν επιθυμούσαν να τη χάσουν, παρότι δεν εκδήλωναν, μέχρι τότε, ζωηρό ενδιαφέρον. Με τις κυβερνητικές θέσεις, μάλιστα, συμφωνούσε καιροσκοπικά και ένα μέρος της πολιτικής ηγεσίας του ΚΚΕ. Μερικοί συνεργάτες του Νίκου Ζαχαριάδη, ωστόσο, πίστευαν πως δεν έπρεπε να γίνουν ευρύτερα γνωστές οι θέσεις τους για το Βορειοηπειρωτικό, γιατί αυτό δεν μπορούσε παρά να βλάψει την Αλβανία και προσωπικά τον Ενβέρ Χότζα, στο πρόσωπο του οποίου έβλεπαν τον άνθρωπο που θα γινόταν αργότερα αρωγός στα μελλοντικά τους σχέδια.

Κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης, τον Ιούνιο του 1945 στην απόφαση του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ, γραμμένη ιδιόχειρα από τον Νίκο Ζαχαριάδη, διατυπώθηκε η άποψη πως το ΚΚΕ δεν θα διαφωνούσε αν από τη δημοκρατική πλειοψηφία ζητηθεί ο ελληνικός στρατός να εισβάλει στην Αλβανία. Μάλιστα, ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Γιώργος Σιάντος, συμφωνούσε με τις επίσημες ελληνικές θέσεις για την ένωση της Βορείου Ηπείρου, της Ανατολικής Θράκης, των Δωδεκανήσων και της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Νίκος Ζαχαριάδης στη δήλωσή του στη 12η Ολομέλεια του ΚΚΕ, στα τέλη Ιουνίου, υποστήριξε τις ελληνικές θέσεις, αλλά υπογράμμισε πως μόνον η Σοβιετική Ένωση θα βοηθούσε ουσιαστικά την Ελλάδα για την υλοποίησή τους. Αναφέρθηκε επίσης στη μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα και στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης της Βορείου Ηπείρου, των Δωδεκανήσων και της Κύπρου.

Οι θέσεις αυτές των Ελλήνων κομμουνιστών προκάλεσαν έντονη δυσαρέσκεια στα Τίρανα, ενώ, αργότερα, ο Ενβέρ Χότζα, κάλεσε σε απολογία τον Ζαχαριάδη, τον οποίο επέπληξε με βαρείς χαρακτηρισμούς τονίζοντας με έμφαση ότι η Αλβανία δεν θα επιτρέψει να παραβιαστούν τα σύνορά της και ότι εάν πράγματι το κόμμα του υιοθετεί τέτοιες απόψεις, η συνεργασία με τους Αλβανούς κομμουνιστές πρέπει να θεωρηθεί λήξασα πριν ακόμα αρχίσει. Ο αμετροεπής Ζαχαριάδης εμφανίστηκε μεταμελημένος, υποστηρίζοντας ότι δεν γνώριζε καλά την ιστορία, υποσχέθηκε να νουθετήσει τον Ριζοσπάστη για τα αλυτρωτικά του δημοσιεύματα, υποσχόμενος ότι τέτοιες ενέργειες δεν θα επαναληφθούν στο μέλλον. Ως αντάλλαγμα, οι Αλβανοί κομμουνιστές υποσχέθηκαν αμέριστη υποστήριξη και βοήθεια.

Πηγή
1 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 23 Μαρ 2023, 12:37

Ο ελληνικός αλυτρωτισμός στις ελληνοαλβανικές σχέσεις (1944-49)

Στις 18 Οκτωβρίου 1944, στη διακήρυξη του πρωθυπουργού της ελληνικής κυβέρνησης της εθνικής ενότητας, Γεωργίου Παπανδρέου, επισημάνθηκε ότι «η Βόρειος Ήπειρος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Ελλάδας και έχει προσφάτως καθαγιαστεί από τους τάφους των ηρώων μας», δήλωση που προξένησε, όπως αναμενόταν, την έντονη αντίδραση της αλβανικής πλευράς. Οι πάγιες θέσεις των Ελλήνων πολιτικών δεν ήταν καινούριες, έχοντας κατά κόρον εκφραστεί και κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Στις προθέσεις της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου με διπλωματικά μέσα, όπως η αποστολή διαφόρων διαβημάτων προς τους Συμμάχους, κυρίως το πρώτο εξάμηνο του 1945, χωρίς όμως να αποκλειστεί και κάποια στρατιωτική επιχείρηση σε περίπτωση που κάτι τέτοιο ευνοείτο από τις συγκυρίες, εσωτερικές και εξωτερικές.

Οι σχέσεις με την Ελλάδα σταδιακά επιδεινώθηκαν. Αντιαλβανικά εξτρεμιστικά στοιχεία επικράτησαν στον ελληνικό τύπο, προσκείμενο στη δεξιά. Χαρακτηριστικά σε μία εφημερίδα γράφηκε «όπως ο Κάτωνας του οποίου κάθε ομιλία κατέληγε με τις λέξεις ''Delenda Cartago" [Η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί], έτσι και κάθε πράξη της Ελλάδας πρέπει να τελειώνει με τη φράση "η Αλβανία πρέπει να κατακτηθεί!''».

Τα διαβήματα κορυφώθηκαν με το ελληνικό αίτημα στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων, το καλοκαίρι του 1946, και τις έντονες προσπάθειες που κατέβαλε τότε ο Έλληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Τσαλδάρης. Μάλιστα, υπήρχαν φήμες πως ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης είχε προτείνει στους Γιουγκοσλάβους, και συγκεκριμένα στον υφυπουργό Εξωτερικών, Άλες Μπέμπλερ, τον διαμελισμό της Αλβανίας μεταξύ των δύο χωρών. Όμως, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Μεγάλη Βρετανία δεν συμμερίζονταν τις ελληνικές θέσεις και δεν συμφωνούσαν με τις βλέψεις των Αθηνών. Με αφορμή τις δηλώσεις του Γεωργίου Παπανδρέου αλλά κυρίως του Νικολάου Πλαστήρα τον Γενάρη του 1945, η αλβανική κυβέρνηση ανησύχησε έντονα και σε εκτενές δημοσίευμα του υπουργού Εξωτερικών Ομέρ Νισάνι στην εφημερίδα Bashkimi, στις 16 Φεβρουαρίου 1945, εκφραζόταν η έντονη οργή προς τις ελληνικές φιλοδοξίες.

Λίγες μέρες αργότερα, στα μέσα Φεβρουαρίου, σε δηλώσεις υπέρ της κατάληψης της Βορείου Ηπείρου προέβη και ο επίσκοπος Παντελεήμων, σε ραδιοφωνικό σταθμό των Αθηνών. Οι ελληνικές εφημερίδες Ελευθερία και Βραδυνή πρωτοστατούσαν σε δημοσιεύματα που εξέφραζαν τις ελληνικές εδαφικές αξιώσεις, ενώ η αλβανική Bashkimi και η γιουγκοσλάβικη Borba απαντούσαν με τον ίδιο επιθετικό τόνο καλλιεργώντας μια εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Σε παρόμοια δημοσιεύματα εκφραζόταν η ανησυχία για τους απηνείς διωγμούς των Ελλήνων ομογενών στην Αλβανία, γεγονός που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα και άλλοθι για μια επικείμενη εισβολή στην Αλβανία. Μάλιστα, όπως ανέφερε το Βήμα, στην Ελλάδα, όλο το καλοκαίρι του 1945, καλλιεργείτο κλίμα εισβολής κατά της Αλβανίας.

Στις 21 Ιουνίου η γιουγκοσλαβική εφημερίδα Politika απαντούσε στις ελληνικές προκλήσεις και επισήμανε πως η «Μακεδονία του Αιγαίου» είναι το ίδιο όπως και οι άλλες δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Το ίδιο δήλωνε και ο Τίτο τον Δεκέμβριο ζητώντας ανοιχτά την ένωσή της με την υπόλοιπη Ομοσπονδία. Η ίδια η σοβιετική ηγεσία, μέσω του υφυπουργού Εξωτερικών Αντρέι Βισίνσκυ, στη Συνδιάσκεψη του Πότσδαμ, με υπόμνημά του, δήλωνε πως η Ελλάδα διατηρεί απειλητική στάση εις βάρος της Αλβανίας και της Βουλγαρίας.

Τον Ιούλιο του 1945 παρατηρήθηκε νέα οξύτητα στις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Ο ελληνικός τύπος έδινε ιδιαίτερη έμφαση στο θέμα των σχέσεων με την Αλβανία. Γενικά, το καλοκαίρι του 1945, οι σχέσεις της Ελλάδας τόσο με την Αλβανία όσο και με όλους τους βόρειους γείτονές της βρίσκονταν στο χειρότερο σημείο και αυτό εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τις άμεσες εξελίξεις σε όλη την περιοχή της βαλκανικής χερσονήσου. Οι εφημερίδες Borba του Βελιγραδίου, Pravda της Μόσχας και Bashkimi των Τιράνων αναφέρονταν συστηματικά στην εξόντωση των Τσάμηδων και των Σλαβομακεδόνων, ενώ ο ελληνικός τύπος που υποστήριζε την κυβερνητική πολιτική, ως αντιστάθμισμα, έκανε λόγο για εξόντωση του ελληνικού στοιχείου στην Αλβανία και στη Γιουγκοσλαβία. Αμφότεροι κατηγορούσαν αλλήλους για ένοπλη επέμβαση. Ουδέτεροι παρατηρητές, όμως, εκατέρωθεν των συνόρων που επισκέπτονταν τις απειλούμενες περιοχές, διαπίστωναν ότι καμιά ένδειξη δεν υπήρχε για άμεση ένοπλη εμπλοκή ή σύγκρουση, ενώ η κακομεταχείριση των πληθυσμών ήταν ασήμαντη.

Στα τέλη Αυγούστου του 1945 ο Έλληνας υφυπουργός Εξωτερικών, Φίλιππος Δραγούμης, εκφράζοντας την εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους, επαναλάμβανε πως η Ελλάδα διεκδικούσε τη Βόρειο Ήπειρο. Ο Έλληνας πολιτικός επανέλαβε τις κυβερνητικές θέσεις στις αρχές Δεκεμβρίου στην Καστοριά. Ένα μήνα νωρίτερα, στα μέσα Νοεμβρίου 1945, η ελληνική κυβέρνηση, ενημερωμένη για τις προθέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφορικά με την αναγνώριση της αλβανικής κυβέρνησης, δεν δίσταζε να υπενθυμίσει τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη Μεγάλη Βρετανία πως το ελληνικό δικαίωμα στη Βόρειο Ήπειρο παραμένει αναφαίρετο. Τα αλλεπάλληλα ελληνικά διαβήματα προς τις Μεγάλες Δυνάμεις έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στις τελικές αποφάσεις τους αναφορικά με την αναγνώριση της αλβανικής κυβέρνησης. Ένας από τούς λόγους που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναγνώρισαν την αλβανική κυβέρνηση ήταν οι σχέσεις της Αλβανίας με την Ελλάδα και η ύποπτη αλβανική πολιτική στο ζήτημα του Εμφυλίου που σχετιζόταν με την παροχή βοήθειας προς τους Έλληνες αντάρτες. Τα γεγονότα αυτά επισκίαζαν τις διμερείς σχέσεις και δημιουργούσαν πλείστα μεθοριακά επεισόδια, τα οποία ανησύχησαν ιδιαίτερα την Αθήνα.

Μετά τις δηλώσεις του Νικολάου Πλαστήρα (Φεβρουάριος 1945), η Γιουγκοσλαβία, η οποία είχε αποκτήσει μια μορφή επικυριαρχίας στην Αλβανία και είχε συνάψει διπλωματικές σχέσεις αναγνωρίζοντας πρώτη την κυβέρνηση των Τιράνων (Μάιος 1945), απροκάλυπτα, ανέλαβε να βοηθήσει την Αλβανία τόσο για την τήρηση της δημόσιας τάξης όσο και για τον εξοπλισμό του στρατού. Στις αρχές Σεπτεμβρίου οι υποψίες για ελληνική επίθεση υποχρέωσαν τα Τίρανα να ζητήσουν στρατιωτική ενίσχυση από το Βελιγράδι για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχόμενου. Αίσθηση προκάλεσαν οι δηλώσεις του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (Δημήτριος Παπανδρέου) στο Λονδίνο, ο οποίος εξέφρασε ανοικτή τε ελληνικές αξιώσεις για τη Βόρεια Ήπειρο ενώ την ίδια περίοδο παρατηρήθη και πολλαπλασιασμός του στρατιωτικού υλικού και γενικά της βοήθειας από τη Γιουγκοσλαβία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, θέλοντας να αποτρέψουν τα χειρότερα και να αποφύγουν δυσμενείς εξελίξεις, οι οποίες θα οδηγούσαν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, εξέφρασαν την επιθυμία να εξομαλυνθούν οι σχέσεις Αλβανίας και Ελλάδας και συνέστησαν την αποκατάστασή τους. Όμως στις 10 Νοεμβρίου 1945, ο Έλληνας πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος επισήμανε τις έντονες επιφυλάξεις του για την αμερικανική προτροπή.

Μια μέρα μετά τις αλβανικές εκλογές, στις 3 Δεκεμβρίου 1945, για πρώτη φορά η Ελλάδα απευθύνεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας, κατηγορώντας τις κυβερνήσεις της Αλβανίας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας ότι υποστήριζαν τις ένοπλες ενέργειες των Ελλήνων ανταρτών. Στις 12 Δεκεμβρίου, ύστερα από αίτηση της ελληνικής κυβέρνησης, το Συμβούλιο Ασφαλείας όρισε μια επιτροπή ελέγχου η οποία θα ερευνούσε τις ελληνικές καταγγελίες. Η επιτροπή, πράγματι, άρχισε το έργο της στις 30 Δεκεμβρίου 1945 και στις 26 Φεβρουαρίου 1946 μετέβη στη Θεσσαλονίκη. Όμως ο Σοβιετικός υφυπουργός Εξωτερικών Α. Βισίνσκυ, σε ομιλία του στο Συμβούλιο Ασφαλείας επιτέθηκε με δριμύτητα κατά της Ελλάδας και τόνισε ότι η Αθήνα τηρούσε επιθετική πολιτική κατά της Αλβανίας και της Βουλγαρίας και έθετε σε κίνδυνο την ειρήνη και τη σταθερότητα όλης της περιοχής. Ο Σοβιετικός αξιωματούχος υπογράμμισε με έμφαση ότι μόνον όταν αποχωρήσουν τα βρετανικά στρατεύματα από τη χώρα θα επανέλθει η ειρήνη και η σταθερότητα.

Παράλληλα, η Ελλάδα καταψήφισε στο Συμβούλιο Ασφαλείας την πρόταση για εισδοχή της Αλβανίας στον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, αιτιολογώντας την απόφασή της ότι η Αλβανία δεν είναι δημοκρατική χώρα και ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Ρέντης τη χαρακτήρισε εχθρική χώρα. Πράγματι, τόσο η Μεγάλη Βρετανία όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προέβαλαν βέτο και το αλβανικό αίτημα για εισδοχή απερρίφθη. Στις επιθέσεις του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών απάντησε με οργή ο υφυπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης, Αντρέι Γκρομίκο, ο οποίος, με τη σειρά του, δήλωσε ότι η Ελλάδα τηρούσε την ίδια αδιάλλακτη επιθετική πολιτική προς όλους τους βόρειους γείτονές της. Άμεση και σκληρή ήταν η απάντηση και του ιδίου του Ενβέρ Χότζα, ο οποίος, αναμηρυκάζοντας τα λόγια των Σοβιετικών και Γιουγκοσλάβων επιστατών του και σχολιάζοντας την ομιλία του Ρέντη στον ΟΗΕ σε συνέντευξη προς τους δημοσιογράφους στα Τίρανα, τον χαρακτήρισε φασίστα και την ελληνική πολιτική επεκτατική, η οποία σκοπό είχε να αποτρέψει την εισδοχή της Αλβανίας στον ΟΗΕ, καθώς και να υπονομεύσει την πορεία της Αλβανίας και το δημοκρατικό της πολίτευμα.

Όμως, λίγες μέρες αργότερα, και ύστερα από υποδείξεις του Βελιγραδίου και της Μόσχας να αποφευχθεί με κάθε τρόπο κάθε διένεξη με τους Βρετανούς, στις 24 Μαρτίου 1946, στον προγραμματικό του λόγο στη Βουλή, ο Ενβέρ Χότζα έκανε μια αναδίπλωση, ζητώντας φιλικές σχέσεις με την Ελλάδα. Ο Αλβανός ηγέτης επισήμανε πως η Αλβανία κατηγορείται άδικα από τους πολιτικούς κύκλους των Αθηνών για εγκλήματα που ουδέποτε διέπραξε. Απεναντίας, τόνισε, η Ελλάδα παρέχει προστασία και άσυλο σε Αλβανούς εγκληματίες πολέμου, οι οποίοι πρέπει να απολογηθούν ενώπιον της αλβανικής δικαιοσύνης για τα εγκλήματά τους.

Οι εκκλήσεις του Αλβανού ηγέτη δεν εισακούστηκαν από την Αθήνα. Απεναντίας, η ελληνική επίθεση κατά της Αλβανίας κλιμακώθηκε περαιτέρω. Στις 17 Μαΐου, διά στόματος του ιδίου του Έλληνα Πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, επαναλήφθηκε δημόσια ότι η Ελλάδα διεκδικεί τη Βόρειο Ήπειρο. Ήδη, από τα μέσα Απριλίου, και ο Έλληνας πρέσβης στην Ουάσινγκτον, Βασίλης Δενδραμής, σε υπόμνημα σχετικά με τις ελληνικές αξιώσεις, ανέφερε πως στα σχέδια της ελληνικής κυβέρνησης ήταν, πέραν των άλλων, και η διευθέτηση των ελληνοαλβανικών συνόρων. Στην ουσία, όλο το 1946, με κορύφωμα τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων το καλοκαίρι, η ελληνική κυβέρνηση διεκδικούσε τη Βόρειο Ήπειρο και το κλίμα που επικρατούσε στις σχέσεις των δυο χωρών ήταν ιδιαίτερα νοσηρό. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι εξακολουθούσαν να μην ενστερνίζονται τις ελληνικές διεκδικήσεις.

Οι σχέσεις των δυο χωρών επιδεινώθηκαν ξανά το καλοκαίρι του 1946. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στα τέλη Αυγούστου, εξέτασε το ελληνικό ζήτημα και ο Έλληνας αντιπρόσωπος Βασίλης Δενδραμής ζήτησε ξανά να καταψηφιστεί η αλβανική αίτηση για εισδοχή στον ΟΗΕ, επικαλούμενος το γεγονός ότι η κυβέρνηση των Τιράνων δεν ήταν δημοκρατική. Πράγματι, η αλβανική αίτηση δεν έγινε δεκτή. Τόσο η Μεγάλη Βρετανία όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες προέβαλαν βέτο κατά της εισδοχής. Ο Αλβανός αντιπρόσωπος, Tuk Jakova, εκφράζοντας την απογοήτευσή του, δήλωνε από τη Νέα Υόρκη ότι η Αλβανία αποτελούσε την άμεσα απειλούμενη χώρα από την Ελλάδα, η οποία αποτελούσε μόνιμη εστία ταραχών για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Ο Jakova δήλωσε ότι στην Ελλάδα επικρατούσε μια παράλογη εμπόλεμη κατάσταση για την οποία ευθυνόταν αποκλειστικά η Αθήνα. Παράλληλα, υπογράμμισε, η Ελλάδα εξακολουθεί να προκαλεί συνοριακά επεισόδια με στόχο την κατάληψη της νότιας Αλβανίας.

Τα Τίρανα ανησυχούσαν έντονα για τις σχέσεις με την Ελλάδα, οι οποίες παρουσιάζονταν ιδιαίτερα οξυμένες. Κατηγορούσαν την Αθήνα ως υπαίτια της κατάστασης, ενώ η Αθήνα κατηγορούσε με τον ίδιο τρόπο τα Τίρανα για δημιουργία μεθοριακών επεισοδίων και παροχή βοήθειας προς τους Έλληνες αντάρτες. Προκειμένου να ερευνήσει τις εκατέρωθεν καταγγελίες, μια Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών κατέφτασε στην Ελλάδα στις 30 Ιανουαρίου 1947. Στις 15 Μαρτίου 1947 η Επιτροπή κατέφτασε στην Κορυτσά, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Αυστραλός Hood. Η Επιτροπή παρέμεινε μια ημέρα στην Αλβανία και στη συνέχεια αποχώρησε. Η αλβανική πλευρά ζήτησε να κληθούν να καταθέσουν Αλβανοί μάρτυρες προκειμένου να αποδείξουν τις συνεχείς ελληνικές προκλήσεις στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά τόσο ο Βρετανός όσο και ο Βέλγος αντιπρόσωπος απέρριψαν το αλβανικό αίτημα. Οι Αλβανοί είχαν, συγχρόνως, φροντίσει να οργανώσουν μια δίκη στην Κορυτσά κατηγορώντας τη «φασιστική οργάνωση» ΕΑΒΗ (Επιτροπή Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου) για κατασκοπεία υπέρ του ελληνικού κράτους. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η οργάνωση είχε σκοπό την προσάρτηση των περιοχών του Αργυροκάστρου και της Κορυτσάς στην Ελλάδα.

Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς τους σκοπούς των αλβανικών ενεργειών και το κλίμα που ήθελε να καλλιεργήσει ενόψει της επίσκεψης της Επιτροπής στην Αλβανία. Παράλληλα, οι βόρειοι γείτονες της Ελλάδας εξέφρασαν έντονες επιφυλάξεις για την αποστολή και τους σκοπούς της Επιτροπής και δήλωναν ότι δεν θα αναγνώριζαν τα πορίσματά της. Για την επιτέλεση του σκοπού αυτού και προκειμένου να μεταστρέψουν το κλίμα κατά της Ελλάδας, σκηνοθέτησαν τη δίκη των Σκοπίων στις αρχές Φεβρουαρίου του 1947, όπου η Ελλάδα βρέθηκε κατηγορούμενη μαζί με τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υποστήριζαν Αλβανούς τρομοκράτες στις προσπάθειές τους να ανατρέψουν με την ισχύ των όπλων το καθεστώς στην Αλβανία.

Στις αρχές Απριλίου 1949, η ελληνική κυβέρνηση με υπόμνημά της προς τις Δυτικές Δυνάμεις διατύπωνε την ανάγκη μιας κοινής συμμαχικής ναυτικής απόβασης στην Αλβανία με στόχο την εξόντωση των ανταρτικών βάσεων στο εσωτερικό της χώρας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν με τις ελληνικές προσβλέψεις, παρότι η ελληνική πρόταση δεν έπαυε να είναι δελεαστική για τη Δύση. Φυσικά, μια εισβολή στην Αλβανία θα προκαλούσε την αναπόφευκτη αντίδραση της Μόσχας και μπορούσε να τινάξει στον αέρα όλη την υπόθεση της Ελλάδας και του Εμφυλίου. Το ελληνικό μνημόνιο, ωστόσο, με το προκλητικό του περιεχόμενο, προξένησε ποικίλα σχόλια στον δυτικό τύπο, ο οποίος επιδόθηκε σε δημοσιεύσεις περί διανομής της Αλβανίας μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Ελλάδας.

Η λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου στα τέλη Αυγούστου 1949 και η μαζική φυγή των Ελλήνων αγωνιστών προς την Αλβανία άλλαζε το σκηνικό στη βαλκανική χερσόνησο και ιδίως την ισορροπία των σχέσεων των δυο χωρών. Παρά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και την υποχώρησή του στην Αλβανία, η ελληνική κυβέρνηση φοβόταν ότι οι ανταρτικές δυνάμεις μπορούσαν και πάλι να εισέλθουν στην Ελλάδα και να αρχίσουν τον ένοπλο αγώνα. Γι' αυτό στις 11 Σεπτεμβρίου ο υπουργός Πολέμου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, προειδοποίησε αυστηρά την Αλβανία ότι η επανάληψη παροχής βοήθειας προς τον Δημοκρατικό Στρατό θα προκαλούσε την ελληνική στρατιωτική επέμβαση με στόχο την καταστροφή των ανταρτικών βάσεων στην Αλβανία.

Στο πλαίσιο αυτό, δηλαδή των εξελίξεων του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ξεπερνούσε κατά πολύ τα στενά ελληνικά πράγματα και προσλάμβανε διεθνείς διαστάσεις, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις παρουσιάζονται εύθραυστες και προβληματικές. Η Ελλάδα διεκδικούσε σθεναρά τη Βόρειο Ήπειρο, ως κύρια συνιστώσα της εξωτερικής της πολιτικής, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ενστερνίζονταν τις ελληνικές βλέψεις. Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Μεγάλη Βρετανία, επιθυμούσαν ένα άλλο πολιτικό καθεστώς στην Αλβανία, έστω και παρόμοιο με αυτό του Τίτο, αλλά επ' ουδενί τον διαμελισμό της χώρας. Η πολιτική τους περιοριζόταν στην ανατροπή του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία αλλά μέχρι εκεί. Μάλιστα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενίοτε, παρέμβαιναν κατευναστικά προς εξομάλυνση των διμερών σχέσεων (1945, 1947, 1949) και η Αλβανία αποδεχόταν διστακτικά την αμερικανική προτροπή, ενώ η Ελλάδα την απέρριπτε.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 24 Μαρ 2023, 09:34

Η στάση της Χούντας: Οι διασυνδέσεις της χούντας με το βορειοηπειρωτικό λόμπυ ενίσχυαν τις υποψίες των Αλβανών ότι η ελληνική κυβέρνηση είχε εδαφικές διεκδικήσεις. Το 1967 παράγοντες της χούντας διακήρυτταν την ένωση της Κύπρου και της Βορείου Ηπείρου με την Ελλάδα, προκαλώντας φόβο στα Τίρανα για εισβολή του ελληνικού στρατού στην Αλβανία. Οι δηλώσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης και μέλους της χούντας Δημητρίου Πατίλη στα Γιάννινα, τον Ιούλιο του 1969, και του γενικού γραμματέα του υπουργείου Εσωτερικών Ιωάννη Λαδά, τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, σε συγκέντρωση Βορειοηπειρωτών στην Αθήνα, αποτελούσαν εμπόδιο για την ελληνοαλβανική προσέγγιση. Αλλά ο Ιωάννης Λαδάς, όπως και οι Κωνσταντίνος Ασλανίδης και Δημήτριος Ιωαννίδης, ανήκαν στον σκληρό πυρήνα της χούντας. Με την απλοϊκή τους λογική έβλεπαν εύκολες λύσεις σε σύνθετα προβλήματα, όπως ένωση της Κύπρου και της Βορείου Ηπείρου με την Ελλάδα. Την επίσημη και κατηγορηματική θέση της ελληνικής κυβέρνησης διαβίβασε στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ ο σύμβουλος της ελληνικής πρεσβείας στην Ουάσινγκτον, Ιωάννης Γρηγοριάδης, στις 3 Δεκεμβρίου 1969: η Ελλάδα δεν είχε σκοπό να λύσει το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα οπωσδήποτε με στρατιωτικές επιχειρήσεις και επομένως η Αλβανία δεν είχε τίποτα να φοβάται από την Ελλάδα.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 26 Μαρ 2023, 11:36

Η αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών διπλωματικών σχέσεων (1971)

Όπως είχε επισημάνει ο Δημήτριος Παπαϊωάννου, ο επικεφαλής της Α’ Πολιτικής Διεύθυνσης του υπουργείου Εξωτερικών, στη βρετανική πρεσβεία της Αθήνας, την κύρια πρωτοβουλία για την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών διπλωματικών σχέσεων είχε αναλάβει η αλβανική πλευρά, μέσω διερευνητικών επαφών, τόσο με πρεσβείες χωρών που είχαν διπλωματικές σχέσεις με την Αλβανία, όσο και με τη γαλλική και τη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση που ενδιαφέρονταν για την ελληνοαλβανική προσέγγιση. Καρπός των επαφών αυτών υπήρξε η υπογραφή μιας τριετούς ελληνοαλβανικής εμπορικής συμφωνίας σε επιμελητηριακό επίπεδο, στις 21 Ιανουαρίου 1970 στο Παρίσι. Η Γαλλία, σε αντίθεση με τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ, είχε διπλωματικές σχέσεις με την Αλβανία και ενδιαφερόταν για την προσέγγιση Αθήνας-Τιράνων. Για πρώτη φορά μετά τον Β ́ Παγκόσμιο πόλεμο αλβανική αντιπροσωπεία του Εμπορικού Επιμελητηρίου επισκέφθηκε την Αθήνα τον Μάιο του 1970. Μετά από αρκετές ημέρες συνομιλιών με εκπροσώπους του ελληνικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου διαπιστώθηκε ότι υφίστανται όλες οι δυνατότητες για την ανάπτυξη του εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών και συμφωνήθηκε ελληνική αντιπροσωπεία να μεταβεί στα Τίρανα για τη συνέχιση των συνομιλιών. Τα κυριότερα εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα ήταν φαρμακευτικά, σιδηρουργικά και χημικά, τα βασικά προς εξαγωγή αλβανικά προϊόντα ήταν αργό πετρέλαιο, άσφαλτος, χαλκός και ξυλεία. Για να διευκολυνθεί η ανάπτυξη των εμπορικών επαφών, τον Αύγουστο του 1970, αποκαταστάθηκε ταχυδρομική σύνδεση μεταξύ των δύο χωρών μέσω Γιουγκοσλαβίας.

Η διαφαινόμενη ελληνοαλβανική προσέγγιση προκάλεσε εύλογες απορίες στην ελληνική κοινή γνώμη και σε πολιτικούς, άσχετα αν δεν διαδραμάτιζαν ουσιαστικό ρόλο, για το κατά πόσο η Ελλάδα θα θυσίαζε τη Βόρειο Ήπειρο στον βωμό της ελληνοαλβανικής προσέγγισης. Στο βιβλίο του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, Πολιτική Αγωγή, που διανεμόταν δωρεάν το 1970 στους Έλληνες και ήταν το εθνικό μανιφέστο της χούντας, ρητά αναφερόταν ότι η Βόρειος Ήπειρος πρέπει ν' αποδοθεί στην Ελλάδα για λόγους ιστορικούς, εθνολογικούς, διεθνούς αναγνωρίσεως και κεκτημένων δικαιωμάτων.

Στα ελληνοαλβανικά σύνορα υπήρχαν πινακίδες με τους τίτλους «προσωρινά σύνορα, τα σύνορα της πατρίδας μου δεν σταματούν εδώ». Στον απολογισμό του κυβερνητικού έργου για το 1970 ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, στις 19 Δεκεμβρίου 1970, για να άρει τις παρεξηγήσεις που δημιουργήθηκαν, διαχώρισε την ελληνική θέση στο Βορειοηπειρωτικό από τη διαδικασία βελτίωσης των ελληνοαλβανικών σχέσεων.

Προς τους γείτονάς μας Γιουγκοσλάβους και Βουλγάρους ως και προς τους εγγύς κειμένους Ρουμάνους δεν παραλείψαμεν ουδεμίαν ενέργειαν προκειμένου να προσδιορίσωμεν τα κοινά επίπεδα επαφής επί των οποίων αναπτυσσόμεναι αι δραστηριότητές μας θα εξυπηρέτουν τα συμφέροντα των λαών μας. Και δυνάμεθα να είπωμεν ότι επί της κατευθύνσεως αυτής επιτύχαμεν πολλά. Εις ό,τι αφορά την γείτονα Αλβανία επεχειρήσαμεν διά της αναπτύξεως επιμελητηριακών αντιπροσωπειών την βελτίωσιν του από του τέλους του πολέμου κρατούντος κλίματος προκειμένου να επιτύχωμεν και επ' αυτής της κατευθύνσεως μίαν βελτίωσιν των σχέσεων, ανεξαρτήτως των απαραγράπτων δικαιωμάτων τα οποία παραμένουσιν επ' ωφελεία διά την Ελληνικήν Βόρειον Ήπειρον.

Ο όρος «απαράγραπτα δίκαια» μπορούσε να ερμηνευθεί είτε συσταλτικά (ενσωμάτωση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα) είτε διασταλτικά (αυτόνομο καθεστώς, σεβασμός των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας, χωρίς μεταβολή του εδαφικού status quo). Με την αμφισημία αυτή το δικτατορικό καθεστώς μπορούσε να καθησυχάζει την κοινή γνώμη. Στην πράξη, ωστόσο, η δικτατορική κυβέρνηση είχε υιοθετήσει τη δεύτερη λύση. Ήταν ακριβώς το αντάλλαγμα που θα μπορούσε να εξασφαλίσει η Ελλάδα στο ζήτημα των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας για να προβεί στην τυπική άρση της εμπόλεμης κατάστασης, πριν οι δύο χώρες αποκαταστήσουν τις διπλωματικές τους σχέσεις. Η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων σε πρεσβευτικό επίπεδο ήταν προτεραιότητα της Αλβανίας και αυτή ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία, όπως ήδη αναφέρθηκε. Η Ελλάδα έβλεπε την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων ως μια διαδικασία που θα αρχίσει με την εγκατάσταση εμπορικής αντιπροσωπείας της Ελλάδας στην Αλβανία και της Αλβανίας στην Ελλάδα, την υπογραφή προξενικής σύμβασης, την υπογραφή ταχυδρομικής συμφωνίας (η ταχυδρομική σύνδεση μεταξύ των δύο χωρών από τον Αύγουστο του 1970 διεξαγόταν μέσω Γιουγκοσλαβίας) και το άνοιγμα ενός ή δύο τελωνειακών σταθμών. Η Αλβανία απέρριψε την ελληνική πρόταση για τη σταδιακή αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών διπλωματικών σχέσεων.

Επικαλούμενος το γεγονός ότι η Αλβανία ήταν ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος και δεν ταυτιζόταν με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο Ε. Χότζα προέταξε την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων σε πρεσβευτικό επίπεδο έναντι της υπογραφής των άλλων συμφωνιών. Η αλβανική κυβέρνηση εκτιμούσε ότι η αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών διπλωματικών σχέσεων θα σήμαινε στην ουσία άρση της εμπόλεμης κατάστασης, επικαλούμενη το παράδειγμα της Ιαπωνίας και της Δυτικής Γερμανίας, που είχαν αποκαταστήσει διπλωματικές σχέσεις με αρκετές χώρες, χωρίς να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης. Άλλωστε, η Αλβανία δεν ευθυνόταν για την ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας, υποστήριζε συχνά ο Ε. Χότζα.

Η Ελλάδα αποδέχτηκε τελικά την αλβανική πρόταση για την προτεραιότητα της αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων σε πρεσβευτικό επίπεδο. Τους πρώτους μήνες του 1971 διεξήχθηκαν στη Νέα Υόρκη συνομιλίες μεταξύ του Έλληνα αντιπροσώπου στον ΟΗΕ, Δημητρίου Μπίτσιου, και του Αλβανού αντιπροσώπου Σαμί Μπαχόλι. Αν και τα πρακτικά των επίσημων συνομιλιών δεν είναι ακόμα γνωστά, φαίνεται ότι τα επίμαχα ζητήματα ήταν το καθεστώς της ελληνικής μειονότητας και η άρση της εμπόλεμης κατάστασης μέσω της υπογραφής μιας συνθήκης ειρήνης. Και οι δύο πλευρές επέδειξαν μια ευελιξία. (α) Η Αλβανία δεν απαίτησε από την Ελλάδα την κατηγορηματική γραπτή αναγνώριση του υφιστάμενου καθεστώτος στη Βόρειο Ήπειρο ως οριστικού, όπως είχε αποκαλύψει στη βρετανική πρεσβεία ο Δημήτριος Παπαϊωάννου. (β) Η Ελλάδα, αφού εξέφρασε την ικανοποίησή της για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία της μειονότητας, ζήτησε από την Αλβανία να δηλώσει ότι θα επέτρεπε στη μειονότητα να ασκεί και τα θρησκευτικά καθήκοντα. Σε αντάλλαγμα η Ελλάδα θα δήλωνε ότι μετά την αποκατάσταση των σχέσεων θα υπέγραφε μια συνθήκη ειρήνης με την Αλβανία. Η αλβανική κυβέρνηση αρνήθηκε να ικανοποιήσει το ελληνικό αίτημα, χαρακτηρίζοντας την ορθόδοξη Εκκλησία ως φωλιά της αντίδρασης. Με τη σειρά της και η Ελλάδα άφησε ανοικτό το ζήτημα της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία, περισσότερο για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης στην Ελλάδα. Το αλβανικό σχέδιο δήλωσης για την αποκατάσταση των σχέσεων ήταν λιτό και είχε ως εξής:

Η κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας και η βασιλική κυβέρνηση της Ελλάδας συμφώνησαν να αποκαταστήσουν διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες και να ανταλλάξουν διπλωματικούς εκπροσώπους σε πρεσβευτικό επίπεδο.

Το ελληνικό σχέδιο ήταν κάπως πληρέστερο:

Η κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας και η βασιλική κυβέρνηση της Ελλάδας, επιθυμώντας να εξομαλύνουν την κατάσταση που υπάρχει ανάμεσα στις δύο χώρες και να προλειάνουν το έδαφος για την περαιτέρω ανάπτυξή τους, συμφώνησαν να αποκαταστήσουν διπλωματικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες και να ανταλλάξουν διπλωματικούς εκπροσώπους σε πρεσβευτικό επίπεδο.

Η αλβανική κυβέρνηση εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις έναντι του ελληνικού σχεδίου. Ο όρος «κατάσταση» σήμαινε προφανώς την κατάσταση πολέμου, η οποία, με βάση το ελληνικό σχέδιο, θα αναγνωριζόταν από τις δύο πλευρές ότι υφίστατο, ανεξάρτητα από την αποκατάσταση των σχέσεων. Η έκφραση να «προλειάνουν το έδαφος για την περαιτέρω ανάπτυξη» μπορούσε να ερμηνευτεί ότι υπήρχαν εκκρεμή ζητήματα μεταξύ των δύο χωρών και να παρερμηνευτεί ως ύπαρξη ελληνικών διεκδικήσεων. Θέλοντας να αποφύγει τα διπλωματικά γλωσσικά ατοπήματα, η αλβανική κυβέρνηση απέρριψε το ελληνικό σχέδιο δήλωσης. Για να αποτραπεί ο διπλωματικός φραστικός πόλεμος, η Ελλάδα δέχτηκε κατά βάση την αλβανική φόρμουλα. Στις 6 Μαΐου 1971 οι δύο χώρες ανήγγειλαν επίσημα την αποκατάσταση των διμερών τους σχέσεων σε επίπεδο πρεσβευτών:

Η Κυβέρνησις του Βασιλείου της Ελλάδας και η Κυβέρνησις της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας συμφώνησαν διά την αποκατάστασιν των διπλωματικών σχέσεων και διά την ανταλλαγήν αντιπροσώπων εις τον βαθμόν των Πρέσβεων.

Η κάθε πλευρά ερμήνευε δημόσια με τον δικό της τρόπο την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων. Για την Αλβανία η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων σήμαινε de facto άρση της εμπόλεμης κατάστασης και εξασφάλιση της εδαφικής της ακεραιότητας, για την Ελλάδα δεν επρόκειτο για καμιά ουσιαστική μεταβολή της παραδοσιακής ελληνικής πολιτικής, η διαφορά ήταν απλά ότι υποκαθιστά η παρουσία την απουσία, η αδιαφορία το ενδιαφέρον και την σιωπή ο διάλογος, τόνιζε στους διπλωμάτες ο υφυπουργός Εξωτερικών, Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς. Στις συνομιλίες με ξένους διπλωμάτες ο Παλαμάς καθιστούσε, ωστόσο, σαφές ότι η Ελλάδα μόνο με πόλεμο θα μπορούσε να διεκδικήσει τη Βόρειο Ήπειρο, κάτι που δεν εναρμονιζόταν με την πολιτική της. Με άλλα λόγια, το Βορειοηπειρωτικό ήταν πλέον μειονοτικό ζήτημα. Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 1971 οι δύο χώρες προέβησαν στην ανταλλαγή πρεσβευτών με τον Λικ Σέιτι ως πρώτο Αλβανό πρέσβη στην Αθήνα και τον Διονύσιο Καραγιάννη ως τον πρώτο Έλληνα πρέσβη στα Τίρανα.

Η αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών διπλωματικών σχέσεων εκτιμήθηκε ως σπουδαίο πολιτικό γεγονός στην Αθήνα, στη Δυτική Ευρώπη και στα Τίρανα. Η ελληνική κυβέρνηση εκτιμούσε ότι, ως αποτέλεσμα της ελληνοαλβανικής προσέγγισης, με την ίδρυση ελληνικού προξενείου στο Αργυρόκαστρο θα είχε μια άμεση εποπτεία της κατάστασης της ελληνικής μειονότητας στη Βόρειο Ήπειρο και θα συνέβαλλε στη βελτίωση της θέσης της. Έτσι, διασκέδαζε τους φόβους ελληνικών εθνικιστικών και θρησκευτικών κύκλων, και προσωπικά του Ευάγγελου Αβέρωφ, ότι με την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών διπλωματικών σχέσεων απεμπόλησε τον Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου. Η Αθήνα έβλεπε, επίσης, την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων ως προοίμιο της αποκατάστασης και των ελληνο- κινεζικών διπλωματικών σχέσεων, προσδοκώντας σημαντικά οφέλη για το ελληνικό εμπόριο και την ελληνική ναυσιπλοΐα. Οι εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ της Ελλάδας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας ήταν πολύ περιορισμένες και διεξάγονταν μέσω Ελβετίας. Για την Αλβανία η ουσιώδης σημασία της αποκατάστασης των ελληνοαλβανικών διπλωματικών σχέσεων ήταν η de facto άρση της εμπόλεμης κατάστασης μεταξύ των δύο χωρών και το άνοιγμα της συνοριακής διάβασης στην Κρυσταλλοπηγή. Σε συνομιλία του με τον Τίτο στο Ζάγκρεμπ, τον Σεπτέμβριο του 1971, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας, ο πρέσβης της Αλβανίας, Δημήτερ Λαμάνι, τόνισε ότι η αλβανική κυβέρνηση θεωρεί ως επιτυχία της εξωτερικής της πολιτικής την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών διπλωματικών σχέσεων σε επίπεδο πρεσβευτών. Επισήμανε ότι η Αθήνα για χρόνια επέμενε στη διατήρηση της εμπόλεμης κατάστασης, κάτι που έθετε ως όρο για την αποκατάσταση των διμερών διπλωματικών σχέσεων.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 27 Μαρ 2023, 00:29

Ακρίδης Κατσαριδόπουλος έγραψε:Ο ελληνικός αλυτρωτισμός στις ελληνοαλβανικές σχέσεις

Οι ελληνικές κυβερνήσεις και γενικότερα οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις ανέπτυξαν και διατήρησαν νομικές κατασκευές και διοικητικές πρακτικές θεωρώντας ότι έτσι διασφαλίζουν αν όχι την εδαφική διεκδίκηση, τη συμβολική κυριαρχία σε περιοχές της νότιας Αλβανίας. Η κατανόηση ότι οι πολιτικές αυτές, ακόμη και πριν τη λήξη του Ψυχρού πολέμου, έχαναν τη σημασία τους, ήρθε αργά και συνάντησε πολλές αντιδράσεις. Οι αντιδράσεις αυτές, είτε από τμήμα των πολιτικών είτε από όσους ασχολούνται στο κράτος με την εξωτερική πολιτική είτε από μηχανισμούς στις παρυφές του κράτους δεν εδράζονταν μόνο σε διαφόρων τύπων συμφέροντα, αλλά αντανακλούσαν ιδεολογικές αναφορές και πεποιθήσεις. Η διοίκηση αλλάζει τις πρακτικές της ακόμη πιο δύσκολα και αργά από τις κυβερνήσεις. Μάλιστα, οι πρακτικές αυτές επιζούν και αναπτύσσονται μέχρι και σήμερα, σε μια περίοδο που τα στελέχη της διοίκησης έχουν «ανανεωθεί». Οι ειδικοί λόγοι που τα στελέχη της διοίκησης, είτε σε κεντρικό είτε σε περιφερειακό επίπεδο αυτονομούνται, αδρανούν ή και εναντιώνονται σε αλλαγές πολιτικών όσον αφορά τα θέματα που θεωρούνται «εθνικά» μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

(α) Η κυριαρχία ψευδών πραγματολογικών δεδομένων στον δημόσιο λόγο και συνακόλουθα αναλύσεων που εδράζονται σε αυτά. Η κατίσχυση εθνικιστικών αξιωμάτων που διαπερνά την κοινωνία δεν μπορεί παρά να αντανακλάται και στα στελέχη της διοίκησης, και άλλωστε λίγο σχετίζεται με την πολιτική τοποθέτηση. Είτε πρόκειται για τους «400 χιλιάδες Έλληνες της Αλβανίας», είτε για τη δυνατότητα, εξ αυτού του λόγου αλλαγής συνόρων, αυτονομίας ή ό,τι άλλο, τα στελέχη της διοίκησης ενστερνίζονται την κυρίαρχη εθνικιστική παραφιλολογία.

(β) Η συνεχιζόμενη απουσία όλων αυτών των ζητημάτων από τον δημόσιο χώρο επί 70 τουλάχιστον χρόνια καλλιεργεί περαιτέρω τα φαινόμενα που αναφέραμε παραπάνω. Όχι μόνο γιατί μένουν ανέλεγκτα από όλο το πολιτικό σύστημα, τους επιστήμονες και τους πολίτες, αλλά γιατί αυτονομούνται και αναπτύσσουν δικές τους δυναμικές. Όταν θεωρείται ότι υπάρχουν 400 χιλιάδες Έλληνες, αυτοί –από τη στιγμή που δεν υπάρχουν– πρέπει να δημιουργηθούν. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος επιβεβαίωσης της λανθασμένης βάσης ή ανάλυσης.

(γ) Οι πολιτικοί χρησιμοποιούν ενίοτε αυτό το διοικητικό πλέγμα που υπάρχει. Ως εκ τούτου, προκρίνεται το μη άγγιγμά του γιατί θεωρείται χρήσιμο εργαλείο.

(δ) Γύρω από τα «εθνικά θέματα» συντηρείται και αναπαράγεται ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων, όχι μόνο οικονομικά με παροχές του κράτους αλλά και κοινωνικά, επαγγελματικά, ακόμη και επιστημονικά – ειδικά παλαιότερα. Όλοι αυτοί διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις με στελέχη της διοίκησης, σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο. Τα τελευταία μέσω της αναπαραγωγής αυτών των κινδύνων ή των διεκδικήσεων καταφέρνουν να ανελιχθούν στην ιεραρχία, να καλύψουν ή να ανακαλύψουν ειδικές θέσεις και ούτω καθ' εξής.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 27 Μαρ 2023, 13:20

ΚΚΑ και Βόρειος Ήπειρος: Οι Αλβανοί δεν μπορούσαν να μην επιδείξουν συμπαράσταση στους δοκιμαζόμενους Έλληνες συντρόφους τους, παρότι οι σχέσεις των δύο κομμάτων δεν ήταν άριστες, καθώς κατά την Απελευθέρωση προέκυψαν ανάμεσα στα δύο κόμματα σοβαρές διαφωνίες για το Βορειοηπειρωτικό, αφού το ΚΚΕ είχε υποστηρίξει τη θέση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης, έστω και κάπως γενικά. Το θέμα προκάλεσε τριβές μεταξύ Αλβανών και Ελλήνων συντρόφων και ανταλλάχθηκαν μερικές βαριές κουβέντες και τα επόμενα χρόνια. Βέβαια, δεν ήταν το ΚΚΕ που είχε άδικο, καθώς είναι γεγονός πως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση της ελληνικής μειονότητας στον Νότο της Αλβανίας είχε υποστηρίξει κατά τη διάρκεια του πολέμου και το Κομμουνιστικό Κόμμα Αλβανίας (ΚΚΑ), το νεότερο κόμμα των Βαλκανίων. Είτε για λόγους ιδεολογικούς είτε και για λόγους προσεταιρισμού της ελληνικής μειονότητας κατά τη διάρκεια της Αντίστασης τον Δεκέμβριο του 1943, το ΚΚΑ και η αντιστασιακή του οργάνωση, το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (Fronti Nacional Çlirimtar, FNC), έθεσαν επίσημα το ζήτημα του δικαιώματος αυτοδιάθεσης της ελληνικής μειονότητας. Εντούτοις, μετά τον πόλεμο τα πράγματα άλλαξαν. Όταν η ελληνική κυβέρνηση προέβαλε εδαφικές αξιώσεις στη Βόρεια Ήπειρο, στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού το 1946, υποστηριζόμενη μάλιστα από τις ΗΠΑ, η νέα αλβανική κυβέρνηση, έχοντας την ΕΣΣΔ στο πλευρό της, αντέδρασε. Στην Αλβανία το ζήτημα πήρε οξύ χαρακτήρα και προκάλεσε εθνική συσπείρωση. Με αφορμή τις εορταστικές εκδηλώσεις της 1ης Μαΐου εκείνης της χρονιάς, ο κομματικός μηχανισμός του ΚΚΑ κυκλοφόρησε το σύνθημα «Κάτω οι ελληνικές διεκδικήσεις κατά της εδαφικής μας κυριαρχίας».
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 28 Μαρ 2023, 19:15

Η ελληνική επίσημη πολιτική (1960-61)

Η αλβανοσοβιετική ρήξη των ετών 1960-61 έδωσε αφορμή για μια νέα θέση απέναντι στη Δύση και στις γειτονικές χώρες της Αλβανίας: την Ελλάδα, τη Γιουγκοσλαβία και την Ιταλία, ήδη γνωστές για τις προηγούμενες αξιώσεις τους στην Αλβανία. Στο παρελθόν, η Αλβανία υπήρξε «μήλο της έριδος» για τους γείτονές της, οι πολιτικές των οποίων σε πολλές περιπτώσεις έθεταν σε κίνδυνο και περιέπλεκαν ακόμη και τις μεταξύ τους σχέσεις. Η κρίση αναφορικά με τις αλβανοσοβιετικές σχέσεις, καθώς και η εύθραυστη κατάσταση στην Αλβανία, θα επιτρέψει στις γειτονικές της χώρες να παρουσιάσουν, υπό τις νέες συνθήκες και περιστάσεις, την πολιτική τους προσέγγιση.

Η Ιταλία και η Γιουγκοσλαβία είχαν αποδεχθεί τη δημιουργία μιας κυρίαρχης και ανεξάρτητης Αλβανίας στα υπάρχοντα σύνορα. Η Ελλάδα είχε επίσης αποδεχτεί, κατ' αρχήν, την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, αλλά χωρίς να αναγνωρίσει τα σύνορά του, εξαιτίας των αξιώσεών της στη Βόρειο Ήπειρο, τις οποίες προσπάθησε να στηρίξει σε ιστορικά, εθνικά, στρατηγικά και οικονομικά κριτήρια. Η Ελλάδα επεδείκνυε αρκετή ευαισθησία στις εξελίξεις στην Αλβανία, λόγω των εδαφικών της αξιώσεων, της ύπαρξης της ελληνικής μειονότητας και της πίεσης που άσκησαν εναντίον της η Αλβανία και άλλες χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού πολέμου μέσω της κοινής συνοριακής γραμμής. Η ρήξη μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Αλβανίας κατέστησε την τελευταία πιο ευάλωτη και ασθενέστερη από πολιτική, στρατιωτική και οικονομική άποψη. Στην πρώιμη φάση της κρίσης, όταν η μικρή Αλβανία δεν είχε ακόμη αγκιστρωθεί στην κομμουνιστική Κίνα, οι προσδοκίες για αλλαγή του αλβανικού καθεστώτος ήταν εμφανείς. Την αλλαγή επιζητούσαν διακαώς πολλοί παράγοντες, ιδίως στο εξωτερικό.

Οι τρεις γειτονικές χώρες, Ελλάδα, Ιταλία και Γιουγκοσλαβία, ήθελαν την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία, χωρίς, ωστόσο, κανένας από αυτούς να αναγνωρίζει την κυριαρχία του άλλου. Η τριαρχία των γειτόνων της Αλβανίας κατέγραφε όχι μόνο τις εξελίξεις στην Αλβανία αλλά και τις κινήσεις των άλλων δύο κρατών, επιδιώκοντας να διασφαλιστεί ότι κανένα δεν θα επικρατούσε έναντι των άλλων. Μια τέτοια πολιτική συνέβαλε αναπόφευκτα στη διατήρηση της τρέχουσας κατάστασης στην Αλβανία, καθώς και του κομμουνιστικού καθεστώτος σε αυτή. Η αντικατάσταση της κυβέρνησης του Χότζα με ένα γιουγκοσλαβικό ή σοβιετικό «ανδρείκελο» δεν θα ήταν αποδεκτή ούτε από την Ιταλία ούτε από την Ελλάδα.

Η κατάσταση στην Αλβανία αποτελούσε μια καλή ευκαιρία για τον νότιο γείτονά της, την Ελλάδα, η οποία διαρκώς πρόβαλλε τις παραδοσιακές της αξιώσεις για τη Βόρειο Ήπειρο και το αίτημα για τη βελτίωση των δημοκρατικών δικαιωμάτων στην ελληνική μειονότητα της Αλβανίας. Πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχουν κοινά σημεία αλλά και διακριτές διαφορές της επίσημης πολιτικής προσέγγισης και της πολιτικής των ελληνικών εθνικιστικών κύκλων, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό σχετικά με αυτό το ζήτημα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις επιδίωξαν μια πιο ρεαλιστική και πολιτική έναντι της Αλβανίας. Η πολιτική της Ελλάδας σχεδιάστηκε λαμβάνοντας ώριμη υπόψη όχι μόνο τα εθνικά συμφέροντα της χώρας αλλά και εκείνα του ΝΑΤΟ και της ομάδας των δυτικών χωρών υπό τις ΗΠΑ. Το σύνθημα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ που θεωρούσε την Αλβανία ως διχαστικό παράγοντα στο κομμουνιστικό μπλοκ, ως «σφήνα» μεταξύ των Κινέζων και των Σοβιετικών, δεν θα επέτρεπε στην Ελλάδα να ικανοποιήσει τους παραδοσιακούς της στόχους. Οι ΗΠΑ δήλωναν και υπερασπίζονταν την πολιτική της «μη ανάμειξης» («hands off» policy) στην Αλβανία, καθιστώντας σαφές στις γειτονικές χώρες, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, ότι δεν θα υποστήριζε εδαφικές διεκδικήσεις της στη Νότια Αλβανία.

Τις ευνοϊκές συνθήκες, οι οποίες προέκυψαν από την αλβανοσοβιετική σύγκρουση επρόκειτο να εκμεταλλευτούν όλες οι πλευρές της ελληνικής πολιτικής: η κυβέρνηση, οι εγχώριες εθνικιστικές οργανώσεις, ο τοπικός κλήρος και οι οργανώσεις των μεταναστών στις ΗΠΑ και στη δυτική Ευρώπη. Στις 31 Οκτωβρίου του 1961, ο Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς (γενικός διευθυντής στο υπουργείο Εξωτερικών του Βασιλείου της Ελλάδας), ενημέρωσε τον σύμβουλο της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα, William Tapley Bennett Jr., για τις απόψεις της κυβέρνησής του σχετικά με τις εξελίξεις στην Αλβανία, καθώς και τη γνώμη του για την πολιτική των ΗΠΑ. Η ελληνική κυβέρνηση πίστευε ότι δεν υπήρχε πλήρης ταύτιση μεταξύ των αμερικανικών και των ελληνικών θέσεων για την Αλβανία. Υποστήριζε ότι οι Αμερικανοί διατηρούσαν μια σταθερή στάση απέναντι στην Αλβανία και δεν έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το καθεστώς του Χότζα. Η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε από τις ΗΠΑ να δεσμευτούν περισσότερο αναφορικά με την αλβανική κρίση, καθώς και την υποστήριξή τους για να συνεχίζει να παίζει η Αλβανία τον ρόλο ενός διχαστικού παράγοντα στον κομμουνιστικό κόσμο. Ο Παλαμάς τόνιζε με έμφαση ότι η κυβέρνηση της χώρας του δεν θεωρούσε ελκυστική την προσωπικότητα του Χότζα, αλλά η αντιπολιτευτική του τάση στον κομμουνιστικό κόσμο άξιζε τον κόπο να αξιολογηθεί. Κατά την άποψη της ελληνικής κυβέρνησης, η ανυπακοή που επέδειξε η αλβανική ηγεσία απέναντι στη Μόσχα, ανεξάρτητα από ιδεολογικούς συνειρμούς, στηριζόταν σε προσωπικούς του λόγους. Ο Παλαμάς χαρακτήρισε τον Χότζα ως κομμουνιστικό ηγέτη που κυβερνούσε τη χώρα του με όρους φυλετικής οργάνωσης, με τους συγγενείς του. Σύμφωνα με τον Έλληνα πολιτικό, οι λόγοι της διάσπασης με τη Μόσχα εντοπίζονταν στη δυσαρέσκεια των Αλβανών όσον αφορά τη σοβιετική βοήθεια και τη βελτίωση των σχέσεων Σοβιετικής Ένωσης-Γιουγκοσλαβίας. Η πτώση του καθεστώτος Χότζα και η αντικατάστασή του με ένα «σοβιετικό ανδρείκελο», δεν ήταν ευπρόσδεκτη από την ελληνική επίσημη πολιτική, δεδομένου ότι θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποκατάσταση της ισχύος της Σοβιετικής Ένωσης στην Αλβανία, αλλά και την επαναλειτουργία της στρατιωτικής βάσης στον Αυλώνα. Ο Παλαμάς εξέφρασε τις ανησυχίες της ελληνικής κυβέρνησης σχετικά με το αυξανόμενο ενδιαφέρον της Ιταλίας για την Αλβανία, σημειώνοντας ότι, αν οι Ιταλοί επιτύγχαναν την ανατροπή του Χότζα, η Αλβανία ήταν πιθανό να επιστρέψει στην επιρροή της Μόσχας. Σε μια τέτοια περίπτωση «η Ελλάδα θα προτιμούσε τον Χότζα». Σύμφωνα με τον Παλαμά, οι Ιταλοί δεν είχαν κάποια «ειδική ψυχολογική κατανόηση» της κατάστασης στην Αλβανία. Κατά την άποψή του, κάποια σχέση με τους Γάλλους θα μπορούσε να ήταν καλή, ωστόσο η καλύτερη επιλογή θα ήταν η βρετανική παρουσία στα Τίρανα, καθώς, σύμφωνα με τον Έλληνα διπλωμάτη, οι τελευταίοι (οι Βρετανοί γνώριζαν πώς έπρεπε να δράσουν σε μια τέτοια κατάσταση. Εντούτοις, οι Βρετανοί δεν μπορούσαν να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο στην Αλβανία, δεδομένου ότι δεν είχαν διπλωματική αντιπροσώπευση, και στην αντίληψη των Αλβανών οι Βρετανοί υπήρξαν ιστορικά φίλοι των Ελλήνων και όχι δικοί τους.

Απαντώντας στις ανησυχίες της ελληνικής κυβέρνησης σχετικά με την τρέχουσα πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αλβανία, ο υπουργός Εξωτερικών Ντην Ρασκ, εξουσιοδότησε τον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα, Ellis O. Briggs, να ενημερώσει σχετικά με αυτό το θέμα τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Αβέρωφ. Ο Ρασκ αξιολόγησε την ελληνική επίσημη πολιτική απέναντι στην Αλβανία, ιδίως την προθυμία της να εξετάσει την αντικατάσταση του νόμου περί του «εμπόλεμου κράτους» με ειρηνευτικές διαδικασίες και, επίσης, την ιδέα να καθιερωθούν διπλωματικοί δεσμοί με την Αλβανία. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών δεν ενδιαφερόταν για την κατάσταση στην Αλβανία, αλλά προς το παρόν, η κατάσταση φαινόταν εύθραυστη και «ρευστή». Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν να ενεργήσουν εκ των προτέρων και να αναλάβουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία που θα μπορούσε να εξαλείψει τις διαφορές μεταξύ της Μόσχας και του Πεκίνου και να απομακρύνει τη διάθεση ανυπακοής της Αλβανίας. Εκείνη την εποχή, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν προβλέψει παροχή οικονομικής βοήθειας προς την Αλβανία. Σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση, θα ήταν καλύτερα η Δύση να μην αναλάβει καμία πρόωρη πρωτοβουλία, μάλλον, ώστε να επιταχυνθούν οι εξελίξεις. Ο Ρασκ πίστευε ότι ήταν δύσκολο να προβλεφθεί οποιαδήποτε κίνηση της Αλβανίας προς τη Δύση. Σύμφωνα με τις απόψεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δύσης, η αλβανοσοβιετική ρήξη είχε ουσιώδεις διαφορές σε σχέση με τη γιουγκοσλαβοσοβιετική ρήξη του 1948, επειδή στην Αλβανία κυβερνούσε ένα δογματικό σταλινικό καθεστώς, εχθρικό απέναντι στον δυτικό δημοκρατικό κόσμο και ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες, με λίγες ευκαιρίες για αλλαγή. Επικεφαλής του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας ήταν ο Ενβέρ Χότζα, ένας ορθόδοξος σταλινικός κομμουνιστής, με ιδεολογικό και δογματικό υπόβαθρο ενός καταπιεστικού ατόμου. Το κομμουνιστικό καθεστώς στην Αλβανία, σε αντίθεση με τις άλλες χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ ήταν ενάντια στις φιλελεύθερες πολιτικές του Χρουστσόφ. Η Αλβανία είχε δεσμούς με την Κίνα, η οποία εκείνη την περίοδο επιδίωκε μια ακραία κομμουνιστική πολιτική ενάντια στη Δύση, τις ΗΠΑ και τη Γιουγκοσλαβία.

Περισσότερο ολοκληρωμένες απόψεις της ελληνικής κυβέρνησης για την Αλβανία παρουσιάστηκαν στην πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα, μέσω υπομνημάτων με ημερομηνίες 14 και 21 Δεκεμβρίου 1961. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Καραμανλής, εξέτασε τη ρήξη μεταξύ Τιράνων και Μόσχας από την οπτική της εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας, καθώς και των ευθυνών της ως μέλους του ΝΑΤΟ. Σε δύο υπομνήματα με το ίδιο σχεδόν περιεχόμενο, το ελληνικό κράτος επέδειξε μεγαλύτερη ευαισθησία για την κατάσταση στην Αλβανία από τις άλλες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα θεωρούσε το ζήτημα των ελληνοαλβανικών συνόρων ως μέρος των βόρειων συνόρων της, μέσω των οποίων ασκήθηκε ισχυρή πίεση εναντίον της από τις κομμουνιστικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Αλβανίας. Η σοβιετοαλβανική ρήξη ήταν προς όφελος της Δύσης, όχι μόνο επειδή το κομμουνιστικό μπλοκ συρρικνώθηκε με την απώλεια ενός μέλους, αλλά και επειδή η πίεση του μπλοκ θα γινόταν λιγότερο αισθητή, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, ένα κράτος που συνόρευε με την Αλβανία. Οι Έλληνες πολιτικοί ήλπιζαν ότι το χάσμα μεταξύ της Μόσχας και του Πεκίνου θα διευρυνόταν περαιτέρω και η Αλβανία θα εξακολουθούσε να παραμένει εκτός της επιρροής από το κομμουνιστικό μπλοκ. Βασιζόμενη στα δύο ανωτέρω υπομνήματα, η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης προς την Αλβανία περιγράφεται σε γενικές γραμμές ως εξής: Πρώτον, η ελληνική κυβέρνηση, όπως και πριν, θα συνεχίσει να είναι σε διαβουλεύσεις και να κρατά ενήμερες τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αναφορικά με τα μελλοντικά σχέδιά της για την Αλβανία. Δεύτερον, η Ελλάδα θα ευνοούσε την ύπαρξη του αλβανικού ανεξάρτητου κράτους, προτιμώντας ένα δημοκρατικό καθεστώς στην Αλβανία. Κατά περιπτώσεις, όταν φαινόταν αδύνατη αποστολή η δημιουργία ενός τέτοιου καθεστώτος στην Αλβανία, η ελληνική επίσημη πολιτική δεν θα έκανε τίποτε άλλο από το να αξιολογήσει την ανεξάρτητη στάση της Αλβανίας απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και άλλες χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ και εξέφραζε τη βούλησή της να αποδεχτεί την εξουσία του Χότζα. Τρίτον, η διατήρηση ακόμη σε ισχύ του νόμου περί «εμπόλεμου κράτους» με την Αλβανία δικαιολογούνταν με την αποτυχία να διευθετηθεί το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, ένα ζήτημα σε εκκρεμότητα από το συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών των Τεσσάρων Δυνάμεων. Παρά το γεγονός ότι το ζήτημα του «εμπόλεμου» κράτους μεταξύ των δύο χωρών γινόταν δεκτό ως «θεωρητικό ζήτημα», η ελληνική επίσημη πολιτική απαίτησε ως προκαταρκτικό αντάλλαγμα για την άρση του την παραχώρηση από την Αλβανία αυτονομίας στη Βόρειο Ήπειρο, καθώς και εγγυήσεις για τα δικαιώματα των Ελλήνων κατοίκων εκεί. Αυτό δεν σήμαινε ότι η Ελλάδα παραιτείτο από τις εδαφικές της αξιώσεις στην Αλβανία. Μία τέτοια ευέλικτη και βραχυπρόθεσμη πολιτική σχεδιάστηκε λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη των κατάλληλων συνθηκών για την επίτευξη των μακροπρόθεσμων στόχων της. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση διακήρυττε ότι δεν θα ήταν η πρώτη που θα αναλάμβανε πρωτοβουλία για την εξομάλυνση των σχέσεων με την Αλβανία. Τέταρτον, η Ελλάδα θα ευνοούσε την παροχή οικονομικής και πολιτικής βοήθειας στο αλβανικό καθεστώς, σε περίπτωση που το τελευταίο πρόβαλλε τέτοιου είδους απαίτηση. Ωστόσο, η ελληνική βοήθεια θα ήταν περιορισμένη, αρκετή όμως για την ανόρθωση της Αλβανίας. Η ελληνική ευέλικτη πολιτική, εκτός από άλλες αιτίες, σχετίζεται, επίσης, με τον ιταλικό ανταγωνισμό για την Αλβανία. Η Ελλάδα ήταν αποφασισμένη να μην επιτρέψει την επιστροφή της Ιταλίας στα Βαλκάνια. Πέμπτον, η ελληνική κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός της Καραμανλής υποστήριζαν την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, την πολιτική της «μη ανάμειξης» στην Αλβανία. Έκτον, η Ελλάδα δεν ήταν πρόθυμη να μοιραστεί τις απόψεις της για την Αλβανία με την Ιταλία λόγω των διαφορετικών αντιλήψεων και συμφερόντων τους για το αλβανικό κράτος.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 29 Μαρ 2023, 00:24

Μη κυβερνητικές οργανώσεις

Η σκοτεινή και ευαίσθητη κατάσταση στην Αλβανία χρησιμοποιήθηκε και από διάφορες ελληνικές οργανώσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, οι οποίες επέμεναν στις παραδοσιακές τους διεκδικήσεις σε σχέση με τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία και τη διευθέτηση του ζητήματος της Βορείου Ηπείρου, με κορυφαία προτίμηση την ενοποίησή της με την Ελλάδα. Οι οργανώσεις των Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ενεργές.

Τον Ιούνιο του 1960, η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αμερικής (Panepirotic Federation of America) ενέκρινε ειδικό ψήφισμα για να απορρίψει την ιταλική έκθεση που υποβλήθηκε ενώπιον του οργανισμού του ΝΑΤΟ, υπογραμμίζοντας την αρνητική στάση της έκθεσης προς το ελληνικό έθνος, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ. Ο Chris P. Levantes απηύθυνε ένα άλλο αίτημα στον υπουργό Εξωτερικών Christian Herter. Σε αυτό το αίτημα ζητούσε τη συνδρομή των Ηνωμένων Πολιτειών για την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου και την ένωσή της με την Ελλάδα. Σε συνέχεια της πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών, το υπουργείο Εξωτερικών ξεκαθάρισε στην απάντησή του τη θέση του αμερικανικού κράτους, δηλώνοντας ότι το ζήτημα αυτό επρόκειτο να εξεταστεί σε κάποια άλλη στιγμή, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις όλων των πλευρών. Οι ΗΠΑ εξέφρασαν τη θέση τους αναφορικά με τις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις στην Αλβανία, επισημαίνοντας ότι δεν είχαν συμφωνήσει με οποιοδήποτε άλλο κράτος σχετικά με την εδαφική επικράτεια της Αλβανίας ή τα σύνορα.

Ο σύλλογος Εpirotan Benevolent Association «Pyrrhus» (Ηπειρωτικός Αλληλοβοηθητικός Σύλλογος «Πύρρος») με έδρα τη Νέα Υόρκη, διακρίθηκε ιδιαίτερα για την ενεργή του στάση όσον αφορά τη διευθέτηση του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος, καθώς και τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία. Η οργάνωση «The Order of AHEPA» (American Hellenic Educational and Progressive Association/ΑΧΕΠΑ) των πολιτών ελληνικής καταγωγής στις ΗΠΑ υιοθέτησε, τον Αύγουστο του 1961, ένα ειδικό ψήφισμα σχετικά με τις συνθήκες στη Βόρειο Ήπειρο, το οποίο εστάλη και στον υπουργό Εξωτερικών Ντην Ρασκ. Στο ψήφισμα αυτό αποκαλύπτονται προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την παροχή επιστημονικών επιχειρημάτων σχετικά με τις ελληνικές διεκδικήσεις σε αυτή την περιοχή, με αναφορές στον ιστορικό και εθνικό της χαρακτήρα, ακόμη και με τη χρήση της δήλωσης του Χρουστσόφ για την υποστήριξη της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου. Το ψήφισμα πρότεινε στο υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και στη Γερουσία να εξετάσουν τις συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων και να επιλύσουν το ζήτημα απελευθερώνοντας και αποκαθιστώντας τα δικαιώματα και τα προνόμια των κατοίκων της Βορείου Ηπείρου. Επιπλέον, το ψήφισμα ζητούσε την προσοχή του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, ώστε να δημιουργηθεί μια επιτροπή που θα εξέταζε τις συνθήκες ζωής των Ελλήνων στην περιοχή.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η οργάνωση των Ελλήνων μεταναστών στη Γαλλία ενέτεινε τη δραστηριότητά της. Αυτή η οργάνωση που κάλυπτε και άλλες χώρες της δυτικής Ευρώπης ενημερώνει ανώτερα στελέχη της Ευρώπης για τις αξιώσεις και τις αιτιάσεις της σχετικά με την εκπαιδευτική, θρησκευτική και πολιτική διαδικασία αφελληνισμού, που υποτίθεται ότι λάμβανε χώρα στην Αλβανία. Η κατάσταση αυτή κρίθηκε κατάλληλη για τη διευθέτηση ενός ζητήματος που εκκρεμούσε από τη μετά τον Β ́ Παγκόσμιο πόλεμο εποχή. Η απελευθέρωση του πληθυσμού της Βορείου Ηπείρου από τον κομμουνιστικό ζυγό θεωρούνταν ως μία πράξη για την υπεράσπιση του δυτικού πολιτισμού, ενάντια στις ορμές της ιμπεριαλιστικής Ανατολής και της εισβολής των Μογγόλων. Ως διέξοδος σε μια τέτοια περίπτωση θεωρήθηκε η απόπειρα να τεθεί η περιοχή αυτή υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών.

Η Ιερά Σύνοδος της ελληνικής ορθόδοξης Εκκλησίας εντάχθηκε σε αυτήν τη διαδικασία καταγγελιών. Ο πρόεδρός της, αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Β ́, έστειλε ένα τηλεγράφημα στον αρχιεπίσκοπο του Canterbury, τον Οκτώβριο του 1960, ζητώντας την υποστήριξή του για την απελευθέρωση της νότιας Αλβανίας (Βορείου Ηπείρου), στο πνεύμα της χριστιανικής πίστης. Ως απάντηση στις ανησυχίες του αρχιεπισκόπου του Canterbury το το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών εξέφρασε την άποψή ότι το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα ήταν ακόμη σε εκκρεμότητα, ενώ έκρινε σκόπιμη τη μη ανάμιξη του Άγγλου επισκόπου σε ένα πολιτικό ζήτημα.

Οι περιστάσεις, οι οποίες δημιουργήθηκαν μετά το XXII Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και την τελική ρήξη των σχέσεων Αλβανίας-Σοβιετικής Ένωσης, τον Δεκέμβριο του 1961, έκαναν την κατάσταση στην Αλβανία περισσότερο δύσκολη και τη χώρα περισσότερο απομονωμένη από πριν. Αυτή η συγκυρία σηματοδοτεί μία μεγαλύτερη συμμετοχή των ελληνικών εθνικιστικών οργανώσεων ιδίως στο εσωτερικό της Ελλάδας. Σε μία εκτενή συνεδρίαση της ΚΕΒΑ (Κεντρική Επιτροπή Βορειοηπειρωτικού Αγώνα), τον Σεπτέμβριο του 1961, στην Αθήνα, ο Βασίλειος Φώτος –εκπρόσωπος της Πανηπειρωτικής Ομοσπονδίας Αμερικής– υποσχέθηκε τη διάθεση οικονομικής βοήθειας από τους μετανάστες στις ΗΠΑ για την ανάληψη δράσεων ανατροπής της κατάστασης στην Αλβανία. Επιπλέον, είχε ιδρυθεί ο σύλλογος εφέδρων εθελοντών Βορειοηπειρωτών και το «στρατιωτικό συμβούλιο» υπό τον ίδιο τίτλο, τα οποία συντόνιζαν τη δράση τους με την ΚΕΒΑ και την ΕΝΒΗ (Εθνική Νεολαία Βορείου Ηπείρου), μια βορειοηπειρωτική οργάνωση νεολαίας. Οι σύλλογοι αυτοί στρατολογούσαν μέλη της ελληνικής μειονότητας, που είχαν ήδη δραπετεύσει από την Αλβανία μετά τον Β ́ Παγκόσμιο πόλεμο ή πριν από τη λήξη του. Στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, ο σύλλογος των Ιωαννίνων διένειμε φυλλάδια καλώντας για την οργάνωση ένοπλης εξέγερσης στην Αλβανία.

Την ίδια περίοδο, η δράση των οργανώσεων Ελλήνων μεταναστών αμερικανικής πολιτικής και δημόσιας ζωής, έγινε πιο έντονη, υπό την προώθηση και την υποστήριξη του ελληνικού λόμπι στις ΗΠΑ. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, Τζέιμς Γουίλιαμ Φουλμπράιτ, μετέφερε στον Ντην Ρασκ, τον Μάιο του 1962, ένα αντίγραφο της επιστολής που είχε σταλεί σε αυτόν από τον πρόεδρο της οργάνωσης Epirotan Benevolent Association Pyrrhus». Ο ίδιος ενημέρωσε τον Αμερικανό διπλωμάτη σχετικά με τις καταγγελίες και τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης σε μερικές από τις ελληνικές οικογένειες της μειονότητας στην Αλβανία.

Σε απάντηση στην επιστολή που διαβιβάστηκε από τον Φουλμπράιτ το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών διευκρίνιζε ότι η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, προωθούσε και υποστήριζε την ενοποίηση των οικογενειών που είχαν ήδη χωριστεί και στις δύο πλευρές των συνόρων στην Αδριατική. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, υπογράμμιζε την αδυναμία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής να ασκήσει επιρροή στο κομμουνιστικό καθεστώς στην Αλβανία, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν διπλωματικοί δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών ή με μία τρίτη χώρα, η οποία θα εκπροσωπούσε τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αλβανία. Άλλωστε, οι δύο χώρες δεν διέθεταν διαύλους επικοινωνίας που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη δύσκολη διαδικασία της προσέγγισης της Αλβανίας με τις ΗΠΑ.

Τον Φεβρουάριο του 1962, η Πανηπειρωτική Ομοσπονδία Αμερικής ενέκρινε ένα ειδικό ψήφισμα σχετικά με την κατάσταση του πληθυσμού της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία, συνοδευόμενο από αίτημα για την ένωση αυτής της περιοχής με την Ελλάδα. Το ψήφισμα αξιολόγησε την κατάσταση ως ευνοϊκή, διότι μεταξύ της Αλβανίας και της Σοβιετικής Ένωσης υπήρχαν έντονες πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές, ενώ η κατάσταση εντός της χώρας θα μπορούσε να επιταχύνει οποιαδήποτε εσωτερική εξέγερση. Στο ψήφισμα τονιζόταν ότι η Ελλάδα, ως μια αξιόπιστη σύμμαχος της Δύσης, άξιζε τη στήριξη όσον αφορά τις απαιτήσεις της για την ενοποίηση της νότιας Αλβανίας με την Ελλάδα. Η ίδια ελληνοαμερικανική οργάνωση αντιτάχθηκε ανοιχτά σε οποιεσδήποτε ενέργειες πιθανόν να λάμβανε η κυβέρνηση των ΗΠΑ αναφορικά με την αποκατάσταση των διπλωματικών δεσμών με την Αλβανία, ζητώντας ως προϋπόθεση την προκαταρκτική λύση στο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου.

Στις 22 Ιουνίου 1962, εκ μέρους της οργάνωσης Epirotan Benevolent Association «Pyrrhus», ο Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος απευθύνθηκε εκ νέου στον υπουργό Εξωτερικών Ντην Ρασκ, για το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου. Το έγγραφο χαρακτηρίζεται από έντονη κριτική για την πολιτική που ακολουθούσαν η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες όσον αφορά την Αλβανία από τη δημιουργία του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους και εξής, μία πολιτική που δεν ευνοούσε την ενοποίηση της νότιας Αλβανίας με την Ελλάδα. Η Μεγάλη Βρετανία κατηγορήθηκε ότι επιδίωκε την εφαρμογή της πολιτικής του διαίρει και βασίλευε» στα Βαλκάνια. Καμία από τις δύο αυτές δυνάμεις δεν είχε ικανοποιήσει τις ελληνικές αξιώσεις στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου το 1913, ούτε αργότερα, ενώ είχαν δώσει σιωπηρή έγκριση για την ιταλική εισβολή στην Αλβανία, το 1939. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έφεραν την ευθύνη για την πολιτική που ακολουθήθηκε μετά τον Β ́ Παγκόσμιο πόλεμο, ειδικά τα χρόνια 1947-49. Η αμερικανική πολιτική κατηγορήθηκε για το ότι δεν επέτρεψε στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις να εισβάλουν στην Αλβανία το 1949. Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο, υπήρξαν διαμάχες, υποτίθεται μεταξύ του υπουργείου Πολέμου και του υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, σχετικά με τη διευθέτηση των ελληνικών αξιώσεων έναντι της Αλβανίας. Ενώ το υπουργείο Πολέμου είχε δώσει τη συγκατάθεσή του στα αιτήματα των Ηπειρωτών, ώστε τα ελληνικά στρατεύματα να προωθηθούν στο αλβανικό έδαφος, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών ήταν αυτό που θα στεκόταν εμπόδιο στο να εκπληρώσουν οι Έλληνες το σχέδιό τους. Επιπλέον, η αμερικανική πολιτική κατηγορήθηκε ότι παρεμπόδισε την προέλαση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στην καταδίωξη του ιταλικού στρατού στην επαρχία του Τεπελενίου τον χειμώνα του 1940-41. Ο σύλλογος των Ελλήνων μεταναστών ήταν ενάντια σε ορισμένες φήμες που κυκλοφορούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με τις οποίες το (αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών φερόταν ότι θα επέτρεπε στη Δυτική Γερμανία να βοηθήσει την κυβέρνηση του Χότζα με σκοπό να την προσελκύσει προς δυτικές δημοκρατίες. Σύμφωνα με το έγγραφο, αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με ειρηνικά μέσα, καθώς δεν θα γινόταν αποδεκτό από τον Ενβέρ Χότζα. Επίσης, το σχέδιο αυτό δεν ήταν αποδεκτό ούτε από τους (βόρειο Ηπειρώτες, καθώς δεν επέτρεπε την ένωσή τους με την Ελλάδα. Το έγγραφο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για την ανατροπή του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία και την επίτευξη της ένωσης της Βορείου Ηπείρου με τη μητέρα-πατρίδα Ελλάδα». Οι πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας δεν παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία για την ανάθεση μιας τέτοιας αποστολής στη Δυτική Γερμανία. Η Δυτική Γερμανία δεν είχε διπλωματικούς δεσμούς με την Αλβανία, ενώ η τελευταία είχε ισχυρές αιτιάσεις εναντίον της σχετικά με τη μη διευθέτηση αποζημιώσεων του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Οι ΗΠΑ δεν έλαβαν κανένα συγκεκριμένο μέτρο για την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με την Αλβανία, εκτός από ορισμένες διερευνήσεις χωρίς επιτυχή αποτελέσματα, γιατί η αλβανική κομμουνιστική ηγεσία συνέχιζε με την αντιαμερικανική της πολιτική και αρνούνταν να αναλάβει πρώτη την όποια πρωτοβουλία.

Μετά από ψηφίσματα και μνήματα και συχνές επαφές Ελληνοαμερικανών με ανώτερους αξιωματούχους του Κογκρέσου, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και άλλες σημαντικές προσωπικότητες των ΗΠΑ, παράλληλα με την αυξανόμενη ανάληψη δράσης από ελληνικές οργανώσεις στη χώρα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα εξέφραζε ρητά και σταθερά την πολιτική της έναντι της Αλβανίας και των ελληνικών αξιώσεων στη νότια Αλβανία. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν υποστηρίζουν οποιεσδήποτε ελληνικές εδαφικές αξιώσεις εναντίον της Αλβανίας και δεν εγκρίνουν τις παραστρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον της Αλβανίας, οι οποίες χρηματοδοτούνται από την Επιτροπή Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα (ΚΕΒΑ). Οι ΗΠΑ μπορεί να μη γνωρίζουν ορισμένες από αυτές τις δραστηριότητες από τη μητρική οργάνωση στην Ελλάδα. Η επίσημη υποστήριξη από την πλευρά των ΗΠΑ, αν και έμμεση, των δραστηριοτήτων της ελληνικής Επιτροπής δεν είναι σύμφωνη με την υφιστάμενη πολιτική των ΗΠΑ». Η ανοικτή και ισχυρή δήλωση της αμερικανικής κυβέρνησης έγινε σε μια εποχή όπου κύκλο και διάφορες οργανώσεις της ελληνικής μετανάστευσης στις ΗΠΑ είχαν προβεί σε πολυάριθμες δραστηριότητες για την υποστήριξη των ελληνικών επιδιώξεων στη Βόρειο Ήπειρο, κάνοντας χρήση των λόμπι στο υπουργείο Εξωτερικών και το αμερικανικό Κογκρέσο. Το επίκεντρο της κριτικής ήταν πραγματικά η αναφερόμενη Επιτροπή για τη Βόρειο Ήπειρο, ως παράγοντας που κάλυπτε τη δράση των Ελλήνων εθνικιστών, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, και σχεδίαζε τις ενέργειες των ελληνικών παραστρατιωτικών δυνάμεων.

Η αμερικανική πολιτική θεωρούσε την Αλβανία ως διχαστικό παράγοντα στο κομμουνιστικό μπλοκ και ειδικά στο σινοσοβιετικό διώνυμο. Οι ΗΠΑ προσπάθησαν να διατηρήσουν την τάση διάβρωσης των σχέσεων ακόμη και κατά τα επόμενα χρόνια. Το ήδη γνωστό σύνθημα της «μη ανάμειξης στην Αλβανία» ήταν ένα σαφές μήνυμα προς τις γειτονικές χώρες της Αλβανίας, και ειδικά σε ορισμένους ελληνικούς πολιτικούς κύκλους. Οι ΗΠΑ πυροδότησαν και υποστήριξαν την ιδέα της διατήρησης καλύτερων σχέσεων μεταξύ της Αλβανίας και των γειτονικών της χωρών, λαμβάνοντας συγκεκριμένα μέτρα για την επίλυση ορισμένων από τις γνωστές διάφορες μεταξύ Αλβανίας και Ελλάδας.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 29 Μαρ 2023, 17:38

Στην ελληνική ιστορική, πολιτική και διπλωματική βιβλιογραφία διαφαίνονται τέσσερεις βασικές τάσεις προσέγγισης του Βορειοηπειρωτικού:

Η πρώτη: Οι υποστηρικτές της πολιτικής των μαξιμαλιστικών στόχων ή της ακραίας εκδοχής, την οποία εξέφραζε παραδοσιακά ο ελληνορθόδοξος κλήρος και μεγάλη μερίδα της ελληνικής αστικής τάξης, πίστευαν ότι από τον εθνικό κορμό είχε ακρωτηριασθεί, αδίκως, όλη η περιοχή του βορείου τμήματος της Ηπείρου, μέχρι τον Γενούσιο ποταμό. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, στην Ελλάδα έπρεπε να περιέλθει το ήμισυ της αλβανικής επικράτειας και η νήσος του Σάσωνος, ήτοι οκτώ από τα δώδεκα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας.

Η δεύτερη: Σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της πολιτικής, την οποία εξέφραζε το δόγμα Βενιζέλου το 1919, η Ελλάδα αξίωνε την απόσπαση από την Αλβανία των περιοχών του Δελβίνου, των Αγίων Σαράντα, της Χιμάρας, του Αργυρόκαστρου, της Κλεισούρας, του Τεπελενίου, της Πρεμετής, της Κολόνιε, της Κορυτσάς, της Μοσχοπόλεως και της Άνω κοιλάδας του Δεβόλη ποταμού με τα 14 σλαβόφωνα χωριά της περιοχής αυτής. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, στην Ελλάδα έπρεπε να εκχωρηθεί το 1/3 της αλβανικής επικράτειας.

Η τρίτη: Η σκέψη των υποστηρικτών της πολιτικής των μινιμαλιστικών στόχων, διατύπωνε την ανάγκη ότι στην Ελλάδα πρέπει να αποδοθούν μόνον οι ελληνόφωνες περιοχές, αναγνωρισμένες από το αλβανικό κράτος ως μειονοτικές ζώνες (1921), δηλαδή κάποιες περιοχές του Αργυρόκαστρου και των Αγίων Σαράντα.

Η τέταρτη: Οι υποστηρικτές της θεωρίας της προστασίας των εθνικών δικαιωμάτων για τους Έλληνες μειονοτικούς Αλβανούς πολίτες, αποστρέφονται τη διεκδίκηση εδαφών και περιορίζουν τα ελληνικά δίκαια στην προστασία των εθνικών δικαιωμάτων της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία.

Κατά καιρούς επικράτησαν εναλλακτικά μία από αυτές τις τάσεις.
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ ΓΗ ΣΛΑΒΙΚΗ

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 01 Απρ 2023, 19:19

Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις (1987-2013)

Μετά τον θάνατο του Χότζα (1985), την ηγεσία της χώρας ανέλαβε ο Ραμίζ Αλία και τον Αύγουστο του 1987 η Ελλάδα αποφάσισε μονομερώς την άρση της εμπόλεμης κατάστασης με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου μετά από εισήγηση του υπουργού Εξωτερικών, Παπούλια. Τον επόμενο χρόνο η Αλβανία έλαβε για πρώτη φορά μέρος στη σύνοδο των υπουργών Εξωτερικών των βαλκανικών χωρών, στο Βελιγράδι.

Μετά το άνοιγμα των συνόρων της Αλβανίας, τον Ιανουάριο του 1991, πραγματοποιήθηκε επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στα Τίρανα, η πρώτη αρχηγού κυβέρνησης Δυτικής χώρας μετά τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους η Αλβανία έγινε μέλος της Διάσκεψης για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ) και μετά δύο μήνες υπογράφηκε συμφωνία Ελλάδος-Αλβανίας για την προώθηση και αμοιβαία προστασία των επενδύσεων.

Στις βουλευτικές εκλογές της 22ας Μαρτίου 1992, στις οποίες επικράτησε το Δημοκρατικό Κόμμα, η «Ομόνοια» δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής. Οι υποψήφιοι της ελληνικής μειονότητας συμμετείχαν στο Κόμμα «Ένωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» και κατέλαβαν μόνο 2 έδρες σε σύνολο 140 εδρών. Πρωθυπουργός ανέλαβε, τον Απρίλιο του 1992, ο Αλεξάντερ Μέξη και πρόεδρος της χώρας ο Σαλί Μπερίσα. Η αλβανική κυβέρνηση έθεσε θέμα Τσάμηδων και αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα, ενώ αίτημα της Αλβανίας να χαρακτηρίζονταν οι Αλβανοί λαθρομετανάστες στην Ελλάδα απλώς μετανάστες δεν έγινε δεκτό και η Ελλάδα αντιπρότεινε να δεχόταν μόνο συγκεκριμένο αριθμό εποχικών εργατών. Τον Ιούνιο του 1992 συμφωνήθηκε η επανίδρυση του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Αργυρόκαστρο. Το βαρύ κλίμα επιβαρύνθηκε με την απέλαση από την Αλβανία, στις 25 Ιουνίου 1993, του αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Μαϊδώνη λόγω «αντιαλβανικής δράσης». Αμέσως μετά, στο όνομα της αμοιβαιότητας, απελάθηκαν από την Ελλάδα περίπου 25.000 Αλβανοί λαθρομετανάστες.

Επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, Παπούλια, στην Αλβανία, στις 13-15 Νοεμβρίου 1993, επανέφερε για λίγο το ήπιο κλίμα στις ελληνοαλβανικές σχέσεις, εφόσον αιματηρό επεισόδιο, στις 10 Απριλίου 1994, με δολοφονημένους από αγνώστους δύο Αλβανούς στρατιώτες σε αλβανικό φυλάκιο, στην Επισκοπή, στα σύνορα με την Ελλάδας, οδήγησε σε απέλαση του Έλληνα Προξένου στο Αργυρόκαστρο και η Ελλάς ανταπέδωσε με απέλαση ενός Γραμματέα Α ́ της Πρεσβείας της Αλβανίας στην Αθήνα. Ακολούθησε εκτόνωση με συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών, στις 3 Μαΐου 1994, στη Ζυρίχη. Η φυλάκιση στελεχών (20 Μαΐου) της μειονοτικής οργάνωσης «Ομόνοια» οδήγησε, μετά από ελληνική επέμβαση, σε αναστολή παροχής εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Αλβανία οικονομικής βοήθειας 35 εκ. Ευρωπαϊκών Νομισματικών Μονάδων. Η αλβανική απάντηση ήταν νέες μαζικές συλλήψεις μελών της ελληνικής μειονότητας. Η κρίση προκάλεσε και σχετική επιστολή του προέδρου των ΗΠΑ, Μπίλ Κλίντον, προς τον πρόεδρο Μπερίσα, όμως η ένταση στις ελληνοαλβανικές σχέσεις κορυφώθηκε με τη δίκη πέντε μελών της «Ομόνοια», που άρχισε στις 15 Αυγούστου 1994, γεγονός που οδήγησε σε απελάσεις δεκάδων χιλιάδων Αλβανών λαθρομεταναστών. Σημειώνεται, ότι η αλβανική αντιπολίτευση αντέδρασε κατά της δίκης επισημαίνοντας τη ζημιά που θα επέφερε αυτή στο γόητρο της χώρας στο εξωτερικό.

Από τον Σεπτέμβριο του 1994 η Αλβανία επανέφερε το καθεστώς θεώρησης εισόδου για τους Έλληνες και μεθόδευσε υποχρεωτική λήξη της θητείας του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου με σχετικό άρθρο στο σχέδιο συντάγματος, που όμως καταψηφίστηκε με δημοψήφισμα, στις 7 Νοεμβρίου 1994. Το ήπιο κλίμα στις ελληνοαλβανικές σχέσεις επανήλθε τον Φεβρουάριο του 1995 με την απελευθέρωση των τελευταίων 4 κρατουμένων που είχαν καταδικαστεί στη δίκη, αφού και η Ελλάς είχε δείξει πνεύμα συνεργασίας επιτρέποντας την αποδέσμευση κοινοτικών κονδυλίων προς την Αλβανία. Περαιτέρω βελτίωση του κλίματος επήλθε με την επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών, Παπούλια, στα Τίρανα (13-15 Μαρτίου 1995) όπου υπογράφηκαν διμερείς συμφωνίες για διάφορα θέματα. Η σύλληψη στην Ελλάδα, μόλις λίγες μέρες μετά την επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στην Αλβανία, ένοπλης ομάδας επτά ατόμων εμπλεκομένων στο επεισόδιο της Επισκοπής, εκτιμήθηκε θετικά από αλβανικής πλευράς και με την ευκαιρία του εορτασμού της συμμαχικής νίκης κατά τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο και της γνωριμίας του νέου Έλληνα Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου, με τον Σαλί Μπερίσα, ο τελευταίος προσκάλεσε επισήμως τον Έλληνα πρόεδρο να επισκεφθεί την Αλβανία. Πρόβλημα αποτελούσε ακόμη η λειτουργία μειονοτικών σχολείων σε περισσότερες περιοχές από αυτές που επέτρεπε η αλβανική κυβέρνηση. Παρά την ασυμφωνία στο θέμα της εκπαίδευσης, η αλβανική κυβέρνηση αποφάσισε ξαφνικά, στις 11 Ιανουαρίου 1996, την κατάργηση των θεωρήσεων εισόδου για τους Έλληνες και η βελτίωση των σχέσεων επέτρεψε την επίσημη επίσκεψη του Προέδρου Στεφανόπουλου στην Αλβανία, στις 21-22 Μαρτίου 1996, κατά τη διάρκεια της οποίας υπογράφηκε διμερής Συμφωνία Φιλίας και Συνεργασίας 20ετούς ισχύος. Επίσης, αποφασίστηκε ίδρυση Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στην Κορυτσά και αντίστοιχου αλβανικού στη Θεσσαλονίκη.

Τον Οκτώβριο του 1997 πραγματοποιήθηκε επίσημη επίσκεψη του πρωθυπουργού, Κώστα Σημίτη, στην Αλβανία, κατά τη διάρκεια της οποίας συμφωνήθηκε η διάνοιξη τριών νέων μεθοριακών διόδων (Σαγιάδα, Δρυμάδες, Μέρτζανη Κόνιτσας), ενώ τον Αύγουστο του 1998 εγκαινιάστηκε το Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στην Κορυτσά. Είχε τον Μάρτιο του 1998, προηγηθεί η επίσημη επίσκεψη του Αλβανού προέδρου, Ρετζέπ Μεϊντάνη, στην Ελλάδα και ακολούθησε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους επίσημη επίσκεψη του νέου Αλβανού πρωθυπουργού, Παντελή Μάικο, στην Αθήνα.

Όσον αφορά την εκκλησιαστική εκκρεμότητα που σκίαζε τις ελληνοαλβανικές σχέσεις, τον Ιούλιο του 1998 βρέθηκε η χρυσή τομή και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας συγκρότησε Ιερά Σύνοδο, εφόσον έγινε δεκτός από τις αλβανικές Αρχές ως Μητροπολίτης Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης ο Έλληνας Ιγνάτιος Τριάντης, ενώ για τις άλλες δύο μητροπόλεις επιλέχθηκαν Αλβανοί ιερείς. Η εξέλιξη αυτή επέτρεψε και την επίσημη επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην Αλβανία, στις 2 Νοεμβρίου 1999.

Τον Αύγουστο του 1999 ο Σημίτης επισκέφθηκε εκ νέου την Αλβανία. Είχαν μεσολαβήσει οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί της Γιουγκοσλαβίας και οι θέσεις της Ελλάδος στο θέμα του Κοσσόβου ήταν διαφορετικές αυτών της Αλβανίας. Η Ελλάς επέμενε σε μη αλλαγή συνόρων στα Βαλκάνια, ενώ η Αλβανία έδινε προτεραιότητα, αφενός στην απαλλαγή των Αλβανών του Κοσσόβου από τη σερβική καταπίεση, αφετέρου στην εθνική συνοχή των Αλβανών.

Δημοτικές εκλογές έγιναν σε δύο γύρους, την 1η και στις 15 Οκτωβρίου 2000. Στον πρώτο γύρο το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα συγκέντρωσε το 43% των ψήφων, ενώ το Δημοκρατικό Κόμμα περιορίστηκε στο 33%. Τρίτο σε δύναμη αναδείχθηκε το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα με 7% και τέταρτο το Κόμμα Ενωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που καλύπτει και την ελληνική μειονότητα. Ιδιαίτερη ένταση δημιουργήθηκε στον δήμο της Χειμάρρας, ο οποίος κερδίθηκε στον δεύτερο γύρο από τον υποψήφιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος δεδομένου ότι οι Αλβανοί παρουσιάστηκαν συσπειρωμένοι γύρω του με τον ισχυρισμό, ότι η Ελλάδα κατέβαλε προσπάθειες εξελληνισμού της Χειμάρρας. Οι εκλογές για τον δήμο της Χειμάρρας δημιούργησαν πρόβλημα στις σχέσεις Ελλάδος-Αλβανίας λόγω και των εμποδίων των αλβανικών Αρχών στους εργαζόμενους Έλληνες της Αλβανίας, οι οποίοι πήγαιναν εκεί για άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος. Ο πρωθυπουργός, Ιλίρ Μέτα, με συνέντευξή του έδειξε διατεθειμένος να αποκαταστήσει το κλίμα καλών σχέσεων με την Ελλάδα επιρρίπτοντας ευθύνες σε «ορισμένα άτομα» ευρισκόμενα εκτός της κυβέρνησής του, αναφερόμενος πιθανότατα στον Φάτος Νάνο, αρχηγό του Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Η Αλβανία, με διακήρυξη του αλβανικού κοινοβουλίου, τον Μάρτιο του 2001, αντέδρασε αρνητικά στην σταθεροποιητική υποστήριξη που πρόσφερε η Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα και η Βουλγαρία προς την ΠΓΔΜ, χαρακτηρίζοντας τα προβλήματα της τελευταίας εσωτερικά, στην επίλυση των οποίων δεν θα έπρεπε να εμπλέκονται τρίτοι προσφέροντας στρατιωτική βοήθεια. Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία εκμεταλλευόμενη τη μουσουλμανική της ταυτότητα πρόβαλε ως σταθερή φίλη της Αλβανίας, κυρίως λόγω του κοινού εχθρού, δηλαδή της Ελλάδος.

Τον Σεπτέμβριο του 2005 είχε επιστρέψει στην εξουσία ως πρωθυπουργός ο Μπερίσα και τον Σεπτέμβριο του 2008, αφού είχε ανεξαρτητοποιηθεί το Κόσσοβο τον Φεβρουάριο του 2008, πραγματοποίησε επίσκεψη στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της οποίας υπογράφηκε διμερής συμφωνία για θέματα ενέργειας.

Τον Απρίλιο του 2009 υπογράφηκε στα Τίρανα διμερής συμφωνία για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών με μιας Ελλάδος και Αλβανίας. Ο Μπερίσα κατάφερε να παραμείνει πρωθυπουργός και μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2009, αφού τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού με άλλα δύο κόμματα, το Σοσιαλιστικό Κίνημα Ολοκλήρωσης και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Μετά από υποβολή αίτησης ακύρωσης από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αλβανίας ακύρωσε διμερή συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με την Ελλάδα και έτσι προστέθηκε άλλο ένα αγκάθι στις διμερείς σχέσεις Ελλάδος-Αλβανίας.
0 .


Επιστροφή σε “Ιστορία”