Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 23 Μαρ 2023, 12:37
Ο ελληνικός αλυτρωτισμός στις ελληνοαλβανικές σχέσεις (1944-49)
Στις 18 Οκτωβρίου 1944, στη διακήρυξη του πρωθυπουργού της ελληνικής κυβέρνησης της εθνικής ενότητας, Γεωργίου Παπανδρέου, επισημάνθηκε ότι «η Βόρειος Ήπειρος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Ελλάδας και έχει προσφάτως καθαγιαστεί από τους τάφους των ηρώων μας», δήλωση που προξένησε, όπως αναμενόταν, την έντονη αντίδραση της αλβανικής πλευράς. Οι πάγιες θέσεις των Ελλήνων πολιτικών δεν ήταν καινούριες, έχοντας κατά κόρον εκφραστεί και κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Στις προθέσεις της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου με διπλωματικά μέσα, όπως η αποστολή διαφόρων διαβημάτων προς τους Συμμάχους, κυρίως το πρώτο εξάμηνο του 1945, χωρίς όμως να αποκλειστεί και κάποια στρατιωτική επιχείρηση σε περίπτωση που κάτι τέτοιο ευνοείτο από τις συγκυρίες, εσωτερικές και εξωτερικές.
Οι σχέσεις με την Ελλάδα σταδιακά επιδεινώθηκαν. Αντιαλβανικά εξτρεμιστικά στοιχεία επικράτησαν στον ελληνικό τύπο, προσκείμενο στη δεξιά. Χαρακτηριστικά σε μία εφημερίδα γράφηκε «όπως ο Κάτωνας του οποίου κάθε ομιλία κατέληγε με τις λέξεις ''Delenda Cartago" [Η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί], έτσι και κάθε πράξη της Ελλάδας πρέπει να τελειώνει με τη φράση "η Αλβανία πρέπει να κατακτηθεί!''».
Τα διαβήματα κορυφώθηκαν με το ελληνικό αίτημα στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων, το καλοκαίρι του 1946, και τις έντονες προσπάθειες που κατέβαλε τότε ο Έλληνας πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Τσαλδάρης. Μάλιστα, υπήρχαν φήμες πως ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης είχε προτείνει στους Γιουγκοσλάβους, και συγκεκριμένα στον υφυπουργό Εξωτερικών, Άλες Μπέμπλερ, τον διαμελισμό της Αλβανίας μεταξύ των δύο χωρών. Όμως, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Μεγάλη Βρετανία δεν συμμερίζονταν τις ελληνικές θέσεις και δεν συμφωνούσαν με τις βλέψεις των Αθηνών. Με αφορμή τις δηλώσεις του Γεωργίου Παπανδρέου αλλά κυρίως του Νικολάου Πλαστήρα τον Γενάρη του 1945, η αλβανική κυβέρνηση ανησύχησε έντονα και σε εκτενές δημοσίευμα του υπουργού Εξωτερικών Ομέρ Νισάνι στην εφημερίδα Bashkimi, στις 16 Φεβρουαρίου 1945, εκφραζόταν η έντονη οργή προς τις ελληνικές φιλοδοξίες.
Λίγες μέρες αργότερα, στα μέσα Φεβρουαρίου, σε δηλώσεις υπέρ της κατάληψης της Βορείου Ηπείρου προέβη και ο επίσκοπος Παντελεήμων, σε ραδιοφωνικό σταθμό των Αθηνών. Οι ελληνικές εφημερίδες Ελευθερία και Βραδυνή πρωτοστατούσαν σε δημοσιεύματα που εξέφραζαν τις ελληνικές εδαφικές αξιώσεις, ενώ η αλβανική Bashkimi και η γιουγκοσλάβικη Borba απαντούσαν με τον ίδιο επιθετικό τόνο καλλιεργώντας μια εξαιρετικά φορτισμένη ατμόσφαιρα στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Σε παρόμοια δημοσιεύματα εκφραζόταν η ανησυχία για τους απηνείς διωγμούς των Ελλήνων ομογενών στην Αλβανία, γεγονός που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα και άλλοθι για μια επικείμενη εισβολή στην Αλβανία. Μάλιστα, όπως ανέφερε το Βήμα, στην Ελλάδα, όλο το καλοκαίρι του 1945, καλλιεργείτο κλίμα εισβολής κατά της Αλβανίας.
Στις 21 Ιουνίου η γιουγκοσλαβική εφημερίδα Politika απαντούσε στις ελληνικές προκλήσεις και επισήμανε πως η «Μακεδονία του Αιγαίου» είναι το ίδιο όπως και οι άλλες δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Το ίδιο δήλωνε και ο Τίτο τον Δεκέμβριο ζητώντας ανοιχτά την ένωσή της με την υπόλοιπη Ομοσπονδία. Η ίδια η σοβιετική ηγεσία, μέσω του υφυπουργού Εξωτερικών Αντρέι Βισίνσκυ, στη Συνδιάσκεψη του Πότσδαμ, με υπόμνημά του, δήλωνε πως η Ελλάδα διατηρεί απειλητική στάση εις βάρος της Αλβανίας και της Βουλγαρίας.
Τον Ιούλιο του 1945 παρατηρήθηκε νέα οξύτητα στις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Ο ελληνικός τύπος έδινε ιδιαίτερη έμφαση στο θέμα των σχέσεων με την Αλβανία. Γενικά, το καλοκαίρι του 1945, οι σχέσεις της Ελλάδας τόσο με την Αλβανία όσο και με όλους τους βόρειους γείτονές της βρίσκονταν στο χειρότερο σημείο και αυτό εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τις άμεσες εξελίξεις σε όλη την περιοχή της βαλκανικής χερσονήσου. Οι εφημερίδες Borba του Βελιγραδίου, Pravda της Μόσχας και Bashkimi των Τιράνων αναφέρονταν συστηματικά στην εξόντωση των Τσάμηδων και των Σλαβομακεδόνων, ενώ ο ελληνικός τύπος που υποστήριζε την κυβερνητική πολιτική, ως αντιστάθμισμα, έκανε λόγο για εξόντωση του ελληνικού στοιχείου στην Αλβανία και στη Γιουγκοσλαβία. Αμφότεροι κατηγορούσαν αλλήλους για ένοπλη επέμβαση. Ουδέτεροι παρατηρητές, όμως, εκατέρωθεν των συνόρων που επισκέπτονταν τις απειλούμενες περιοχές, διαπίστωναν ότι καμιά ένδειξη δεν υπήρχε για άμεση ένοπλη εμπλοκή ή σύγκρουση, ενώ η κακομεταχείριση των πληθυσμών ήταν ασήμαντη.
Στα τέλη Αυγούστου του 1945 ο Έλληνας υφυπουργός Εξωτερικών, Φίλιππος Δραγούμης, εκφράζοντας την εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους, επαναλάμβανε πως η Ελλάδα διεκδικούσε τη Βόρειο Ήπειρο. Ο Έλληνας πολιτικός επανέλαβε τις κυβερνητικές θέσεις στις αρχές Δεκεμβρίου στην Καστοριά. Ένα μήνα νωρίτερα, στα μέσα Νοεμβρίου 1945, η ελληνική κυβέρνηση, ενημερωμένη για τις προθέσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφορικά με την αναγνώριση της αλβανικής κυβέρνησης, δεν δίσταζε να υπενθυμίσει τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη Μεγάλη Βρετανία πως το ελληνικό δικαίωμα στη Βόρειο Ήπειρο παραμένει αναφαίρετο. Τα αλλεπάλληλα ελληνικά διαβήματα προς τις Μεγάλες Δυνάμεις έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στις τελικές αποφάσεις τους αναφορικά με την αναγνώριση της αλβανικής κυβέρνησης. Ένας από τούς λόγους που οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αναγνώρισαν την αλβανική κυβέρνηση ήταν οι σχέσεις της Αλβανίας με την Ελλάδα και η ύποπτη αλβανική πολιτική στο ζήτημα του Εμφυλίου που σχετιζόταν με την παροχή βοήθειας προς τους Έλληνες αντάρτες. Τα γεγονότα αυτά επισκίαζαν τις διμερείς σχέσεις και δημιουργούσαν πλείστα μεθοριακά επεισόδια, τα οποία ανησύχησαν ιδιαίτερα την Αθήνα.
Μετά τις δηλώσεις του Νικολάου Πλαστήρα (Φεβρουάριος 1945), η Γιουγκοσλαβία, η οποία είχε αποκτήσει μια μορφή επικυριαρχίας στην Αλβανία και είχε συνάψει διπλωματικές σχέσεις αναγνωρίζοντας πρώτη την κυβέρνηση των Τιράνων (Μάιος 1945), απροκάλυπτα, ανέλαβε να βοηθήσει την Αλβανία τόσο για την τήρηση της δημόσιας τάξης όσο και για τον εξοπλισμό του στρατού. Στις αρχές Σεπτεμβρίου οι υποψίες για ελληνική επίθεση υποχρέωσαν τα Τίρανα να ζητήσουν στρατιωτική ενίσχυση από το Βελιγράδι για την αντιμετώπιση κάθε ενδεχόμενου. Αίσθηση προκάλεσαν οι δηλώσεις του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (Δημήτριος Παπανδρέου) στο Λονδίνο, ο οποίος εξέφρασε ανοικτή τε ελληνικές αξιώσεις για τη Βόρεια Ήπειρο ενώ την ίδια περίοδο παρατηρήθη και πολλαπλασιασμός του στρατιωτικού υλικού και γενικά της βοήθειας από τη Γιουγκοσλαβία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, θέλοντας να αποτρέψουν τα χειρότερα και να αποφύγουν δυσμενείς εξελίξεις, οι οποίες θα οδηγούσαν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις, εξέφρασαν την επιθυμία να εξομαλυνθούν οι σχέσεις Αλβανίας και Ελλάδας και συνέστησαν την αποκατάστασή τους. Όμως στις 10 Νοεμβρίου 1945, ο Έλληνας πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος επισήμανε τις έντονες επιφυλάξεις του για την αμερικανική προτροπή.
Μια μέρα μετά τις αλβανικές εκλογές, στις 3 Δεκεμβρίου 1945, για πρώτη φορά η Ελλάδα απευθύνεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας, κατηγορώντας τις κυβερνήσεις της Αλβανίας, Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας ότι υποστήριζαν τις ένοπλες ενέργειες των Ελλήνων ανταρτών. Στις 12 Δεκεμβρίου, ύστερα από αίτηση της ελληνικής κυβέρνησης, το Συμβούλιο Ασφαλείας όρισε μια επιτροπή ελέγχου η οποία θα ερευνούσε τις ελληνικές καταγγελίες. Η επιτροπή, πράγματι, άρχισε το έργο της στις 30 Δεκεμβρίου 1945 και στις 26 Φεβρουαρίου 1946 μετέβη στη Θεσσαλονίκη. Όμως ο Σοβιετικός υφυπουργός Εξωτερικών Α. Βισίνσκυ, σε ομιλία του στο Συμβούλιο Ασφαλείας επιτέθηκε με δριμύτητα κατά της Ελλάδας και τόνισε ότι η Αθήνα τηρούσε επιθετική πολιτική κατά της Αλβανίας και της Βουλγαρίας και έθετε σε κίνδυνο την ειρήνη και τη σταθερότητα όλης της περιοχής. Ο Σοβιετικός αξιωματούχος υπογράμμισε με έμφαση ότι μόνον όταν αποχωρήσουν τα βρετανικά στρατεύματα από τη χώρα θα επανέλθει η ειρήνη και η σταθερότητα.
Παράλληλα, η Ελλάδα καταψήφισε στο Συμβούλιο Ασφαλείας την πρόταση για εισδοχή της Αλβανίας στον Οργανισμό των Ηνωμένων Εθνών, αιτιολογώντας την απόφασή της ότι η Αλβανία δεν είναι δημοκρατική χώρα και ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Κωνσταντίνος Ρέντης τη χαρακτήρισε εχθρική χώρα. Πράγματι, τόσο η Μεγάλη Βρετανία όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής προέβαλαν βέτο και το αλβανικό αίτημα για εισδοχή απερρίφθη. Στις επιθέσεις του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών απάντησε με οργή ο υφυπουργός Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης, Αντρέι Γκρομίκο, ο οποίος, με τη σειρά του, δήλωσε ότι η Ελλάδα τηρούσε την ίδια αδιάλλακτη επιθετική πολιτική προς όλους τους βόρειους γείτονές της. Άμεση και σκληρή ήταν η απάντηση και του ιδίου του Ενβέρ Χότζα, ο οποίος, αναμηρυκάζοντας τα λόγια των Σοβιετικών και Γιουγκοσλάβων επιστατών του και σχολιάζοντας την ομιλία του Ρέντη στον ΟΗΕ σε συνέντευξη προς τους δημοσιογράφους στα Τίρανα, τον χαρακτήρισε φασίστα και την ελληνική πολιτική επεκτατική, η οποία σκοπό είχε να αποτρέψει την εισδοχή της Αλβανίας στον ΟΗΕ, καθώς και να υπονομεύσει την πορεία της Αλβανίας και το δημοκρατικό της πολίτευμα.
Όμως, λίγες μέρες αργότερα, και ύστερα από υποδείξεις του Βελιγραδίου και της Μόσχας να αποφευχθεί με κάθε τρόπο κάθε διένεξη με τους Βρετανούς, στις 24 Μαρτίου 1946, στον προγραμματικό του λόγο στη Βουλή, ο Ενβέρ Χότζα έκανε μια αναδίπλωση, ζητώντας φιλικές σχέσεις με την Ελλάδα. Ο Αλβανός ηγέτης επισήμανε πως η Αλβανία κατηγορείται άδικα από τους πολιτικούς κύκλους των Αθηνών για εγκλήματα που ουδέποτε διέπραξε. Απεναντίας, τόνισε, η Ελλάδα παρέχει προστασία και άσυλο σε Αλβανούς εγκληματίες πολέμου, οι οποίοι πρέπει να απολογηθούν ενώπιον της αλβανικής δικαιοσύνης για τα εγκλήματά τους.
Οι εκκλήσεις του Αλβανού ηγέτη δεν εισακούστηκαν από την Αθήνα. Απεναντίας, η ελληνική επίθεση κατά της Αλβανίας κλιμακώθηκε περαιτέρω. Στις 17 Μαΐου, διά στόματος του ιδίου του Έλληνα Πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, επαναλήφθηκε δημόσια ότι η Ελλάδα διεκδικεί τη Βόρειο Ήπειρο. Ήδη, από τα μέσα Απριλίου, και ο Έλληνας πρέσβης στην Ουάσινγκτον, Βασίλης Δενδραμής, σε υπόμνημα σχετικά με τις ελληνικές αξιώσεις, ανέφερε πως στα σχέδια της ελληνικής κυβέρνησης ήταν, πέραν των άλλων, και η διευθέτηση των ελληνοαλβανικών συνόρων. Στην ουσία, όλο το 1946, με κορύφωμα τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων το καλοκαίρι, η ελληνική κυβέρνηση διεκδικούσε τη Βόρειο Ήπειρο και το κλίμα που επικρατούσε στις σχέσεις των δυο χωρών ήταν ιδιαίτερα νοσηρό. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι εξακολουθούσαν να μην ενστερνίζονται τις ελληνικές διεκδικήσεις.
Οι σχέσεις των δυο χωρών επιδεινώθηκαν ξανά το καλοκαίρι του 1946. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στα τέλη Αυγούστου, εξέτασε το ελληνικό ζήτημα και ο Έλληνας αντιπρόσωπος Βασίλης Δενδραμής ζήτησε ξανά να καταψηφιστεί η αλβανική αίτηση για εισδοχή στον ΟΗΕ, επικαλούμενος το γεγονός ότι η κυβέρνηση των Τιράνων δεν ήταν δημοκρατική. Πράγματι, η αλβανική αίτηση δεν έγινε δεκτή. Τόσο η Μεγάλη Βρετανία όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες προέβαλαν βέτο κατά της εισδοχής. Ο Αλβανός αντιπρόσωπος, Tuk Jakova, εκφράζοντας την απογοήτευσή του, δήλωνε από τη Νέα Υόρκη ότι η Αλβανία αποτελούσε την άμεσα απειλούμενη χώρα από την Ελλάδα, η οποία αποτελούσε μόνιμη εστία ταραχών για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Ο Jakova δήλωσε ότι στην Ελλάδα επικρατούσε μια παράλογη εμπόλεμη κατάσταση για την οποία ευθυνόταν αποκλειστικά η Αθήνα. Παράλληλα, υπογράμμισε, η Ελλάδα εξακολουθεί να προκαλεί συνοριακά επεισόδια με στόχο την κατάληψη της νότιας Αλβανίας.
Τα Τίρανα ανησυχούσαν έντονα για τις σχέσεις με την Ελλάδα, οι οποίες παρουσιάζονταν ιδιαίτερα οξυμένες. Κατηγορούσαν την Αθήνα ως υπαίτια της κατάστασης, ενώ η Αθήνα κατηγορούσε με τον ίδιο τρόπο τα Τίρανα για δημιουργία μεθοριακών επεισοδίων και παροχή βοήθειας προς τους Έλληνες αντάρτες. Προκειμένου να ερευνήσει τις εκατέρωθεν καταγγελίες, μια Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών κατέφτασε στην Ελλάδα στις 30 Ιανουαρίου 1947. Στις 15 Μαρτίου 1947 η Επιτροπή κατέφτασε στην Κορυτσά, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Αυστραλός Hood. Η Επιτροπή παρέμεινε μια ημέρα στην Αλβανία και στη συνέχεια αποχώρησε. Η αλβανική πλευρά ζήτησε να κληθούν να καταθέσουν Αλβανοί μάρτυρες προκειμένου να αποδείξουν τις συνεχείς ελληνικές προκλήσεις στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά τόσο ο Βρετανός όσο και ο Βέλγος αντιπρόσωπος απέρριψαν το αλβανικό αίτημα. Οι Αλβανοί είχαν, συγχρόνως, φροντίσει να οργανώσουν μια δίκη στην Κορυτσά κατηγορώντας τη «φασιστική οργάνωση» ΕΑΒΗ (Επιτροπή Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου) για κατασκοπεία υπέρ του ελληνικού κράτους. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η οργάνωση είχε σκοπό την προσάρτηση των περιοχών του Αργυροκάστρου και της Κορυτσάς στην Ελλάδα.
Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς τους σκοπούς των αλβανικών ενεργειών και το κλίμα που ήθελε να καλλιεργήσει ενόψει της επίσκεψης της Επιτροπής στην Αλβανία. Παράλληλα, οι βόρειοι γείτονες της Ελλάδας εξέφρασαν έντονες επιφυλάξεις για την αποστολή και τους σκοπούς της Επιτροπής και δήλωναν ότι δεν θα αναγνώριζαν τα πορίσματά της. Για την επιτέλεση του σκοπού αυτού και προκειμένου να μεταστρέψουν το κλίμα κατά της Ελλάδας, σκηνοθέτησαν τη δίκη των Σκοπίων στις αρχές Φεβρουαρίου του 1947, όπου η Ελλάδα βρέθηκε κατηγορούμενη μαζί με τη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υποστήριζαν Αλβανούς τρομοκράτες στις προσπάθειές τους να ανατρέψουν με την ισχύ των όπλων το καθεστώς στην Αλβανία.
Στις αρχές Απριλίου 1949, η ελληνική κυβέρνηση με υπόμνημά της προς τις Δυτικές Δυνάμεις διατύπωνε την ανάγκη μιας κοινής συμμαχικής ναυτικής απόβασης στην Αλβανία με στόχο την εξόντωση των ανταρτικών βάσεων στο εσωτερικό της χώρας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν με τις ελληνικές προσβλέψεις, παρότι η ελληνική πρόταση δεν έπαυε να είναι δελεαστική για τη Δύση. Φυσικά, μια εισβολή στην Αλβανία θα προκαλούσε την αναπόφευκτη αντίδραση της Μόσχας και μπορούσε να τινάξει στον αέρα όλη την υπόθεση της Ελλάδας και του Εμφυλίου. Το ελληνικό μνημόνιο, ωστόσο, με το προκλητικό του περιεχόμενο, προξένησε ποικίλα σχόλια στον δυτικό τύπο, ο οποίος επιδόθηκε σε δημοσιεύσεις περί διανομής της Αλβανίας μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Ελλάδας.
Η λήξη του Ελληνικού Εμφυλίου στα τέλη Αυγούστου 1949 και η μαζική φυγή των Ελλήνων αγωνιστών προς την Αλβανία άλλαζε το σκηνικό στη βαλκανική χερσόνησο και ιδίως την ισορροπία των σχέσεων των δυο χωρών. Παρά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού και την υποχώρησή του στην Αλβανία, η ελληνική κυβέρνηση φοβόταν ότι οι ανταρτικές δυνάμεις μπορούσαν και πάλι να εισέλθουν στην Ελλάδα και να αρχίσουν τον ένοπλο αγώνα. Γι' αυτό στις 11 Σεπτεμβρίου ο υπουργός Πολέμου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, προειδοποίησε αυστηρά την Αλβανία ότι η επανάληψη παροχής βοήθειας προς τον Δημοκρατικό Στρατό θα προκαλούσε την ελληνική στρατιωτική επέμβαση με στόχο την καταστροφή των ανταρτικών βάσεων στην Αλβανία.
Στο πλαίσιο αυτό, δηλαδή των εξελίξεων του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου, ο οποίος ξεπερνούσε κατά πολύ τα στενά ελληνικά πράγματα και προσλάμβανε διεθνείς διαστάσεις, οι ελληνοαλβανικές σχέσεις παρουσιάζονται εύθραυστες και προβληματικές. Η Ελλάδα διεκδικούσε σθεναρά τη Βόρειο Ήπειρο, ως κύρια συνιστώσα της εξωτερικής της πολιτικής, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ενστερνίζονταν τις ελληνικές βλέψεις. Τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Μεγάλη Βρετανία, επιθυμούσαν ένα άλλο πολιτικό καθεστώς στην Αλβανία, έστω και παρόμοιο με αυτό του Τίτο, αλλά επ' ουδενί τον διαμελισμό της χώρας. Η πολιτική τους περιοριζόταν στην ανατροπή του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία αλλά μέχρι εκεί. Μάλιστα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενίοτε, παρέμβαιναν κατευναστικά προς εξομάλυνση των διμερών σχέσεων (1945, 1947, 1949) και η Αλβανία αποδεχόταν διστακτικά την αμερικανική προτροπή, ενώ η Ελλάδα την απέρριπτε.
0 .