Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 23 Σεπ 2022, 08:41
Η τύχη των αμάχων (β' μέρος)
Σύμφωνα με τις στατιστικές που συνέλεξε η κυβέρνηση Καποδίστρια, από τους 42.740 μουσουλμάνους που ζούσαν στον Μοριά το 1821, μια χούφτα μόνο απέμεναν εκεί επτά χρόνια αργότερα. (Τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά στην Αττική, την Εύβοια και την κεντρική Ελλάδα, όπου είχαν επιζήσει οι μισοί από τους υπολογιζόμενους 13.360, ή στη δυτική Ρούμελη, όπου απέμεναν 4.470 από τους 5.445.) Μαζί με τους μουσουλμάνους κατοίκους, εξαφανίστηκαν και τα υλικά ίχνη της ύπαρξής τους στον Μοριά: μια πρόσφατη καταγραφή της οθωμανικής αρχιτεκτονικής που σώζεται στην Ελλάδα επισημαίνει μόλις 15 άξια λόγου κτίρια σε αυτό το γεωγραφικό διαμέρισμα, από τα σχεδόν 200 που υπάρχουν συνολικά στη χώρα. Το οθωμανικό παρελθόν ξεριζώθηκε ολοσχερώς στην Πελοπόννησο, περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού. Ένα γενικότερο πρόβλημα είναι ότι, από τις ιστορίες της ελληνικής επανάστασης γενικά και του Μοριά ειδικότερα, απουσιάζει η οθωμανική διάσταση. Σε πολλά ιστορικά έργα γραμμένα τον 20ο αιώνα είναι σαν να μην έζησαν ποτέ μουσουλμάνοι εκεί. Αυτό δεν ίσχυε στην πρώτη γενιά Ελλήνων απομνημονευματογράφων, που άλλωστε είχαν όλοι τους μεγαλώσει σε οθωμανικό περιβάλλον: δεν είναι παράξενο ότι οι αναμνήσεις του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου και του Δεληγιάννη είναι κατάστικτες από μουσουλμανικά ονόματα και τουρκικές φράσεις. Για τις κατοπινές γενιές όμως τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, και μόνο η εμφάνιση των οθωμανικών σπουδών στην Ελλάδα τα τελευταία είκοσι με τριάντα χρόνια έκανε τους ιστορικούς να στρέψουν την προσοχή τους στην τότε ζωή των μουσουλμάνων.
Τον καιρό εκείνο, αυτοί που κατέγραψαν πιο άμεσα και συγκινητικά το τέλος του οθωμανικού Μοριά ήταν οι ανώνυμοι Έλληνες χωρικοί. Ο προνομιακός ρόλος που έπαιζαν οι γυναίκες των χωριών στη μνημόνευση των νεκρών όταν ένα γνώρισμα της νεότερης ελληνικής κοινωνίας, όπως ήταν και της αρχαίας. Γι' αυτό, ένα από τα λίγα θέματα που έκαναν δικό τους οι γυναίκες ήταν το νεκρικό μοιρολόι, και οι μουσουλμάνοι νεκροί, όπως και τα βάσανα εκείνων που άφηναν πίσω τους, δεν εξαιρούνταν από το είδος. Ένα τραγούδι της εποχής φαντάστηκε τις μουσουλμάνες της καλής κοινωνίας του κατεστραμμένου Λάλα, «τις καλομαθημένες, που δεν καταδεχόντανε τη γης να την πατήσουν, πoφόρηγαν χρυσά σκουτιά και κόκκινα σαλβάρια», αιχμάλωτες τώρα, να «φέρνουν βαρέλια με νερό και ξύλα ζαλωμένες». Η είδηση του σκοτωμού του Κιαμήλμπεη, του πιο ισχυρού και πλούσιου μουσουλμάνου προκρίτου της περιοχής, έγινε σχεδόν αμέσως δημοτικό τραγούδι. Ο Κιαμήλμπεης, που είχε πιαστεί όμηρος στην Τριπολιτσά κι από τότε όλο τον πλεύριζαν οι Έλληνες πρόκριτοι και οπλαρχηγοί αποβλέποντας στα αμύθητα πλούτη του, είχε κάποτε δικά του δεκάδες χωριά, οι δε τέσσερις ιππήλατες άμαξές του, ζωγραφισμένες στο χέρι, ήταν για τους χωριάτες ένα θαύμα της ευρωπαϊκής τεχνολογίας σε μια χώρα που δεν είχε δρόμους. Το καλοκαίρι του 1822, καθώς πλησίαζε ο στρατός του Δράμαλη, ο μπέης δολοφονήθηκε στο κάστρο της γενέτειράς του, της Κορίνθου, όπου κρατούνταν, παίρνοντας μαζί του στον τάφο το μυστικό του κρυμμένου θησαυρού του:
Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα δερβένια Πήραν και την Τριπολιτσάν, την ξακουσμένην χώραν. Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, πολλές εμιροπούλες Κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιον τον Κιαμίλην. Πού είσαι και δεν φαίνεσαι, καμαρωμέν' αφέντης Ήσουν κολόνα στον Μωρεάν, και φλάμπουρον στην Κόρθoν, Ήσουν και 'ς την Τριπολιτσάν πύργος θεμελιωμένος.
Το ανώνυμο αυτό μοιρολόι, που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1824, πρέπει να συντέθηκε λίγο μετά τον θάνατο του Κιαμήλμπεη: τα λόγια σώζονται ως δημοτικό τραγούδι, εις μνήμην μιας χαμένης ελίτ. Στη διάρκεια του πολέμου, μεγάλο μέρος της οθωμανικής Κορίνθου κατακάηκε, μαζί με τα τζαμιά, τους δερβίσικους τεκέδες και τα λουτρά, που είχαν σημαδέψει την αναζωογόνηση της τον 18ο αιώνα. Το μεγαλόπρεπο σαράι του Κιαμήλμπεη, που δέσποζε πάνω από τον κόλπο με το χωριστό του χαρεμλίκι, το λουτρό και το πυργωτό μπελβεντέρε του μέσα σε περιτειχισμένους κήπους, καταστράφηκε με διαταγή του Παπαφλέσσα την άνοιξη του 1821. Το μόνο που μένει για να θυμίζει στους σημερινούς επισκέπτες τον μπέη και την οικογένειά του είναι ένα σεμνό ερείπιο, ένα δίπατο πυργόσπιτο με σκουριασμένο σιδερένιο κιγκλίδωμα, σκαρφαλωμένο στη χορταριασμένη πλαγιά, πάνω από μια στάση λεωφορείου στην παραλιακή οδό που εκτείνεται προς τα δυτικά κατά μήκος του Κορινθιακού.
Όσοι μουσουλμάνοι –αδύνατον να πει κανείς πόσοι– κατάφεραν να βγουν ζωντανοί από το πρώτο κύμα του πολέμου στον Μοριά τις περισσότερες φορές κρατήθηκαν όμηροι για να εξαγοραστούν με λύτρα, να πουληθούν ή να ανταλλαχθούν. Πολλοί μπήκαν αργότερα στη δούλεψη των Ελλήνων σαν υπηρέτες, μουλαράδες ή εργάτες στα κτήματα. Μια «Αράβισσα» φρόντιζε πιστά τα παιδιά ενός προκρίτου του χωριού σε όλο τον πόλεμο, ώσπου τα έφερε στο ασφαλές Ναύπλιο. Κάποιοι λίγοι μουσουλμάνοι –Αλβανοί οι περισσότεροι– πολέμησαν όντως στο πλευρό των Ελλήνων. Ο Μουσταφά Γκέκας έγινε αρχηγός μιας «οθωμανικής» λεγόμενης μονάδας μερικών δεκάδων μουσουλμάνων, Αλβανών κυρίως, από κωμοπόλεις της κεντρικής Ελλάδας όπως η Θήβα και η Λιβαδειά. Ο σημαιοφόρος του Πλαπούτα ήταν ένας γεροδεμένος Τούρκος αφοσιωμένος στον καπετάνιο του. Ο γιατρός του Ανδρούτσου και του βίαιου πρωτοπαλίκαρού του, του Ιωάννη Γκούρα, ήταν ένας μουσουλμάνος χειρουργός από το Ταλάντι (Αταλάντη), που παρέμεινε στην Ακρόπολη με τους Έλληνες ακόμη κι όταν πολιορκήθηκαν από τους Οθωμανούς το 1826-27.
Η οικονομία των λύτρων ήταν αναπόσπαστο τμήμα των πολεμικών επιχειρήσεων και τα αιχμάλωτα μέλη της οθωμανικής ελίτ κρατούνταν ως επένδυση, γιατί μπορούσαν ν' αποφέρουν μεγάλα ποσά ή να ανταλλαχθούν με χριστιανούς κρατούμενους αλλού. Όταν, λόγου χάρη, έπεσε η πρώτη πόλη, η Καλαμάτα, ο Πετρόμπεης κράτησε όμηρο τον βοεβόδα, σκεπτόμενος σίγουρα τον γιο του που ήταν φυλακισμένος στην Τριπολιτσά. Όταν πάρθηκε η Τριπολιτσά, ο πρόκριτος Κοντάκης μάς λέει ότι «έσωσε σαράντα πέντε ψυχές», που τις χρησιμοποίησε αργότερα παζαρεύοντας για χριστιανούς. Ο Κασομούλης κράτησε δύο ομήρους, προκειμένου να πάρει πίσω τη μάνα και τις αδερφές του, που είχαν πουληθεί σκλάβες στον βορρά.
Τις μουσουλμάνες τις κρατούσαν και γι' άλλους λόγους. Ο Γεώργιος Σισίνης, ένας από τους ισχυρότερους προεστούς της δυτικής Πελοποννήσου, είχε ένα χαρέμι από αιχμάλωτες, και δεν ήταν ο μόνος. Κάποιες γυναίκες μπόρεσαν να δημιουργήσουν στενότερους, πιο ισότιμους δεσμούς με Έλληνες άντρες. Η κόρη ενός πασά αλλαξοπίστησε κι έγινε γυναίκα του Ρήγα Παλαμήδη, του γραμματέα της Πελοποννησιακής Γερουσίας, πολιτικού με αρκετή ισχύ κι επιρροή. Μια άλλη γνωστή περίπτωση ήταν εκείνη της κοπέλας από την Τριπολιτσά που την έλεγαν Ζαφείρα αυτή κατέληξε στο πλευρό του αρματολού Καραϊσκάκη, ο οποίος την έπαιρνε συνέχεια μαζί του και της άφησε ένα σημαντικό ποσό στη διαθήκη του όταν πέθανε το 1827. Ντυμένη με αντρικά ρούχα, είχε εντυπωσιακή θωριά. «Κουβαλούσε στον δεξή της ώμο ένα ελαφρύ ελληνικό μουσκέτο και στο σελάχι της δυο κουμπούρες κι ένα γιαταγάνι», σημείωσε με θαυμασμό ένας Εγγλέζος. «Κανένας κίνδυνος, οσοδήποτε μεγάλος, δεν την κρατούσε μακριά από το πεδίο της μάχης, και παρόλο που δεν πολεμούσε, δεν λογάριαζε τη ζωή της όταν ακολουθούσε τον κύριό της». Απέκτησε νέο όνομα, Μαριγώ, αλλά δεν ήταν κανένα μυστικό η καταγωγή της.
Πιστοί ή όχι, οι μουσουλμάνοι αυτοί και των δύο φύλων ήταν τα σκόρπια λείψανα της άλλοτε ηγέτιδας κάστας της περιοχής, και πολλοί θα ονειρεύονταν να αποδράσουν, ιδίως όσοι κρατούνταν σαν σκλάβοι. Δύο κατάφεραν να επιβιβαστούν σ' ένα αυστριακό σκάφος στο Ναύπλιο, παριστάνοντας τους χριστιανούς και ντυμένοι ελληνικά. Όταν τους έπιασαν, η αστυνομία συνέστησε να τους περάσουν αλυσίδα στον λαιμό και να τους βάλουν να σκουπίζουν τους δρόμους. Ένας θιγόμενος ιδιοκτήτης από την Ύδρα ζήτησε βοήθεια για να εντοπίσει τον Τούρκο μουλαρά του, ένα «παιδί» μεταξύ δεκαεφτά και είκοσι χρονών που άκουγε στο όνομα «Γιώργος» κι είχε υπηρετήσει αρκετά χρόνια τον κύριό του προτού το σκάσει με κάποια λεφτά, με τη βοήθεια δύο αντρών από τη Ρούμελη. Αλλά η απόδραση χωρίς τη βοήθεια χριστιανών ήταν δύσκολη κι επικίνδυνη, είτε από τη θάλασσα είτε από τη στεριά, γιατί όποιον μουσουλμάνο έβρισκε κανείς να ταξιδεύει μόνος του μπορούσε να τον ληστέψει ή να τον σκοτώσει ατιμωρητί σαν κατάσκοπο.
Μια άλλη λύση ήταν η βάπτιση, ιδίως ως προκαταρτικό βήμα του γάμου, και ο Ρήγας Παλαμήδης δεν ήταν ο μόνος Έλληνας που βρήκε γυναίκα με αυτό τον τρόπο· ο οπλαρχηγός Νικόλαος Κριεζώτης και ο Σέρβος μαχητής Χατζή Χρήστος, που είχε έρθει αρχικά στον Μοριά στην υπηρεσία του Χουρσίτ πασά, πήραν επίσης μουσουλμάνες γυναίκες που είχαν βαπτιστεί. Αλλά η δυνατότητα της βάπτισης θορύβησε κάποιους Έλληνες, και στην πρώτη ελληνική βουλή έγινε μεγάλη συζήτηση για το αν έπρεπε να τεθεί ένα όριο ηλικίας για όσους ήθελαν να γίνουν χριστιανοί. Το φιλελεύθερων τάσεων Βουλευτικό, προσβλέποντας στη βάπτιση ως μια λύση στην αυθαίρετη βία κατά των μουσουλμάνων, που ήξερε ότι έβλαπτε την ελληνική υπόθεση, ήθελε να την επιτρέψει για όλες τις ηλικίες. Το Εκτελεστικό όμως ανησυχούσε: τι θα εμπόδιζε τότε, ρωτούσε, τον Κιαμήλμπεη ή όποια άλλα μέλη της μουσουλμανικής ελίτ ν' αλλάξουν θρήσκευμα, να ζητήσουν πίσω την περιουσία τους και να καταστούν σημαντική δύναμη μέσα στην ίδια την ελληνική πλευρά; Τελικά όλο αυτό δεν αποτέλεσε ποτέ σοβαρό πρόβλημα, μολονότι ανέκυψε και πάλι για λίγο με το τέλος του πολέμου, όταν κάποιοι μουσουλμάνοι που βαπτίστηκαν χριστιανοί άρχισαν να απαιτούν την επιστροφή των περιουσιών τους.
1 .