Ο σύγχρονος κόσμος και η θέση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημαΟι αντεπαναστατικές ανατροπές των τελευταίων 30 χρόνων δεν αλλάζουν το χαρακτήρα της εποχής
μας. Η σημερινή περίοδος, μεγάλης υποχώρησης του διεθνούς εργατικού κινήματος, είναι ιστορικά
προσωρινή.
Ζούμε στην εποχή της αναγκαιότητας για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο
σοσιαλισμό, αφού είναι ώριμες οι υλικές προϋποθέσεις για τη σοσιαλιστική οργάνωση της
παραγωγής και της κοινωνίας. Απορρέει από την ωρίμανση του κοινωνικού χαρακτήρα της
εργασίας και την όξυνση της αντίθεσής του με την καπιταλιστική ιδιοκτησία. Αυτή η αντίφαση έχει
φέρει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής σε πλήρη αντίθεση με τις σύγχρονες κοινωνικές
ανάγκες. (Aυτό βέβαια το έλεγαν οι μαρξιστές-λενινιστές και πριν απο 100 χρόνια)Η ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων δεν καθορίζεται από το συσχετισμό δυνάμεων.
Το ιστορικό πισωγύρισμα στην ανάπτυξη της ταξικής πάλης συνοδεύεται από μαζική είσοδο
φτηνής εργατικής δύναμης στη διεθνή καπιταλιστική αγορά (από Ασία, Αφρική, Λατινική Αμερική,
Αν. Ευρώπη κ.λπ.), απαξίωση της εργατικής δύναμης στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές
οικονομίες (χώρες ΟΟΣΑ), καθώς και από την εκδήλωση σε αυτές και γενικευμένης απόλυτης
εξαθλίωσης της εργατικής τάξης, την ένταση της επίθεσης του κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα.
Με τη βαθιά κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου του 2008 - 2009, που σε αρκετές καπιταλιστικές
οικονομίες ουσιαστικά δεν ξεπεράστηκε, έγινε πιο φανερή η τάση σημαντικών αλλαγών στο
συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, υπό την επίδραση του νόμου της ανισόμετρης
καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτή η τάση αφορά και τις ανώτερες βαθμίδες της ιμπεριαλιστικής
πυραμίδας.
Οι ΗΠΑ παραμένουν η πρώτη οικονομική δύναμη, αλλά με σημαντική μείωση του μεριδίου τους
στο Παγκόσμιο Ακαθάριστο Προϊόν. Μέχρι το 2008, η Ευρωζώνη συνολικά διατηρούσε τη δεύτερη
θέση στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, θέση που έχασε μετά την κρίση. Ηδη η Κίνα έχει αναδειχθεί
σε δεύτερη οικονομική δύναμη, έχει ισχυροποιηθεί η συμμαχία BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία,
Κίνα, Νότια Αφρική) στις διεθνείς καπιταλιστικές ενώσεις, όπως το ΔΝΤ, το G-20. Η αλλαγή στο
συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών επιφέρει αλλαγές και στις μεταξύ τους συμμαχίες,
αφού οξύνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για τον έλεγχο και το ξαναμοίρασμα εδαφών και
αγορών, ζωνών οικονομικής επιρροής, κυρίως ενεργειακών και πλουτοπαραγωγικών πηγών,
δρόμων μεταφοράς εμπορευμάτων.
Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, που οδήγησαν στο παρελθόν σε δεκάδες τοπικούς,
περιφερειακούς και σε δύο παγκόσμιους πολέμους, συνεχίζουν να οδηγούν σε σκληρές
συγκρούσεις, οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές, ανεξάρτητα από τη σύνθεση ή ανασύνθεση,
τις αλλαγές στη δομή και στο πλαίσιο στόχων διεθνικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων, τη λεγόμενη
νέα «αρχιτεκτονική» τους. Άλλωστε, «ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα»,
ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και σημαντικών αλλαγών στο
συσχετισμό των δυνάμεων του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος, όπου το ξαναμοίρασμα των
αγορών σπανίως γίνεται αναίμακτα.
Η περιοδική εκδήλωση των κρίσεων υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου θέτει σε δοκιμασία τη συνοχή
της Ευρωζώνης, ως νομισματικής ένωσης οικονομιών κρατών - μελών με βαθιές ανισομετρίες στην
ανάπτυξη και διάρθρωση της βιομηχανικής παραγωγής, στην παραγωγικότητα και τη θέση τους
στην ευρωενωσιακή και στη διεθνή αγορά.
Η τάση ενδυνάμωσης της αλληλεξάρτησης των οικονομιών των κρατών στο διεθνές ιμπεριαλιστικό
σύστημα
δεν οδηγεί σε υποχώρηση του ρόλου του αστικού κράτους, όπως ισχυρίζονται οι διάφορες
θεωρητικές παραλλαγές της «παγκοσμιοποίησης».
Σε κάθε περίπτωση, το μέλλον της ΕΕ και της Ευρωζώνης δεν καθορίζεται μόνο από τα
ιμπεριαλιστικά σχέδια, γιατί οι αντιθέσεις έχουν τη δική τους δυναμική. Οποιαδήποτε επιλογή της
αστικής διαχείρισης θα έρχεται σε σύγκρουση με τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα σε όλα τα
κράτη - μέλη της Ευρωζώνης.
Η κρίση ανέδειξε ακόμα πιο έντονα τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος.
Οξύνονται
οι αντιφάσεις και οι δυσκολίες της αστικής πολιτικής διαχείρισης της κρίσης και γενικότερα της
δυσκολίας για πέρασμα σε νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου.
(και αυτό σαν να το έλεγαν οι μαρξιστές-λενινιστές και πριν απο 100 χρόνια)Ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του, σε ενδιάμεση
θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρές ανισότιμες εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την
ΕΕ.
Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του 1980 επιτάχυνε την προσαρμογή
της στη δυτικοευρωπαϊκή αγορά, διαδικασία που συνεχίστηκε με την ένταξή της στην ΕΕ το 1991
και στην Ευρωζώνη το 2001. Με τη συμμετοχή στις αναδιαρθρώσεις της ΕΕ και του ΝΑΤΟ και
άλλων ιμπεριαλιστικών διακρατικών συμμαχιών, το ελληνικό καπιταλιστικό κράτος εντάχθηκε πιο
οργανικά στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Αρχικά, η αστική τάξη της Ελλάδας επωφελήθηκε από την αντεπαναστατική ανατροπή στις
γειτονικές βαλκανικές χώρες και από την ένταξη στην ΕΕ, πέτυχε σημαντική συσσώρευση και
εξαγωγή κεφαλαίων σε άμεσες επενδύσεις που συνέβαλαν στην ισχυροποίηση ελληνικών
επιχειρήσεων και μονοπωλιακών ομίλων.
Οι εξαγωγές κεφαλαίων επεκτάθηκαν και σε Τουρκία, Αίγυπτο, Ουκρανία, Κίνα, αλλά και
Βρετανία, ΗΠΑ και σε άλλες χώρες. Συμμετείχε ενεργά σε όλες τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και
πολέμους, όπως ενάντια στη Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στη Λιβυή κ.α.
Τη δεκαετία που προηγήθηκε από την εκδήλωση της εξελισσόμενης κρίσης, η ελληνική οικονομία
διατήρησε σημαντικά υψηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ από τον αντίστοιχο της ΕΕ και
της Ευρωζώνης, χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά η θέση της σε αυτήν. Όμως αναβάθμισε τη θέση της
στα Βαλκάνια.
Μετά την εκδήλωση της κρίσης, επιδεινώθηκε η θέση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας
στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, της ΕΕ και γενικότερα της διεθνούς ιμπεριαλιστικής πυραμίδας,
γεγονός που δεν αναιρεί ότι η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ - ΕΕ εξυπηρέτησε τα πιο δυναμικά
τμήματα του εγχώριου μονοπωλιακού κεφαλαίου και συνέβαλε στη θωράκιση της πολιτικής του
εξουσίας.
Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, οι οικονομικοπολιτικές και πολιτικοστρατιωτικές εξαρτήσεις
από την ΕΕ και τις ΗΠΑ περιορίζουν τα περιθώρια αυτοτελών ελιγμών της αστικής τάξης της
Ελλάδας, καθώς όλες οι συμμαχικές σχέσεις του κεφαλαίου διέπονται από τον ανταγωνισμό, την
ανισομετρία και συνεπώς την πλεονεκτική θέση του ισχυρότερου, διαμορφώνονται ως σχέσεις
ανισότιμης αλληλεξάρτησης.
Οι ενδοαστικές αντιθέσεις μέχρι τώρα δεν αναιρούν τη στρατηγική επιλογή ένταξης στο ΝΑΤΟ και
την ΕΕ, αν και εξελίσσεται αντιφατικά η συμπόρευση μέσα στην Ευρωζώνη, ενώ ταυτόχρονα
ενισχύεται και η τάση ενδυνάμωσης των σχέσεων με άλλα κέντρα (ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα).
Μεγαλώνουν οι κίνδυνοι στην ευρύτερη περιοχή, από τα Βαλκάνια έως τη Μέση Ανατολή, για
γενικευμένο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και εμπλοκή της Ελλάδας.
Η πάλη, για την υπεράσπιση των συνόρων, των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, από τη
σκοπιά της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, είναι αναπόσπαστη από την πάλη για την
ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου. Δεν έχει καμία σχέση με την υπεράσπιση των σχεδίων του
ενός ή άλλου ιμπεριαλιστικού πόλου, της κερδοφορίας του ενός ή του άλλου μονοπωλιακού
ομίλου.