Οι Σεφαραδίτες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης
Για λόγους κατανοητούς, μετά το Ολοκαύτωμα και την ίδρυση του Ισραήλ, γίνεται συχνά το λάθος να αποδίδεται εκ των υστέρων και αναδρομικά στους Εβραίους της Ελλάδας μία ομοιογένεια που δεν είχαν. Αν αγνοηθούν ιδιαίτερες αλλά ολιγάνθρωπες κοινότητες (όπως της Κέρκυρας), υπήρχαν κατά βάση δύο εντελώς διαφορετικές εβραϊκές μειονότητες: μία θρησκευτική και μία εθνική.
Θρησκευτική μειονότητα αποτελούσαν οι αφομοιωμένοι Έλληνες Εβραίοι ή Ισραηλίτες, στην Παλαιά Ελλάδα (και στα Ιωάννινα). Από τους συμπολίτες τους, δεν διακρίνονταν παρά μόνο στο θρήσκευμα και (συνήθως) στο ονοματεπώνυμο. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η κατάσταση των Σεφαραδιτών Εβραίων στη Βόρεια Ελλάδα και ιδίως στη Θεσσαλονίκη, όπου ήταν συγκεντρωμένη η μεγάλη τους πλειονότητα (86%). Στο πλαίσιο του ελληνικού κράτους, δεν αποτελούσαν απλώς εθνοτική ομάδα, με ιδιαίτερη γλώσσα (την ισπανοεβραϊκή) και πολιτισμό, αλλά και εθνική μειονότητα.
Ο χαρακτηρισμός τους ως εθνικής μειονότητας πηγάζει από δύο αδιαμφισβήτητα και συμπληρωματικά δεδομένα: την ταύτιση με τον εβραϊκό εθνικισμό και την απόρριψη του ελληνικού. Η πλειοψηφία τους ακολουθούσε τον εβραϊκό εθνικισμό, δηλαδή τον σιωνισμό, σε διάφορες εκδοχές και αποχρώσεις. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η πλειοψηφία τους που απέρριπτε τον ελληνικό εθνικισμό και την αφομοίωση στο ελληνικό κράτος, αν στους σιωνιστές προστεθούν οι σοσιαλιστές (από το 1924 κομμουνιστές). Οι οπαδοί της αφομοίωσης, επονομαζόμενοι «Μετριοπαθείς» (Modérés), παρέμειναν μικρή μειοψηφία μέχρι το τραγικό τέλος. Στις κοινοτικές εκλογές του 1926, από τις 70 συνολικά έδρες οι σιωνιστές κέρδισαν 40 (57%). Στο απόγειο της δύναμής τους, οι σιωνιστές συγκέντρωσαν 64% των ψήφων στις κοινοτικές εκλογές του 1930, ενώ οι κομμουνιστές 16% και οι «Μετριοπαθείς» μόλις 14%. Η Εφημερίς των Βαλκανίων συμπέρανε τότε ότι «εξακολουθεί εις την πλειοψηφίαν του ισραηλιτικού στοιχείου να κυριαρχή το πνεύμα του στενού φανατισμού, ενώ το αφομοιωτικόν τοιούτον δεν κερδίζει έδαφος». Παρά τη μείωση της σιωνιστικής πλειοψηφίας το 1934, οι οπαδοί της αφομοίωσης και πάλι δεν ξεπέρασαν το 19%.
Η εβραϊκή Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ού αιώνα ήταν μία πλήρης σύγχρονη εβραϊκή κοινωνία – ίσως η μοναδική τότε σ' ολόκληρο τον κόσμο. Μόνο έτσι γίνεται κατανοητή η προσκόλληση της μειονότητας σ' αυτό το πρόσφατα χαμένο παρελθόν και η άρνησή της να αποδεχθεί την ελληνική κατάκτηση το 1912 ως τετελεσμένο και αμετάκλητο γεγονός, στο οποίο όφειλε πλέον να προσαρμοστεί. Από το 1912 άρχισε μία ακατάσχετη παρακμή, που συνοδεύτηκε από αλλεπάλληλα κύματα μετανάστευσης, στην Παλαιστίνη και αλλού. Μέχρι το 1940, ο εβραϊκός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης είχε μειωθεί σε 50.000 περίπου. Αντιπροσώπευε πλέον μόλις ένα πέμπτο του πληθυσμού της πόλης όπου άλλοτε ήταν πλειοψηφία.
Καίριο πλήγμα για τους Εβραίους υπήρξε προπαντός η συρρίκνωση του οικονομικού ρόλου της Θεσσαλονίκης, μετά τη χάραξη νέων κρατικών συνόρων το 1913, που την απέκοψαν από την ευρύτερη μέχρι τότε ενδοχώρα της. Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 τερμάτισε βίαια τη συμπαγή εβραϊκή παρουσία στην καρδιά της πόλης. Με την ανοικοδόμηση, όπως σχεδιάστηκε, σχεδόν ο μισός εβραϊκός πληθυσμός εκτοπίστηκε από το κέντρο σε περιφερειακούς συνοικισμούς (παρόμοιους με τους προσφυγικούς).
Μέχρι το 1920, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης μπορούσαν ακόμη να ελπίζουν ότι η τύχη της πόλης τους δεν είχε κριθεί οριστικά και να προωθούν (σε διεθνές επίπεδο) σχέδια που αποσκοπούσαν στην απόσπασή της από την ελληνική κυριαρχία. Μετά το 1923, ωστόσο, δεν υπήρχε πλέον έδαφος για παρόμοιες ελπίδες και σχέδια. Αντίθετα μάλιστα, ο ερχομός των προσφύγων ολοκλήρωσε τον αμετάκλητο «εξελληνισμό» της οθωμανικής Θεσσαλονίκης.
Η σύγκρουση των προσφύγων με τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ξεπέρασε σε σφοδρότητα κάθε ανάλογη περίπτωση σύγκρουσής τους με άλλες εθνικές μειονότητες ή και γενικότερα με γηγενείς. Πολλοί παράγοντες συνέβαλαν σ’ αυτό. Ως υλικό έπαθλο, ο έλεγχος της οικονομικής ζωής της Θεσσαλονίκης δεν μπορεί βέβαια να συγκριθεί με τη διεκδίκηση χωραφιών και βοσκοτόπων, όπως αλλού. Οι Εβραίοι δεν διέθεταν ούτε την προστασία όμορου κράτους, ούτε δυνατότητες ένοπλης βίας (όπως οι Τσάμηδες). Στην περίπτωσή τους, ο επιθετικός εθνικισμός των προσφύγων τροφοδοτήθηκε και από την απύθμενη δεξαμενή του παραδοσιακού αντισημιτισμού. Το αστικό περιβάλλον ευνόησε την ανάπτυξη και τη δράση μαζικού αντισημιτικού κινήματος, με αιχμή του δόρατος την ΕΕΕ. Τέλος, η Μακεδονία, εγκυρότερη Βενιζελική εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, με διευθυντή τον βουλευτή Πέτρο Ξ. Λεβαντή, θεώρησε εξαρχής την παρουσία και τη στάση των Εβραίων της πόλης εμπόδιο στην εμπέδωση της ελληνικής κυριαρχίας μετά το 1912. Δεν έπαψε να τους επιτίθεται και να τους απειλεί με κάθε αφορμή, αναμιγνύοντας τον ακραίο εθνικισμό με τον αντισημιτισμό. Διέθετε μάλιστα ένα σημαντικό προπαγανδιστικό πλεονέκτημα απέναντί τους. Ο εβραϊκός τύπος εκδιδόταν αποκλειστικά στην ισπανοεβραϊκή (Ladino) ή στη γαλλική γλώσσα. Κατά συνέπεια, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων μπορούσε να πληροφορηθεί τα γραφόμενά του μόνο από τις ελληνικές εφημερίδες και προπαντός μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της Μακεδονίας.
Έπειτα από αλλεπάλληλα επεισόδια, αποκορύφωμα της σύγκρουσης υπήρξε ένα κανονικό πογκρόμ τον Ιούνιο του 1931, που κατέληξε στον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ. Το έναυσμα έδωσε η εφημερίδα Μακεδονία καταγγέλλοντας ότι, έναν χρόνο νωρίτερα στη Σόφια, αντιπρόσωπος της σιωνιστικής αθλητικής οργάνωσης «Μακαμπή» από τη Θεσσαλονίκη είχε πάρει μέρος αδιαμαρτύρητα σε εκδηλώσεις όπου η αντίστοιχη οργάνωση της Βουλγαρίας υποστήριξε τις βουλγαρικές βλέψεις για την ελληνική Μακεδονία. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν από την εβραϊκή πλευρά δεν θεωρήθηκαν επαρκείς. Τρεις μέρες αργότερα, η εφημερίδα επανήλθε με απειλητικό ύφος τυπικά φασιστικό:
Ημπορεί οι Έλληνες να είμεθα ανεκτικοί, αλλά δεν είμεθα και μέχρι βαθμού ηλιθιότητος. Ημπορεί να συγχωρώμεν διαφόρους άλλας παρεκτροπάς, δεν δυνάμεθα όμως να επιτρέψωμεν όπως εις τον τόπον αυτόν δρουν ανενόχλητοι διάφοροι τύποι υπονομεύοντες την ακεραιότητα του Κράτους μας. Έχομεν την απόφασιν να εκκαθαρίσωμεν τους λογαριασμούς μας με τους κακούς Ισραηλίτας, που μας παρανοούν. Ευχόμεθα οι τελευταίοι να μετρώνται εις τα δάκτυλα. Αλλά και αν είναι περισσότεροι η εκκαθάρισις θα γίνη.
Η εμπρηστική αρθρογραφία της Μακεδονίας ξεσήκωσε την ΕΕΕ και άλλες εθνικιστικές οργανώσεις, ιδίως εφέδρων αξιωματικών και υπαξιωματικών, αλλά και φοιτητών, όπως η Εθνική Παμφοιτητική Ένωσις (ΕΠΕ) της Θεσσαλονίκης, που κυκλοφόρησε δικό της κατηγορητήριο είκοσι σημείων κατά των Εβραίων. Όλοι αυτοί «απεφάσισαν να τιμωρήσουν τους κακοποιούς συμπολίτας», όπως ανακοίνωνε τίτλος της Μακεδονίας. Στις 24 Ιουνίου επιτέθηκαν στα γραφεία της «Μακαμπή» και τραυμάτισαν στελέχη της που βρίσκονταν εκεί. Ύστερα από σειρά άλλων επεισοδίων, η Μακεδονία έριξε ξανά λάδι στη φωτιά στις 29 Ιουνίου, διαστρεβλώνοντας τα μέτρα αυτοάμυνας των Εβραίων (που είχαν οπλιστεί κυρίως με ρόπαλα) με τον πηχυαίο τίτλο: «Οργανωθέντες εις τάγματα τραμπούκων έδωκαν χθες το σύνθημα γενικής επιθέσεως εναντίον των Ελλήνων συμπολιτών της Θεσσαλονίκης»
Ως αντίστροφο, ακριβώς, «σύνθημα γενικής επιθέσεως» ήταν προορισμένος να λειτουργήσει αυτός ο ψευδέστατος αλλά εκφοβιστικός τίτλος. Το ίδιο βράδυ, εκατοντάδες ή και χιλιάδες Έλληνες εθνικιστές επιτέθηκαν στους περιφερειακούς συνοικισμούς όπου είχε στεγαστεί η εβραϊκή φτωχολογιά μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Στον συνοικισμό Κάμπελ έβαλαν φωτιά που έκαψε 20 περίπου σπίτια, το σχολείο και το φαρμακείο, αφήνοντας 150 οικογένειες άστεγες. Οι νεκροί από τις συγκρούσεις δεν ξεπέρασαν τους δύο, αλλά οι τραυματίες ήσαν πολύ περισσότεροι (και από τις δύο πλευρές). Καθώς η κατάσταση έμοιαζε πλέον ανεξέλεγκτη, οι υπεύθυνοι της Μακεδονίας φαίνεται πως ανησύχησαν - αν μη τι άλλο, για τις δικές τους ποινικές ευθύνες. Την επομένη, η εφημερίδα τόνιζε: «Ανάγκη μεγίστη ν' αρθώμεν πάντες υπεράνω των παθών που εδημιουργήθησαν και να συμβάλω μεν διά τον κατευνασμόν. [...] Αλλά προς Θεού! Ας παύση προ παντός αυτός ο εξερεθισμός. »
Η αντιμετώπιση της εκρηκτικής κατάστασης από την κυβέρνηση Βενιζέλου υπήρξε τελείως ανεπαρκής, τόσο στη Θεσσαλονίκη όσο και στην Αθήνα, μολονότι είχε προειδοποιηθεί έγκαιρα. Στις 23 Ιουνίου, στη Βουλή, ο Εβραίος βουλευτής Μεντές Μπενσαντζή ζήτησε από τον υπουργό Εσωτερικών Κ. Λιδωρίκη να διαψεύσει επίσημα τις συκοφαντίες για τους «Μακαμπή», αλλά εκείνος το θεώρησε περιττό.
Δύο μέρες αργότερα, μετά την επίθεση στα γραφεία της οργάνωσης, ο ίδιος βουλευτής έκανε απεγνωσμένη έκκληση προ ημερησίας διατάξεως, τονίζοντας ότι οι Εβραίοι της Θεσαλονίκης ζούσαν από δύο μέρες «υπό καθεστώς πραγματικής τρομοκρατίας», ενώ οι τοπικές αρχές δεν τους προστάτευαν. Ο Βενιζέλος φάνηκε να μη συνειδητοποιεί τη σοβαρότητα και το επείγον της κατάστασης. Αποδοκίμασε γενικά τον αντισημιτισμό, όπως έκαναν και οι Τσαλδάρης, Ζαβιτζιάνος και Παπαναστασίου. Επιπλέον, ο Βενιζέλος αρνήθηκε ρητά ότι υπήρχε θέμα με την παρουσία εκπροσώπου των «Μακαμπή» Θεσσαλονίκης στη Σόφια, αποδοκιμάζοντας έμμεσα όχι μόνο τη Μακεδονία και τους άλλους οπαδούς του, αλλά και τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας Στυλιανό Γονατά. «Είναι πράγματα αυτά;» αναφώνησε. Στη συνέχεια, βάλθηκε να αντικρούσει μία-μία τις κατηγορίες εναντίον των Εβραίων που περιείχε η προκήρυξη της ΕΠΕ.[/i]
Μετά και τον εμπρησμό του Κάμπελ, το ζήτημα έφερε στη Βουλή στις 30 Ιουνίου, προ ημερησίας διατάξεως, ο Τσαλδάρης. Μίλησε για «τα επαναληφθέντα εν Θεσσαλονίκη γεγονότα μεταξύ του Ισραηλιτικού πληθυσμού και του Ελληνικού» και κατηγόρησε την κυβέρνηση Βενιζέλου για την έλλειψη προληπτικών μέτρων, μολονότι είχε προειδοποιηθεί. Ο Βενιζέλος υπερασπίστηκε τον αστυνομικό διευθυντή Θεσσαλονίκης Γ. Καλοχριστιανάκη, αλλά πρόσθεσε:
Θεωρώ όμως καθήκον μου να απευθύνω και πάλιν προς όλους εκεί, ιδίως τους Χριστιανούς το θρήσκευμα Έλληνας, μίαν έκκλησιν αλλά και προειδοποίησιν. Δεν είναι δυνατόν να παίζουν εν ου παικτοίς. Όλη δ' αυτή η αντίθεσις προεκλήθη από κατηγορίαν εντελώς ασύστατον.
«Ασύστατη» (ανυπόστατη) θεώρησε και πάλι ο Βενιζέλος την κατηγορία για την παρουσία εκπροσώπου των «Μακαμπή» Θεσσαλονίκης στη Σόφια, που ο υπουργός του είχε αρνηθεί να απορρίψει μία εβδομάδα νωρίτερα. Πιεζόμενος από τον Τσαλδάρη, ο Βενιζέλος πρόσθεσε ότι, για την αποκατάσταση της τάξης στη Θεσσαλονίκη, το Γ' Σ. Σ. είχε διαταχθεί να τεθεί στη διάθεση της αστυνομίας και εκείνη είχε διαταχθεί να κάνει χρήση των όπλων. Αλλά ήταν πια κατόπιν εορτής.
Το πογκρόμ του Κάμπελ συζητήθηκε ξανά στη Βουλή τον Δεκέμβριο του 1931, έπειτα από επερώτηση για την ΕΕΕ του Ι. Μιχαήλ, Αγροτοεργατικού βουλευτή Θεσσαλονίκης. Ο αρχηγός του Αλ. Παπαναστασίου χαρακτήρισε την ΕΕΕ «συμμορία» που έπρεπε να διαλυθεί. Την υπερασπίστηκαν, όμως, και την επαίνεσαν ο αρμόδιος υπουργός Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Στ. Γονατάς, ο (πρόσφυγας) υπουργός Προνοίας Λ. Ιασονίδης και άλλοι.
Ο πρωθυπουργός Βενιζέλος διαφοροποιήθηκε από τους υπουργούς του, χωρίς όμως να τους αποδοκιμάσει ευθέως. Μίλησε για απλή «διαφοράν αντιλήψεων» με τον Γονατά, επειδή «εκείνος προέρχεται από την στρατιωτικήν οικογένειαν, ενώ εγώ [...] είμαι αστός». Ο Βενιζέλος ξεχώρισε τα «εθνικά» σωματεία από τα «εθνικιστικά», που αποτελούν «την υπερβολήν του εθνισμού, η οποία οδηγεί εις καταστροφάς. Εάν, λοιπόν, το σωματείον αυτό έχει εθνικιστικήν χροιάν, θα ήθελον να γνωσθή ότι δεν μπορεί να είμεθα σύμφωνοι προς τοιαύτας αντιλήψεις». Μόνο με την αντικομμουνιστική δράση της ΕΕΕ ήταν σύμφωνος.
Όταν όμως βγαίνει έξω από τα όρια με ευρίσκει αντιμέτωπον, [...] ανηλεώς αντιμέτωπον εις περίπτωσιν κατά την οποίαν την οργάνωσιν αυτήν θα χρησιμοποιήσουν εναντίον ενός άλλου στοιχείου του πληθυσμού της Ελλάδος, εναντίον του Ισραηλιτικού στοιχείου.
Αποδοκίμασε τις ομοιότητες της ΕΕΕ, ως παραστρατιωτικής οργάνωσης «χαλυβδοκράνων», με φασιστικές οργα νώσεις άλλων χωρών. Αποδοκίμασε επίσης την αρθρογραφία της εφημερίδας Μακεδονία, στην οποία απέδωσε τον εμπρησμό του Κάμπελ. Είπε μάλιστα για τον διευθυντή της και βουλευτή του, Π.Ε. Λεβαντή:
...απορώ ότι αφίνει το φύλλον του να το διευθύνη ένα τοιούτον υποκείμενον [ο Ν. Φαρδής], υποκείμενον το οποίον έχον εις χείρας του μίαν φιλελευθέραν εφημερίδα δεν εντρέπεται, με το κύρος που ημπορεί να ομιλή εκ μέρους του φιλελευθερισμού, να προσπαθή να χύση πετρέλαιον μέσα εις την πυράν, η οποία έκαιε..
Ο Βενιζέλος ανακοίνωσε επίσης την προσεχή δίκη των υπευθύνων. Τέλος, άφησε να εννοηθεί ότι εξεταζόταν η περίπτωση διάλυσης της ΕΕΕ σύμφωνα με τον νόμο περί σωματείων.
Φαίνονται εδώ τα όρια της χαρισματικής επιβολής, ιδίως όταν η ακτινοβολία του ηγέτη βρίσκεται σε υποχώρηση, όπως του Βενιζέλου τότε, λόγω της οικονομικής κρίσης. Η αποδοκιμασία του, μολονότι απόλυτη, παρέμεινε θεωρητική και χωρίς πρακτικές συνέπειες. Αυτός, που σε άλλα ζητήματα επιδείκνυε βιασύνη και «πυγμή» σε υπερβολικό βαθμό, ήταν προφανές ότι δεν θα έφθανε ποτέ στο σημείο σύγκρουσης και ρήξης με υπουργούς και βουλευτές του για το ζήτημα αυτό Έτσι, άφησε τη Μακεδονία να υποβαθμίζει και να διαστρεβλώνει τη ρητή αποδοκιμασία του, θριαμβολογώντας ότι η ΕΕΕ τάχα «δικαιώθηκε». Όσα ακολούθησαν μπορούν να ερμηνευθούν ως αποτέλεσμα της στάσης αυτής του Βενιζέλου.
Η δίκη για τον εμπρησμό του Κάμπελ έγινε στη Βέροια τον Απρίλιο του 1932. Παραπέμφθηκαν οκτώ ως φυσικοί αυτουργοί, καθώς και ο πρόεδρος και ο γενικός γραμματέας της ΕΕΕ (Γ. Κοσμίδης και Δ. Χαριτόπουλος) και ο αρχισυντάκτης της Μακεδονίας Ν. Φαρδής, μέλος της ΕΕΕ – όχι ως ηθικοί αυτουργοί, αλλά επειδή προκάλεσαν «αμοιβαία εχθροπάθεια» μεταξύ των πολιτών. Οι ένορκοι αθώωσαν τους πάντες εκτός από τρεις εμπρηστές, που δεν τιμωρήθηκαν επειδή έγινε δεκτό ότι βρίσκονταν σε «πλήρη σύγχυση». Στους Κοσμίδη, Χαριτόπουλο και Φαρδή επιφυλάχθηκε ύστερα θριαμβευτική υποδοχή στη Θεσσαλονίκη. Στους παθόντες του Κάμπελ είχαν πάντως δοθεί αποζημιώσεις από τον Οκτώβριο του 1931 με απόφαση της κυβέρνησης Βενιζέλου, που επικυρώθηκε εκ των υστέρων από τη Βουλή. Μορφή αποζημίωσης μπορεί να θεωρηθεί και ο Ν. 5585, με τον οποίο το Δημόσιο αγόρασε την περιοχή του καμένου συνοικισμού από την Ισραηλιτική Κοινότητα της Θεσσαλονίκης.
Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης είχαν αρχικά υποστηρίξει τον Αντιβενιζελισμό, στις εκλογές του 1915 και του 1920. Ενώ, όμως, η συμπαράταξη των σιωνιστών με τους Αντιβενιζελικούς ήταν εξαρχής ευκαιριακή (για να ηττηθεί ο Βενιζελισμός ως μεγαλύτερη απειλή), η σύνδεση των Εβραίων με τον σοσιαλισμό υπήρξε οργανική. Από το κυρίως εβραϊκό τότε προλεταριάτο της Θεσσαλονίκης ξεπήδησε η πρωτοποριακή «Φεντερασιόν» (Federasion Sosialista Lavoradera de Saloniko το 1909, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στο σουσιαλιστικό κίνημα της Ελλάδας και γενικότερα των Βαλκανίων. Παρά τη συμμετοχή και άλλων εθνοτήτων, δεν έχασε ποτέ τον εβραϊκό της χαρακτήρα. Αντίθετη στην ελληνική προσάρτηση, στον πόλεμο και στον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Φεντερασιόν υποστήριξε το Αντιβενιζελικό ψηφοδέλτιο τον Μάιο του 1915, με το οποίο εκλέχτηκαν δύο δικοί της (ένας Εβραίος και ένας Έλληνας). Απείχε όμως από τις μονόπλευρες εκλογές του Δεκεμβρίου 1915. To 1918, η Φεντερασιόν ήταν μία από τις σημαντικότερες οργανώσεις που ίδρυσαν το ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ) και συγχωνεύτηκαν σ' αυτό. Μολονότι η επιρροή της στο κόμμα μειώθηκε τα επόμενα χρόνια, η εβραϊκή Αριστερά συνέχισε να συνεισφέρει το πιο συμπαγές τμήμα των ψήφων του ΚΚΕ στη Θεσσαλονίκη. Αυτοί οι άρρηκτοι δεσμοί μεταξύ μέρους της εβραϊκής μειονότητας και του κομμουνισμού συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη τόσο του αντισημιτισμού όσο και του αντικομμουνισμού στην Ελλάδα, όπως ακριβώς συνέβαινε και σε άλλες χώρες.
Για τους Σεφαραδίτες Εβραίους της Θεσσαλονίκης (όπως και για τους μουσουλμάνους της Θράκης), ο Μεσοπόλεμος εγκαινιάστηκε με τη θέσπιση, από το 1923, χωριστού «εκλογικού συλλόγου», δηλαδή ιδιαίτερης εκλογικής περιφέρειας. Μολονότι παρουσιάστηκε ως εγγύηση κοινοβουλευτικής τους εκπροσώπησης, για τους ίδιους δεν έπαψε να αποτελεί απαράδεκτο «εκλογικό γκέτο». Το 1923, η δια μαρτυρία τους πήρε τη μορφή καθολικής σχεδόν αποχής από τις εκλογές της Δ ́ Συντακτικής Συνέλευσης. Το 1924, φαίνεται ότι καταψήφισαν τη Δημοκρατία στο δημοψήφισμα οι Το 1926, ωστόσο, που δεν ίσχυσε ο χωριστός σύλλογος, όλες οι εβραϊκές πολιτικές δυνάμεις (εκτός από τους κομμουνιστές) επέλεξαν οι ίδιες την αυτοαπομόνωση και εμφανίστηκαν με κοινό συνδυασμό ως «Εβραϊκή Πολιτική Ένωση».
Μετά τη θριαμβευτική επάνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία το 1928, επιχειρήθηκε μία προσέγγιση της εβραϊκής ηγεσίας και ειδικά των σιωνιστών με το ΚΦ. Αποκορύφωμα της προσέγγισης υπήρξε η εκλογή ενός επιφανούς σιωνιστή ως γερουσιαστή των Φιλελευθέρων το 1929. Ωστόσο, η προσέγγιση υπονομεύθηκε εξαρχής από την ανειλικρίνεια και την αναξιοπιστία της εβραϊκής πλευράς.
Κατά τη συζήτηση του νόμου για τη συγκρότηση της Γερουσίας (Ν. 3786) στο τέλος του 1928, ο σιωνιστής Εβραίος βουλευτής Μ. Μπενσαντζή άρπαξε την ευκαιρία να ζητήσει επιτακτικά την κατάργηση του χωριστού εκλογικού συλλόγου. Ο Βενιζέλος του παρατήρησε ότι «δεν ανήκει εις εκείνους, οι οποίοι εργάζονται διά να επιτύχουν την αφομοίωσιν» και γι' αυτό δεν έχει το δικαίωμα να παραπονείται. Ο Μπενσαντζή διαμαρτυρήθηκε:
Μας αδικείτε. Διακηρύτττω ότι δεν είναι αληθές ότι δεν θέλομεν την αφομοίωσιν. Όλοι οι Ισραηλίται είμεθα υπέρ της αφομοιώσεως. Προ 18 μηνών έγραψα εις τας εφημερίδας της Θεσσαλονίκης άρθρον υπέρ της πλήρους αφομοιώσε ως και ότι η Ελληνική γλώσσα είναι μητρική μας και θα είμεθα ευτυχείς όταν θα ημπορέσωμεν όλοι οι Ισραηλίται να ομιλώμεν την Ελληνικήν γλώσσαν ως μητρικήν. [...] Βεβαιώ ότι όλοι οι Ισραηλίται είναι οπαδοί της αφομοιώ σεως με βάσιν την Ελληνικήν γλώσσαν και την Ελληνικήν μόρφωσιν.
Τέτοιες δηλώσεις, που δεν είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα, ήταν εύλογο να μην πείθουν, ενώ αντίθετα μεγάλωναν τη δυσπιστία. Άλλωστε, δεν συμβιβάζονταν με την επιμονή του ίδιου Μπενσαντζή και των άλλων σιωνιστών να διαιωνιστεί η συμμετοχή ξένων υπηκόων στις κοινοτικές εκλογές.
Οι προσδοκίες μιας προσέγγισης διαψεύστηκαν τελικά και βάναυσα από το πογκρόμ του Κάμπελ, που απέδειξε στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ότι δεν μπορούσαν να υπολογίζουν στην προστασία των Βενιζελικών κρατικών αρχών απέναντι στις επιθέσεις των επίσης Βενιζελικών προσφύγων και εφημερίδων. Ακολούθησε εύλογα μαζική (επιστροφή του εβραϊκού πληθυσμού στον Αντιβενιζελισμό, από το 1932. Μετά την άνοδό του στην εξουσία το 1933, καταργήθηκε επιτέλους ο χωριστός εκλογικός σύλλογος, με συνέπεια τη διενέργεια επαναληπτικής εκλογής στο σύνολο του νομού στις 2 Ιουλίου. Ο αντισημιτισμός Βενιζελικών της Θεσσαλονίκης έφθασε τότε στο σημείο να αρνηθούν στον ίδιο τον Βενιζέλο τη συμμετοχή Εβραίου υποψηφίου στον επίσημο συνδυασμό Ο Βενιζέλος αρνήθηκε αρχικά να δεχθεί ως τετελεσμένο τον αποκλεισμό Εβραίου υποψηφίου. Επικαλέστηκε το γεγονός ότι «ένα μέρος» των Εβραίων της Θεσσαλονίκης είχε ήδη αποκτήσει ελληνική συνείδηση και τόνισε ότι «θα ήτο αντίθετον προς τας αρχάς που ανέκαθεν πρεσβεύομεν να παραγνωρίσωμεν αυτούς λόγω θρησκευτικών των πεποιθήσεων». Έπρεπε, λοιπόν, να περιληφθεί υποψήφιος ένας από αυτούς. Ήσαν άλλωστε υποστηρικτές του από παλιά, όπως κατεξοχήν ο Ααρών Σ. Σακκής, που ήταν υποψήφιος ως Φιλελεύθερος το 1928, το 1932 και το 1933 (τον Μάρτιο).
Οι κορυφαίοι Βενιζελικοί της Θεσσαλονίκης, δηλαδή οι βουλευτές, οι γερουσιαστές και το Δ. Σ. της Λέσχης Φιλελευθέρων, ομόφωνα αρνήθηκαν να υπακούσουν τον Βενιζέλο (και τους άλλους αρχηγούς του Εθνικού Συνασπισμού). Ο Βενιζέλος επέμεινε με νέο τηλεγράφημα, προς τον πρόεδρο της Λέσχης, να αναθεωρήσουν την απόφαση αποκλεισμού Εβραίου υποψηφίου. Αυτή τη φορά τόνισε: «Φοβούμεθα ιδίως μήπως αποκλεισμός ούτος επιτείνει αντισημιτικήν εξέγερσιν φίλων μας και επαυξήσει εντεύθεν κινδύνους μέλλοντος». Μετά από νέα σύσκεψη, ομόφωνα οι Θεσσαλονικείς αρνήθηκαν ξανά να συμμορφωθούν. «Παρακαλούμεν εμπιστευθήτε κρίσιν μας διότι ευρισκόμενοι επί τόπου και έχοντες τας ευθύνας της εκλογής δυνάμεθα να κρίνωμεν καλύτερα τα πράγματα». Τότε πλέον ο Βενιζέλος αναγκάστηκε ν υποχωρήσει. Ζήτησε τουλάχιστον να πάψει η αντισημιτική εκστρατεία του φιλικού τύπου. Του το υποσχέθηκαν χωρίς
να το τηρήσουν.
Η έκβαση αυτή εξηγείται από τη συγκυρία, που ο Λεβαντής εκμεταλλεύθηκε ασύστολα και εκβιαστικά. Οι 20 έδρες του νομού Θεσσαλονίκης αρκούσαν για να ανατρέψουν τον συσχετισμό δυνάμεων σε εθνική κλίμακα. Αν τις κέρδιζαν οι Αντιβενιζελικοί, θα αποκτούσαν την πλειοψηφία στις κοινές συνεδριάσεις Βουλής και Γερουσίας. Αν, λοιπόν, ο Βενιζέλος επέμενε να επιβάλει τη θέλησή του, κινδύνευε να προκαλέσει αποθάρρυνση ή και διάσπαση των στελεχών και των οπαδών του στη Θεσσαλονίκη, με αναπόφευκτο επακόλουθο την εκλογική ήττα και τις καταστρεπτικές συνέπειές της.
Οι Βενιζελικοί της Θεσσαλονίκης και ειδικά ο Λεβαντής δικαιώθηκαν από τον εκλογικό τους θρίαμβο, που είχε πανελλήνια απήχηση. Μετά τη δολοφονική απόπειρα κατά του Βενιζέλου, η συντριπτική ήττα των Αντιβενιζελικών στη Θεσσαλονίκη ενθουσίασε τους αγανακτισμένους Βενιζελικούς όπως η Πηνελόπη Δέλτα, που γράφει στις 6 Ιουλίου: «Και όμως έχασαν, μ' όλους τους 942 χιλιάδες Εβραίους που τους ψήφισαν, τους μισέλληνες γιαουντήδες της Θεσσαλονίκης». Τον Μάρτιο, Βενιζελικοί Αντιβνιζελικοί ήσαν περίπου ισοδύναμοι (αν συνυπολογίσουμε τον εκλογικό σύλλογο των Εβραίων και την υπόλοιπη εκλογική περιφέρεια Θεσσαλονίκης). Στις 2 Ιουλίου, η συμμετοχή αυξήθηκε κατά 6.111 (σε έγκυρα ψηφοδέλτια). Αλλά οι Βενιζελικοί αυξήθηκαν κατά 8.256, κερδίζοντας απόλυτη πλειοψηφία και το σύνολο των 20 εδρών, ενώ οι Αντιβενιζελικοί αυξήθηκαν μόνο κατά 4.481. Η αύξηση των Βενιζελικών προήλθε και από τις ψήφους του ΑΚΕ (που δεν είχε υποψήφιο αυτή τη φορά) και από εκείνες του ΚΚΕ (που έχασε 5.348 ψήφους). Εκτός από όσους έμειναν πιστοί στο ΚΚΕ, οι Εβραίοι ψήφισαν σαν ένας άνθρωπος τον Αντιβενιζελικό συνδυασμό, που περιλάμβανε δύο δικούς τους υποψηφίους (αυτούς που είχαν εκλεγεί στον χωριστό εκλογικό σύλλογο τον Μάρτιο). Ο Α. Σακκής έθεσε υποψηφιότητα ως ανεξάρτητος Φιλελεύθερος, μετά τον αποκλεισμό του από τον επίσημο συνδυασμό, και έλαβε μόλις 27 κατά τεκμήριο εβραϊκές ψήφους στη Θεσσαλονίκη, από τις 1.403 που είχε συγκεντρώσει στον χωριστό εκλογικό σύλλογο τον Μάρτιο. Η απόρριψη του Βενιζελισμού από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ήταν πλέον ολοκληρωτική.
Μιλώντας στη Θεσσαλονίκη στις 29 Ιουνίου, ο Βενιζέλος είχε κατηγορήσει την εβραϊκή κοινότητα ότι, πετυχαίνοντας την κατάργηση του χωριστού συλλόγου, είχε επιδιώξει ρόλο ρυθμιστή σε εθνική κλίμακα. Μετά την επαναληπτική εκλογή, ήταν εξοργισμένος από τη συμπαγή εναντίον του ψήφο των Εβραίων και από τις εναντίον του σφοδρές επιθέσεις του εβραϊκού τύπου (μολονότι είχε συμβάλει ο ίδιος και στα δύο).
Όπως θα δούμε, το θέμα του «αλλοεθνούς ως διαιτητή» επρόκειτο να εκμεταλλευθεί η Βενιζελική προπαγάνδα για τα επόμενα δύο χρόνια, επιμένοντας στην αξίωση επαναφοράς του χωριστού εκλογικού συλλόγου. Ωστόσο, οι Μετριοπαθείς συνέχισαν τις προσπάθειες επαναπροσεγγισμού, με την υποστήριξη μερίδας της εβραϊκής εμπορικής αστικής τάξης. Οι προσπάθειες αυτές οδήγησαν στην επανασύσταση του Τμήματος Ισραηλιτών» της Λέσχης Φιλελευθέρων Θεσσαλονίκης, στο τέλος του 1933. Καρποφόρησαν όμως μόνο μετά την ήττα των Βενιζελικών στο Κίνημα του 1935. Στις εκλογές του 1936, το ψηφοδέλτιο των Φιλελευθέρων στη Θεσσαλονίκη περιλάμβανε δύο Εβραίους: τον παλαίμαχο Α. Σακκή και τον Ε. Σαλτιέλ, γραμματέα του Τμήματος Ισραηλιτών. Έλαβαν 1.000 και 1.613 σταυρούς προτίμησης αντίστοιχα, κατά τεκμήριο από ομοθρήσκους. Ωστόσο, στα ψηφοδέλτια των διασπασμένων Αντιβενιζελικών οι Εβραίοι υποψήφιοι έλαβαν πολλαπλάσιο αριθμό σταυρών προτίμησης (τουλάχιστον 6.730) και ένας εξελέγη. Ήταν μάλιστα υποψήφιος με το ΛΚ ο Ασσέρ Μωυσής, τότε πρόεδρος της Σιωνιστικής Ομοσπονδίας Ελλάδος.
Μόνο η δικτατορία του Μεταξά επρόκειτο να εξασφαλίσει στους Εβραίους της Θεσσαλονίκης, με τη διάλυση της ΕΕΕ και τη φίμωση του αντισημιτικού τύπου, τα τελευταία ήσυχα χρόνια τους.