Υπήρχε μόνο μια μικρή τυφλή πόρτα που έβγαζε σ ένα δρομάκο απ όπου τα ίχνη χανόντουσαν μέσα σε μαιάνδρους από άλλα σοκάκια, από εκεί αυλιζόταν οι γυναίκες για να μην περνάν από το προαύλιο του τεκέ.

Στην αντίθετη γωνιά της αυλής ένα κοτέτσι στέγαζε μερικά κατοικίδια, μια κατσίκα της Αγκύρας τέσσερις κότες παρδαλές και ένας κόκορας το καμάρι του Μπάρμπα Μηνά που τον φώναζε «κιουλάν – μπέη» και τον έβαζε να παλεύει σε κοκορομαχίες και το όνομά του ήταν «Καχραμάν» δηλαδή ήρωας, αν νικούσε γιόρταζε με «αρκαντάσηδες» και στο τραπέζι έβαζε φτερά από τους νικημένους κόκορες και μια ετικέτα έγραφε τα αφεντικά τους και την ημερομηνία της νίκης, όλα αυτά τα ενθύμια τα έκρυβε σαν κειμήλια σε μια κασετίνα, όλη η αυλή σκεπαζόταν από το φύλλωμα ενός γιασεμιού.
Στην αυλή ήταν ελεύθερος ο «Γιαμπαντζής» (ο ξένος) , ένα μπάσταρδο τσομπανόσκυλο, ο Χατζής έλεγε «Μόνο η λαλιά του λείπει για να ξεπεράσει τους ανθρώπους», με τον καιρό είχε εγκολπωθεί τη σιχασιά του κυρίου του για τους ανθρώπους που φοράνε στρατιωτική στολή και όποτε τους αντιλαμβανόταν άρχισε να ουρλιάζει λες και είχε πλακώσει κανένα μεγάλο κακό, σταματούσε μόνο όταν ο ένστολος χανόταν στους δρόμους.
Ο τεκές είχε και δύο ακόμα κατοικίδια την ψιψίνα και τον Νιαρνιάρη, δύο γάτες μάνα και γιό που ο δεύτερος γκάστρωνε την πρώτη ταχτικά σκανδαλίζοντας τους αγαθούς χασικλήδες, αλλά ο Γερό Μηνάς έβλεπε το δάκτυλο της «Θείτσας Πρόνοιας».
Τα αστέρια ήταν εφτά κατάλευκα περιστέρια που όλη την ημέρα πετούσαν ελεύθερα και ερωτοτροπούσαν και στεγάζονταν στο χαγιάτι, μα το μεγάλο θησαύρισμα του Χατζή ήταν το «Ουράνιο τόξο» Ένα παγόνι αυτό το πουλί πρόσφερε ένα θέαμα που δεν χόρταινε ο Μηνάς, δεν το βόλευε στο κοτέτσι αλλά στο δροσερό χαγιάτι και τον χειμώνα στο ζεστό σπίτι.
Όλα από το σπίτι μέχρι και το κοτέτσι ήταν πεντακάθαρα, στο κέντρο του μαντρότοιχου μια μαρμαρένια βρύση με λαξεμένο δελφίνι έτρεχε νερό από το στόμα του μέσα σε μια μεγάλη αχιβάδα, δίπλα ήταν χτιστά ακουμπιστήρια, στη μέση της αυλής μια βραγιά φούντωναν «κασκάσια» (κάτι πολύφυλλες παπαρούνες), απ αυτές ο Μηνάς έβγαζε μόνος του την ποσότητα οπίου για την ιδιαίτερη ετοιμασία του χασίς. Ο κήπος προμήθευε όλο τον χρόνο λουλούδια που στόλιζαν τον τεκέ. Στον κήπο αυτό ο Γερό Μηνάς με «αρκαντάσηδες» φουμάριζε σκέτο προσφέροντας με διάκριση και στους άλλους, αυτό συνοδευόταν από τσίπουρο (πράγμα απαγορευμένο στον τεκέ).
Σε μια γωνιά του πισωμάγαζου βρισκόταν το «οτζάκι» που είχε θράκα παραχωμένη σε χόβολη εκεί θρόνιαζε το μπρούτζινο «ιμπρίκι» γεμάτο με καθαρό νερό, εδώ παρασκεύαζε το χασίς και ετοιμαζόντουσαν οι λουλάδες κι οι ναργκιλέδες, ο καφές ψηνόταν σε άλλη γωνιά αντίκρυ στο «οτζάκι» σε ένα κατσιβέλικο μαγκάλι σε μια γωνιά που πάνω είχε μια τρύπα για να μη ανακατώνεται η μυρωδιά του καφέ με το άρωμα του χασίς.
Για κάθε πελάτη ο Μηνάς σερβίριζε αχνιστό τσάι, ανάμεσα στο «οτζάκι» και την θέση του μαγκαλιού ήταν αραδιασμένα σε ράφια φλιτζάνια , κούπες ποτήρια, πήλινα με γλυκό ματζούνι από τριαντάφυλλο και μαστίχα καθώς και μερικές καράφες σερμπέτια (όλα φτιαγμένα από το χέρι της γυναίκας του).
Τα σύνεργα του τεκέ δεν φαινόντουσαν πουθενά, ούτε αυτά που ετοιμαζόταν το χασίς μήτε οι λουλάδες, ήταν καταχωνιασμένα που μόνο ο Μηνάς ήξερε και τα παρουσίαζε σαν ταχυδακτυλουργός.
Ο Μηνάς ήξερα να αποφεύγει τους αιφνιδιασμούς του «Ντεβριέ» είχε καλά οργανωμένη άμυνα, έστελνε φιλικά δωράκια για να τους κλείνει το στόμα και τα μάτια, σε τέτοιο σημείο που η εξουσία να θεωρεί τον Γερό Μηνά ευεργέτη, έτσι έγκαιρα τον ειδοποιούσαν για τις επερχόμενες επιδρομές που οργάνωναν τα «καρακόλια», ο Μηνάς γνώριζε και ποια μέρα και ποια ώρα θα ξεκινούσαν την επιχείρηση, μέσα στους ίδιους τους «ντεβριελήδες» είχε δικούς του ανθρώπους, μόλις έπαιρνε την είδηση ο τεκές άλλαζε όψη, έπαιρνε την όψη Κωνσταντινουπολίτικου καφενέ με διάκοσμο πιο κιμπάρικο, ο Χατζής όμως από γεροντική αφηρημάδα «ξεχνούσε» κανένα κομματάκι χασίς πότε στην τσέπη του, πότε δε κανένα «μόμπιλο» για να έχουν τα λαγωνικά του «Ντεβριέ» την ικανοποίηση πως το ανακάλυψαν!
Φυσικά η τιμωρία ήταν μικρή και ο Γερό Μηνάς ομολογούσε «απονήρευτα» πως εκείνο το λιγοστό χασίς το έπαιρνε απ τη «ντρογκερία» για ατομική του χρήση, σα φάρμακο παυσίπονο και υπνωτικό απαραίτητο για τα γεράματά του και οι «ντεβριελήδες» του καναν χαλάλι, διότι είχε και την φήμη του ανθρώπου του Θεού πράγμα που όλοι οι παρευρισκόμενοι χασικλήδες με το χέρι στην φωτιά βεβαίωναν «Βαλαχί! Μπιλαχί………».
Αν όμως ανακάλυπταν τα σύνεργα τότε το πράγμα πήγαινε αλλού και βέβαια οι «ντεβριελήδες» θα μεγαλοποιούσαν το γεγονός για να πάρουν μπαχτσίσι από την «προϊσταμένη αρχή»…..
Η τιμωρία που θα του επιβάλανε σε αυτή την περίπτωση άρχιζε από κλείσιμο του καφενέ και την φυλάκιση μέχρι την κατάσχεση του τεκέ και την εξορία και επειδή ο τεκές ήταν Ρωμαίικος απαιτείτο μεγάλη τιμωρία για ταπείνωση του «Ουρούμ» (Ρωμιού) ιδιοκτήτη.
Ο Χατζής ήξερε να αποφεύγει τέτοιους εξευτελισμούς και ενεργούσε ώστε η υπόθεση να γίνει «μιντέρ αλτί» (να μπει στο χρονοντούλαπο), αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως ήταν να μη πλακώσουν οι «ντεβριελήδες» την ώρα που φουμέρνανε.

Η ζωή τον είχε διδάξει να θεωρεί τους «ντεβριελήδες» σαν ανέντιμους χαραμοφάηδες.
Αλλά αν από κακή συνεννόηση των «λαδωμένων’ του Καρακολιού ή από άμμεση ξαφνική επέλαση ο Χατζής δεν ειδοποιούταν, τότε ο «βαρδιανοί» μόλις έβλεπαν ύποπτες κινήσεις στα «κόλια» έδιναν σινιάλο κινδύνου με ένα τραγούδι που κάθε τόσο το άλλαζαν, στην στιγμή τα φιντάνια του τεκέ και οι χασηκλίδες έπαιρναν μέτρα κεραυνοβόλα για να εξαφανίσουν ότι θύμιζε τεκέ, οι λουλάδες και κάθε σύνεργο χανόντουσαν τα φιντάνια εξουδετέρωναν την μυρωδιά ρίχνοντας ζάχαρη , λεμονόφλουδες και δύο μήλα ολάκερα.
Άλλα φιντάνια ετοίμαζαν καφέδες, τσιμπούκια, τσάγιαναργιλέδες, σερμπέτια και τα μοίραζαν στους σοφράδες, έβαζαν πιατάκια με καβουρντισμένα αμύγδαλα , φουντούκια , φιστίκια και σε άλλα λουκούμια και μυγδαλωτά.
Οι χασικλήδες είχαν πάρει την θέση τους στα μιντέρια και στις καρέκλες με ύφος κιμπάρικο ραχατλήδων που απολάμβανε τα αγαθά του καφενέ, στο μεταξύ οι «σαμπουκαλήδες» (οι σταμπαρισμένοι) γινόντουσαν άφαντοι από την πίσω πόρτα, ταυτόχρονα η σάλα γινόταν ευχάριστη , κατάλληλη να δεχτεί τους «ντεβριελήδες», οι οποίοι έβγαζαν το συμπέρασμα ότι ο Γερό Μηνάς είναι «ναμουσλού αντάμ» (τίμιος άνθρωπος).
Τα παλικάρια του νόμου αρεσκόντουσαν να κάτσουν λίγο, ενώ ο Γερό Μηνάς παρότρυνε τα «Ανιχνευτικά σκυλιά του Ντεβριέ» (περίπολος) να κάνουν το καθήκον τους και να ερευνήσουν όλο το «λολάκ» (κέντρο διασκέδασης) του, και τους συνόδευε πρόθυμα να ψάξουν όποιο κρυφό μέρος ζητούσαν.
Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ποτέ σε όλες τις έρευνες δεν βρέθηκε τίποτα, όταν έφευγαν οι «ντεβριελήδες» (οι άντρες της περιπόλου) ο Μηνάς τους πρόσφερε κατσάκικο καπνό εξαιρετικής ποιότητας και λαθραία τσιγαρόχαρτα και φυσικά λιχουδιές για τα παιδάκια τους, αυτοί φουκαράδες με χρυσά γαλόνια τα δεχόντουσαν ευχαρίστως, σε περίπτωση ύπαρξης κανενός ιδιαίτερου αξιωματούχου έκανε δώρο ανάλογο του αξιώματός του όπως «κονιάκ Φινόπουλου» ή «Μπαρμπαρέσου» αυτά που οι τούρκοι έλεγαν με θαυμασμό «Γιουνάν Κονιαι» και συμπλήρωναν «καλκάν τοκμάκ……..» δηλαδή Ρωμαίκο κονιάκ που κάνει χαλάστρα στα κέρδη των Γάλλων.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ















