Του Γιώργου Ρακκά
Το στεγαστικό ζήτημα είναι ένα από τα πιο καίρια κοινωνικά ζητήματα των ημερών μας. Μάλιστα, συμπυκνώνει εντός του αρκετούς από τους μετασχηματισμούς που έλαβαν χώρα στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια: από τις δραστικές αλλαγές στις χρήσεις γης που έλαβαν χώρα στα κέντρα των μεγάλων πόλεων (ιδίως Αθήνα & Θεσσαλονίκη) με την τουριστικοποίηση, τις πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, τις «χρυσές βίζες», ή τα προγράμματα εγκατάστασης μεταναστών με επιδοτούμενο ενοίκιο, μέχρι την καθίζηση της δεκαετίας των μνημονίων, την πτώση της ιδιοκατοίκησης, την συμπίεση των εισοδημάτων, και την παλαίωση του στεγαστικού αποθέματος λόγω κάμψης των κατασκευαστικών δραστηριοτήτων.
Τα στοιχεία που δημοσιοποιούνται είναι εξόχως αποκαρδιωτικά. Σύμφωνα με στατιστικές που ανακοίνωσε η Eurostat για το 2020, στην Ελλάδα 1 στους 3 (το 33%) δαπανά άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για την στέγη –ποσοστό που αναδεικνύει την χώρα μας αρνητική πρωταθλήτρια στην ΕΕ (ακολουθούν Βουλγαρία [14,4%] και Δανία [14,1%]).
Ο αρνητικός αντίκτυπος του στεγαστικού ζητήματος διασταυρώνεται με πολλά και καίρια ζητήματα βιωσιμότητας της ελληνικής κοινωνίας: Από τις νέες γενιές που δυσκολεύονται πλέον να νοικιάσουν το δικό τους σπίτι –πόσο μάλλον να το αγοράσουν· μέχρι τις οικογένειες, που το ακριβό κόστος της κατοικίας σαφώς τους αποτρέπει από το να κάνουν ακόμα ένα παιδί –ιδίως το 2ο που τόσο πολύ καίει το δημογραφικό ζήτημα της χώρας, καθώς εκείνο είναι που εξασφαλίζει ότι ο πληθυσμός θα πάψει να μειώνεται.
Ο κορεσμός των μεγάλων αστικών κέντρων
Υπάρχει, και ένα ευρύτερο ζήτημα: Η αύξηση στις τιμές των κατοικιών, αποτελεί αντανάκλαση μιας γενικής ανόδου του κόστους διαβίωσης στο κέντρο των μεγάλων πόλεων –κυρίως Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ακόμα και Πάτρα– καθώς αυτά έχουν αλλάξει πλέον χρήσεις: Υπερτουρισμός και βραχυχρόνια μίσθωση, συνοικίες όπου κατακλύζονται από την εστίαση και την διασκέδαση, πύργοι γραφείων, και πολυκαταστήματα δημιουργούν ένα περιβάλλον ριζικά διαφορετικό από το γνώριμο αστικό περιβάλλον του προηγούμενου αιώνα· το τοπίο κατάρρευσης του κοινωνικού ιστού συμπληρώνεται από τα γκέτο της μαζικής μετανάστευσης καθώς και την γενική άνοδο της εγκληματικότητας. Μιλάμε πλέον για αστικά κέντρα εν πολλοίς εχθρικά για την διαβίωση των μεσαίων και χαμηλότερων τάξεων –οπωσδήποτε εκείνων που θέλουν να δημιουργήσουν οικογένεια.
Συμβαίνει σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και των ΗΠΑ: Οι μεσαίες και χαμηλότερες τάξεις τις εγκαταλείπουν, αντίθετα, κατακλύζονται από τις δημιουργικές λεγόμενες τάξεις των υψηλών εισοδημάτων –που ως επί το πλείστον απαρτίζονται από έναν νέο τύπο μποέμ, ‘μονοπρόσωπου νοικοκυριού’. Γύρω τους πυκνώνουν και οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί που απασχολούνται στις υπηρεσίες που τα στρώματα αυτά καταναλώνουν –εστίαση, ψυχαγωγία, καθαριότητα κοκ.
Στις ΗΠΑ το κλίμα αυτό, έχει οδηγήσει σε ένα φαινόμενο εξόδου από τα εμβληματικά αστικά κέντρα του παρελθόντος. Αυτά χάνουν τον πληθυσμιακό τους δυναμισμό, ενώ νέες μικρομεσαίες πόλεις αναδεικνύονται στον χάρτη των ευκαιριών και της οικονομικής ανόδου. Εσχάτως το φαινόμενο αυτό αφορά και στις επενδύσεις τόσο στην παραγωγή όσο και στον τριτογενή τομέα. Είναι απλώς πιο φτηνό και για τις επιχειρήσεις ακόμα, να στραφούν στις ανερχόμενες Νότιες Πολιτείες, ή τα μεσοδυτικά, από την πανάκριβη από την άποψη του real estate, των υποδομών Νέα Υόρκη, ή την Καλιφόρνια, που επιπροσθέτως μαστίζεται και από πλείστα όσα προβλήματα εγκληματικότητας, περιβαλλοντικά κ.ο.κ.
Πηγη https://ardin-rixi.gr/archives/249999
