http://www.sarajevomag.gr/entipa/teuhos ... 6_req.htmlαπόσπασμα του άρθρου που αφορούσε την εφημερίδα Ελευθεροτυπία.
Εκείνο που θα έκανε (και μάλιστα γρήγορα) την ελευθεροτυπία ένα είδος ιερού δισκοπότηρου της αριστερής δημοσιογραφίας στην ελλάδα (με αξιοσημείωτα κυκλοφοριακά / οικονομικά οφέλη απ’ τη δεκαετία του ‘80 και μετά) ήταν ότι τόλμησε, σε εποχές κάθε άλλο παρά ευνοϊκές για κάτι τέτοιο, να δώσει βήμα στην ε.ο. 17 Νοέμβρη. Η οργάνωση πρωτοεμφανίστηκε σαν τέτοια στα τέλη του 1975, με την εκτέλεση του “σταθμάρχη” της cia στην ελλάδα. Η ανάληψη ευθύνης απ’ την μεριά της “πνίγηκε” απ’ την αστυνομία, και μια ακόμα ανακοίνωση προς τον τύπο εκ μέρους της οργάνωσης δεν είχε καλύτερη τύχη. Όμως στις 24 Δεκέμβρη του 1976 η γαλλική liberation δημοσίευσε κείμενο της οργάνωσης, όπου εξηγούνταν με αναλυτικό (και, κυρίως, πειστικό) τρόπο το πως έγινε η εκτέλεση / δολοφονία του “σταθμάρχη” Γουέλς. Η περιγραφή σαν τέτοια ήταν απόδειξη εγκυρότητας και αυθεντικής ύπαρξης μιας ελληνικής οργάνωσης αντάρτικου πόλης· την ίδια μέρα το γαλλικό δημοσίευμα μεταφράστηκε απ’ τον ανταποκριτή της ελευθεροτυπίας στο Παρίσι Φ. Οικονομίδη, και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα. Από την σκοπιά των συντακτών και της ιδιοκτησίας της εφημερίδας η δημοσίευση εκείνη ήταν ένα σύνθετο πολιτικο/δημοσιογραφικό γεγονός πρώτης γραμμής. Η δημοσιοποίηση, μέσα από μια νόμιμη εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας, των θέσεων μιας οργάνωσης αντάρτικου πόλης (σε μια εποχή που, ας το θυμήσουμε, η “ένοπλη πάλη” σαν επιλογή βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη διάφορων κινημάτων στην ευρώπη) σήμαινε έμμεση αλλά σαφή αναγνώριση της πολιτικής σημασίας τέτοιων οργανώσεων.
Με τον καιρό, και ειδικά απ’ τα ‘80s και μετά, η ευνοϊκή (προς την κυκλοφορία της εφημερίδας) απεύθυνση της 17 Νοέμβρη στην ελευθεροτυπία απέκτησε άλλα χαρακτηριστικά· πολλά ήταν, άλλωστε, εκείνα που άλλαζαν ραγδαία, τόσο στην “πολιτική” όσο και στην “δημοσιογραφία”. Αλλά στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘70 ο “αριστερισμός” της ελευθεροτυπίας ήταν αυθεντικός και όχι εύκολος. Το να υπάρχει, για παράδειγμα, λεπτομερές ρεπορτάζ απ’ την ημιπαράνομη κηδεία των δολοφονημένων στο Σταμχάιμ ανταρτών της r.a.f. - άρα το να συμμετέχει σ’ αυτήν αυτοπροσώπως συντάκτης της εφημερίδας - δεν ήταν (κι όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα) μια απλή “δημοσιογραφική αποστολή”. Ή, το να έχει μόνιμη πρόσβαση στις στήλες της εφημερίδας οποιαδήποτε απεργία και οποιαδήποτε καταγγελία κατά της αστυνομικής βαρβαρότητας, δεν ήταν ρουτινιάρικη “πληροφόρηση”. Οφείλουμε να θυμίσουμε ότι τότε δεν υπήρχαν κινητά / ασύρματα τηλέφωνα ή φαξ· οι εφημερίδες ήταν μεγάλου σχήματος και ασπρόμαυρες· δεν υπήρχαν επίσης υπολογιστές και προγράμματα μηχανικής διόρθωσης κειμένων και σελιδοποίησης. Αυτό σήμαινε ότι απ’ την συγκέντρωση της ύλης (και των φωτογραφιών) ως την “παραγωγή” μιας καθημερινής εφημερίδας όλοι και όλες έπρεπε να “τρέχουν” πολύ. Το να “τρέχουν”, λοιπόν, για τέτοιου είδους ζητήματα (απεργίες, κλπ) σήμαινε πως ήθελαν να το κάνουν: η πρώτη φάση της ελευθεροτυπίας φαινόταν να είναι συνεπής προς την διακήρυξη μιας μαχητικής πολιτικής αντίληψης για τον ρόλο της δημοσιογραφίας.
τα γεμάτα μύθους ‘80s
Η συντριπτική εκλογική νίκη των σοσιαλιστών / πα.σο.κ. τον Οκτώβρη του 1981 αποδείχθηκε πολλαπλά καθοριστική για τον ελληνικό καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό. Το θέμα έχει πάμπολλες πλευρές και δεν είναι εδώ το μέρος να τις θίξουμε. Η ελευθεροτυπία έγινε de facto φιλοκυβερνητική - στην ίδια μεριά, δηλαδή, με τον ιστορικό διαχρονικό πυλώνα του καθεστώτος, το “ίδρυμα Λαμπράκη”. Ήταν διαφορετικό πράγμα να κινείται κανείς (μια καθημερινή εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας, οι συντάκτες της, οι ρεπόρτερ και οι φωτορεπόρτερ της) σε συνθήκες κράτους - της - δεξιάς, μονοπωλώντας κατά κάποιον τρόπο την απεύθυνση από προς την αριστερά· και διαφορετικό να κινείται σε συνθήκες κράτους - της - αλλαγής - και - των - λοιπών - δημοκρατικών - δυνάμεων. Σύντομα η ελευθεροτυπία θα έβρισκε μπροστά της έναν ακόμα ανταγωνιστή, το έθνος του (φιλοσοβιετικού τότε) εργολάβου Μπόμπολα. Κι ύστερα έναν ακόμα: την αυριανή. Η διαφοροποίηση της ελευθεροτυπίας ήταν συμβολική: δεν στήριζε (μόνο) την κυβέρνηση, αλλά ήλεγχε και την εξουσία... Δηλαδή;
Πρακτικά η δυνατότητα της εφημερίδας να κρατάει ένα διακριτό (και χρήσιμο κυκλοφοριακά) στίγμα και μια προνομιακή σχέση με την ραγδαία αφομοιούμενη στην “αλλαγή” και τις ευκαιρίες της ιστορική αριστερά και άκρα αριστερά δόθηκε στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ‘80. Με την εξέγερση της άγριας νεολαίας· που κωδικά (και για κακό...) ονομάστηκε “Εξάρχεια”. Ο νεολαιΐστικος εξτρεμισμός απ’ το 1984 έως, χοντρικά, το 1986, έγινε για μεν την ελευθεροτυπία μόνιμη πηγή προνομιακής πληροφόρησης “από πρώτο χέρι”· για δε τους νεαρούς και τις νεαρές των “Εξαρχείων” μια πρώτης τάξης ευκαιρία να θαυμάζουν τους εαυτούς τους σε έναν έντυπο καθρέφτη μεγάλης κλίμακας. Τα “Εξάρχεια” πούλαγαν - κι αυτό έμοιαζε να είναι βολικό τόσο για τους “ελέγχουμε την εξουσία” όσο και για τους “κυνηγάμε την μπατσαρία”.
Δεν ήταν - για το δεύτερο! Μπορεί να μοιάζει παράξενο, αλλά ήταν η ελευθεροτυπία που ονόμασε και ξαναονόμασε αυτούς τους απείθαρχους και αντιμπάτσους νεαρούς και νεαρές αναρχικούς - όταν ακόμα η ιστορική αναρχία δυσκολευόταν να καταλάβει και να συννενοηθεί μ’ εκείνο το ultra violent φαινόμενο, που είχε περισσότερα κοινά με το γήπεδο παρά με την Κροστάνδη και την επαναστατημένη Βαρκελώνη. Ούτε καν οι ίδιοι οι πρωτεργάτες εκείνης της διαρκούς εξέγερσης δεν είχαν χαρακτηρίσει τους εαυτούς τους, αρχικά, “αναρχικούς”. Ήταν punks... ήταν “λύκοι της αιώνιας νύχτας”... ήταν βίαιο rock ‘n’ roll... ήταν “τζίνες”, τρυπάκια και “κόλες”... Έπρεπε να δουν και να ξαναδούν, να θαυμάσουν και να ξαναθαυμάσουν στην φιλική και ευνοϊκά διακείμενη ελευθεροτυπία τα ρεπορτάζ και τις φωτογραφίες των έργων τους, για να “μάθουν” ότι είναι αναρχικοί· εκτοπίζοντας και περιθωριοποιώντας πολιτιστικά και ψυχοσυναισθηματικά, αργά και σταθερά, τους αναρχικούς των ‘70s και την δικιά τους πολιτική κουλτούρα.
Συνεπώς, και πέρα απ’ τα υπόλοιπα (που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες αυτών εδώ των σελίδων πολύ περισσότερο, πλην όμως δεν είναι του θέματος) ο ρόλος και τα χαρακτηριστικά της “μαχητικής δημοσιογραφίας” α λα ελευθεροτυπία άλλαζαν, και άλλαζαν ραγδαία. Δεν ήταν τώρα ο ιδεολογικά και πολιτικά πρωταγωνιστικός ρόλος των υποκειμένων που αντανακλούνταν πειστικά στο χαρτί μιας καθημερινής εφημερίδας πανελλαδικής κυκλοφορίας, όπως στο δεύτερο μισό των ‘70s. Αλλά το ανάποδο: οι κυκλοφοριακές ανάγκες της εφημερίδας (του “μέσου” σα να λέμε...) παρήγαγαν μια ορισμένη “καθοδήγηση”, ακόμα κι αν επρόκειτο μόνο για την εύκολη και “αθώα” μηντιακή νομιμοποίηση των γεγονότων. Κοινωνία του θεάματος λέγεται αυτό, και συμβαίνει να είναι πολύ γλυκό το να γλυστρήσει κανείς και να μείνει καθηλωμένος στη ζεστή αγκαλιά της. Εν πάσει περιπτώσει, οι συντάκτες της ελευθεροτυπίας έκριναν λίγο αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, ότι “τα Εξάρχεια δεν πουλάνε” πια· κι όταν στις αρχές του 1991, με την υπόθεση της καμμένης Πρυτανείας στην Αθήνα, η εφημερίδα λειτούργησε όπως οι υπόλοιπες, σαν γραφείο τύπου της αστυνομίας δηλαδή, όλοι όσοι είχαν μεγαλώσει κάτω απ’ τις φτερούγες της ελευθεροτυπίας ένοιωσαν προδομένοι / ες. Κάπως έτσι (και έτσι) ράγησε το γυαλί και γεννήθηκε τότε το αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι.
Ας γυρίσουμε πίσω: αξίζουν δυο κουβέντες παραπάνω για τα ‘80s. Η δεκαετία αυτή υπήρξε η πλέον “χρυσή” για τις καθημερινές (αθηναϊκές) εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας. Τα 8 απ’ τα 10 χρόνια (από το 1982 ως το 1989) η συνολική μέση κυκλοφορία τους (πρωϊνές και απογευματινές) ήταν είτε λίγο κάτω είτε λίγο πάνω απ’ το 1 εκατομμύριο φύλλα. Ένα εκατομμύριο + / - φύλλα κάθε μέρα!
Ειδικά τώρα η ελευθεροτυπία (που δοκίμασε για 3 χρόνια, απ’ το 1978 ως και το 1980 και μια πρωϊνή έκδοση, παράλληλα με την απογευματινή, την πρωϊνή ελευθεροτυπία) η δεκαετία εκείνη ξεκίνησε δυσκολότερα απ’ ότι είχε κυλήσει το διάστημα 1975 - 1980. Στη πρώτη φάση της, στα ‘70s, η μέση πανελλαδική κυκλοφορία της ήταν πάνω (κάποτε αρκετά πάνω) απ’ τις 120.000 φύλλα. Με την εξαίρεση του 1981, που κρατούσε την “ταχύτητα” των προηγούμενων χρόνων, οι χρονιές ως και το 1986, είχαν έναν καθημερινό μέσο όρο γύρω στις 100.000. Και είπαμε ήδη το γιατί: το έθνος του αριστερού (κκε) εργολάβου είχε απ’ το ‘83 ως το ‘85 την διπλάσια κυκλοφορία, ενώ και τα νέα και η αυριανή ήταν σταθερά πάνω απ’ την ελευθεροτυπία. Τέσσερεις ανταγωνιστές εκδότες σπρώχνονταν μεταξύ τους για το ίδιο ιδεολογικο-πολιτικό τμήμα του πληθυσμού.
Αυτό σήμαινε πια πολύ κρισιμότερο ρόλο της πρόσβασης “στα κέντρα εξουσίας”. Με την εξαίρεση της παραγωγής γεγονότων απ’ τα “Εξάρχεια” (στα οποία, το είπαμε ήδη, η ελευθεροτυπία είχε προνομιακή έως αποκλειστική πρόσβαση) η κυριότερη μήτρα παραγωγής ειδήσεων ήταν πια, ακριβώς, η κεντρική εξουσία ή/και οι τοπικές απολήξεις της. Με δεδομένα α) τον σταθερά “κεντρικό ρόλο / πρόσβαση” του ομίλου / συστήματος Λαμπράκη (νέα, βήμα) σ’ αυτό που ονομάζεται σχηματικά κράτος· β) τις προνομιακές σχέσεις του Κουρή (αυριανή) με κυκλώματα και μηχανισμούς της κυβερνώσας σοσιαλδημοκρατίας· γ) τις μέσω κκε (και σοβιετικής ένωσης / ανατολικής ευρώπης) διευκολύνσεις του Μπόμπολα (έθνος)· δ) την γενική ιδεολογική, πολιτιστική και πολιτική αφομοίωση της “χύμα” αριστεράς, το άλλοτε ριζοσπαστικό έως αριστερίστικο εγχείρημα με το όνομα ελευθεροτυπία θα έπρεπε να προσαρμοστεί κατάλληλα.
Κι αυτό ακριβώς έκανε. Περιττό έως γραφικό πλέον να μιλάει κανείς για εφημερίδα των συντακτών. Παρά τους όρκους των ‘70s, o “τύπος - επιχειρήση” ήταν πια (απ’ τα ‘80s και μετά) το μοναδικό μοντέλο που θα μπορούσε να υπάρχει, με τις ευκολίες, το κύρος, τα έσοδα και την κλίμακα ενός αξιοσέβαστου “μέσου”.
Έχουμε περιγράψει αλλού (anti-media, εκδ. “αντισχολείο”) ότι η δεκαετία του 1980 συσσώρευσε στην ελλάδα ένα σημαντικό και δυναμικό “επικοινωνιακό κεφάλαιο”. Με τη λέξη “κεφάλαιο” δεν εννοούμε “χρήμα” - εννοούμε σχέσεις. Σχέσεις μεσολάβησης, σχέσεις μεσολαβήσιμες. Σχέσεις που μπορούσαν να αξιοποιηθούν καπιταλιστικά. Με σκοπό το κέρδος. Και η υψηλή κυκλοφορία των καθημερινών εφημερίδων πανελλαδικής κυκλοφορίας δεν ήταν, τελικά, μια διαδικασία “κοινωνικού εμπλουτισμού”. Ήταν, όμως, μια κερδοφόρα μπίζνα. Τον Ιούνιο του 1979 η τιμή των εφημερίδων αυξήθηκε κατά 50%, από 10 δραχμές σε 15. Το Αύγουστο του 1988 αυξήθηκε κατά 40%, από 50 δραχμές σε 70 - ενδιάμεσα είχαν γίνει κι όλες οι άλλες αυξήσεις που φαντάζεσθε. Μαζί με τα φύλλα πολλαπλασιάζονταν και οι τίτλοι (δηλαδή οι εκδότες / επιχειρηματίες) - το 1988 κυκλοφορούσαν συνολικά 21 αθηναϊκές εφημερίδες. Αυτό έδειχνε πως ο λεγόμενος “τύπος” (ή, κατ’ άλλους “4η εξουσία”) πέρα απ’ το να επηρρεάζει ιδεολογικά ή να αντανακλά ιδεολογικές και πολιτικές εξελίξεις ή να συσκοτίζει και να παραπληροφορεί, ήταν ένας δυναμικά κερδοφόρος καπιταλιστικός κλάδος πια. Και μέσα σ’ έναν τέτοιο κλάδο ακόμα κι ένα “χριστιανικό κοινόβιο” (όπως τα έλεγε το 1975 ο τότε αριστερός δημοσιογράφος) “κολάζεται” - πολύ περισσότερο αν έχει κάθε λόγο να το θέλει.
Ακριβώς σ’ αυτή τη βάση, του συγκεντρωμένου “επικοινωνιακού κεφαλαίου”, της αυξημένης δηλαδή δυνατότητας κερδοφορίας με όχημα “την ενημέρωση των πολιτών”, ήταν που προς τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 έμελλε να συμβούν σημαντικοί μετασχηματισμοί. Ως το 1987 όλα τα πλην χαρτιού μήντια, δηλαδή ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, ήταν υπό κρατικό έλεγχο - άρα, για να το θέσουμε έτσι, εκτός αγοράς και εμπορευματικής κυκλοφορίας. Υπήρχαν βέβαια οι μικρής εμβέλειας παράνομοι ραδιοφωνικοί σταθμοί· αλλά αυτοί δεν ήταν μόνο εκτός εμπορεύματος, ήταν και μια απ’ τις νεολαιΐστικές ανταρσίες των ‘70s - ‘80s. To 1987 έγινε η πρώτη “ηρωϊκή” προσπάθεια σπασίματος του κρατικού μονοπωλίου στον τομέα, απ’ τον δεξιο-φασίστα δήμαρχο της Αθήνας Μ. Έβερτ, με την δημιουργία του (παράνομου κατ’ αρχήν) ραδιοσταθμού 9,84fm. Μ’ όλη την (και εμπορική) δυναμική που θα μπορούσε να έχει η “ελεύθερη” (δηλαδή ενταγμένη στις εμπορευματικές ανάγκες) ραδιοφωνία, η μεγάλη μπίζνα ήταν η τηλεόραση. Οι πρώτοι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί φτιάχτηκαν το 1989: το συγκεντρωμένο “επικοινωνιακό κεφάλαιο” έμπαινε πια σαν το γάργαρο νερό στο αυλάκι του.
Το 1989 έχει υπάρξει από πολλές απόψεις μια ιδιαίτερα “γεμάτη” χρονιά, ανεξερεύνητη τόσο απ’ τους επαγγελματίες ιστορικούς όσο και απ’ το ανταγωνιστικό κίνημα. Το 1989, για παράδειγμα, οι καθημερινές (αθηναϊκές) εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας πέτυχαν την μεγαλύτερη ever μέση ημερήσια κυκλοφορία τους: 1.112.000 φύλλα. Το περιβόητο σκάνδαλο Κοσκωτά (ένας σύνθετος και κεντρικής σημασίας “σπασμός” του ντόπιου πολιτικο - οικονομικού συστήματος που παραμένει μυστικοποιημένος) ήταν, ανάμεσα στα υπόλοιπα, κι ένα επικό sold out για τις ελληνικές εφημερίδες. Απ’ το 1990 και μετά θα άρχιζε η κυκλοφοριακή κατρακύλα τους· “ελεύθερη τηλεόραση” γαρ.
Ο ρόλος της ελευθεροτυπίας ήταν ιδιαίτερα σημαντικός στην “αποκάλυψη” - δηλαδή στη διεκπεραίωση - του “σκανδάλου Κοσκωτά”. Η άλλοτε “αριστερίστικη” εφημερίδα έκρυψε καλά πίσω απ’ το motto “ελέγχουμε την εξουσία” τα πραγματικά της κίνητρα. Ήταν, όπως μονότονα επαναλάμβανε η τότε μυθολογία, σύγκρουση εκδοτικών συμφερόντων εναντίον του (και εκδότη εφημερίδων και περιοδικών) τραπεζίτη Κοσκωτά; Καμμία σχέση. Η εφημερίδα 24 ώρες του Κοσκωτά, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1988, δεν συνιστούσε ιδιαίτερη απειλή, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, ιδεολογικοπολιτικά - στην απεύθυνσή της δηλαδή. Μάλλον σαν μια απογευματινή καθημερινή θα μπορούσε να την θεωρήσει κανείς. Άλλο ήταν το επίδικο του “φαινόμενου Κοσκωτά” και του “σκανδάλου” του: πολύ ευρύτερα επιχειρηματικά συμφέροντα, και ο ρόλος του σοσιαλιστικού κράτους υπέρ των “νέων τζακιών” και κατά των “παλαιών”. Το ότι μέσα σ’ αυτά περιλαμβανατόταν και ο αφανής πλην σταθερός τότε φίλος της ελευθεροτυπίας, ο όμιλος Βαρδινογιάννη, να μην είχε σημασία πολύ μεγαλύτερη απ’ τα “εκδοτικά συμφέροντα”; Να είχε... Ακόμα και η άλλοτε φιλική προς την ελευθεροτυπία ε.ο. 17 Νοέμβρη το ήξερε - όταν αποφάσισε ότι πρέπει να ασχοληθεί μ’ αυτόν τον επιχειρηματικό πόλεμο. Και κατηγόρησε την εφημερίδα γι’ αυτό, με έναν τρόπο γεμάτο υπονοούμενα.
Μια σύντομη και φιλική αφήγηση της ιστορίας της ελευθεροτυπίας λέει σε τρεις προτάσεις για τη σχέση ελευθεροτυπίας - σκανδάλου Κοσκωτά:
Η κριτική στο ΠΑΣΟΚ και τον Ανδρέα Παπανδρέου έγινε εντονότερη, κατά την περίοδο του Σκανδάλου Κοσκωτά. Ο ιδιοκτήτης της, μάλιστα, Κίτσος Τεγόπουλος ήταν μάρτυρας κατηγορίας στην δίκη του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο. Ομως ανέκρουσε πρύμνα στο ακροατήριο και συνέβαλε με την κατάθεσή του στην αθωώσή του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ.
Η στροφή 180 μοιρών σε κάτι που έχεις παίξει κεντρικό ρόλο (και σχετίζεται με βαθύ κράτος και βαθύ καπιταλισμό) τι συνιστά αν όχι εκείνο το είδος διακανονισμών - κάτω - απ’ - το - τραπέζι που συναντάει κανείς στις μαφίες και τις μεταξύ τους αντιθέσεις; Μ’ άλλα λόγια: τελειώνοντας η δεκαετία του ‘80 αποδεικνυόταν περίτρανα σε όσους δεν το είχαν προσέξει ή δεν το είχαν καταλάβει νωρίτερα, ότι (και) η ελευθεροτυπία ανήκε πια στους μηχανισμούς και τα κυκλώματα του (πραγματικού) κράτους. Από διάφορες απόψεις λογικό: οι περισσότεροι απ’ τους παλιούς “αριστεριστές” αναγνώστες της, εκείνοι των ‘70s, είχαν πετύχει το ίδιο, ιδιωτικά. Για πολλά θα μπορούσε να κατηγορήσει κανείς αυτήν την δημοσιογραφική / μηντιακή μεταμόρφωση τότε (κρατώντας τις ρομαντικές αυταπάτες του) αλλά όχι και γι’ αυτό: η ελευθεροτυπία έμεινε συνεπής στη σχέση με τους αριστερούς αναγνώστες της. Όσο πιο “δεξιοί” (κι όχι σε σχέση με το τι ψήφιζαν αλλά με όλα τα υπόλοιπα) γίνονταν αυτοί, άλλο τόσο “δεξιά” γινόταν και η αγαπημένη τους “ανεξάρτητη” εφημερίδα.τα με θριαμβευτικό τρόπο θλιβερά ‘90s - κι έπειτα αποσιωπητικά
Η πτώση της κυκλοφορίας των (αθηναϊκών) εφημερίδων άρχισε να παίρνει ρυθμό καταβαράθρωσης μόλις οι τηλεοράσεις άρχισαν να παίρνουν ιδιωτικό χρώμα και μορφή. Απ’ το κατά μέσο όρο 1,1 μύριο φύλλα κάθε μέρα του 1989, πήγαν στις 851 χιλιάδες το ‘90, στις 722 χιλιάδες το ‘91, στις 642 χιλιάδες το ‘92. Υπήρχε βέβαια ένας κάποιος επιχειρηματικός συνεταιρισμός / συμβιβασμός στην ιδιοκτησία του mega - αλλά τι θα γινόταν με το “χαρτί”; Η απάντηση δόθηκε γρήγορα και με επιχειρηματική ακρίβεια: το χαρτί (οι εφημερίδες δηλαδή) θα γινόταν περιτύλιγμα για τις “προσφορές” των εκδοτών / επιχειρηματιών, προς το διψασμένο και με αισθητική ρακοσυλλέκτη κοινό τους. Η ελευθεροτυπία δεν ήταν εξαίρεση σ’ αυτό το κόλπο. Κι ούτε κανένας απ’ τους “να σου πω εγώ ποιός είμαι” ριζοσπάστες (υποτίθεται) συντάκτες της, παλιότερους ή νεώτερους, αισθάνθηκε ότι προσβάλλεται ριζικά απ’ αυτήν την εξέλιξη, κι ότι καλύτερα να πουλάει μαϊντανό στις λαϊκές παρά να γίνει μαϊντανός των διαφημιστών και της κατανάλωσης. Όχι! Ο μετασχηματισμός, βαθύς, κοινωνικός, ηθικός, αξιακός, αισθητικός, μετασχηματισμός της συντριπτικής πλειοψηφίας της ελληνικής αριστεράς και άκρας αριστεράς, είχε ολοκληρωθεί εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Πόσα χρόνια να είχαν περάσει απ’ τις ηρωϊκές υποσχέσεις και απειλές; 100; 200; Όχι. Ούτε 15. Η ίδια γενιά ακριβώς!
Η ελευθεροτυπία, μέσα στον ιδιαίτερο ενδο-εκδοτικό ανταγωνισμό, έπρεπε να βρει την δική της σταθερή θέση· χωρίς να διαφοροποιηθεί απ’ τον γενικό βούρκο. Γιατί τότε, απλά, δεν θα πούλαγε. Σ’ ότι αφορούσε το δεύτερο, το πράγμα ήταν εύκολο: ελληνοσερβική φιλία, “το όνομά μας είναι η ψυχή μας”, “μουσουλμανικό τόξο” κι όλα όσα έδεσαν τον άξονα Αθήνας - Βελιγραδίου και την σφαγή χιλιάδων βόσνιων αντρών και γυναικών. Σ’ ότι αφορούσε το πρώτο, η ιδιοκτησία της εφημερίδας εξασφάλισε (για το κοινό της) δυο δυνατά χαρτιά. Το πρώτο ήταν η δημοσιογραφική ομάδα του ιού. Το δεύτερο ήταν, λίγο αργότερα, ο (ακόμα άγνωστος τότε) Θέμος Αναστασιάδης.
Ουσιαστικά επρόκειτο για δύο “άκρα” που μόνο ο αριστερός μεταμοντερνισμός θα μπορούσε να τρώει, να χωνεύει και να αφοδεύει ταυτόχρονα. Για το υποτιθέμενο ελευθεριακό πνεύμα της ελευθεροτυπίας η συνύπαρξη του “ιού” και της “μαύρης τρύπας” ήταν πανηγυρική επίδειξη του “ανοικτόμυαλου ορίζοντα”. Τόσο της ιδιοκτησίας όσο και του στελεχικού δυναμικού: υποθέτουμε ότι η καθημερινότητα στα γραφεία του Ν. Κόσμου ήταν γενικά ειρηνική...
Όμως η “μαύρη τρύπα”, ο ορισμός της ξεφτίλας και της σαπίλας απ’ την πρώτη ως την τελευταία λέξη (συμπεριλαμβανομένου του σεξιστικού υπονοούμενου του τίτλου της “στήλης”) στο όνομα του “χιούμορ”, σταθερά στην τελευταία σελίδα για κάποια χρόνια, οδήγησε την ελευθεροτυπία σε μια παγκόσμια πρωτοτυπία: να διαβάζεται με τον αραβικό τρόπο, πρώτη σελίδα ανάγνωσης να είναι η τελευταία. Η “μαύρη τρύπα”, δηλαδή ο ρατσισμός, ο σεξισμός, ο μισανθρωπισμός του λευκού πρωτοκοσμικού γαμιά, δεν διέφθειρε τους χιλιάδες αριστερούς (και αριστερές) φανατικούς της “στήλης”. Όχι. Τους πούλησε αυτό που ήθελαν σε light, υποτίθεται, εκδοχή. Χωρίς περιττά λιπαρά, κλπ. Ορισμένοι / ορισμένες βγήκαν απ’ τα ρούχα τους μόνο όταν το παχύ έντερο της περσόνας (πια, χάρη στην ελευθεροτυπία) Θέμος Αναστασιάδης πρόσβαλε τις γυναίκες του άλλοτε Ρήγα Φεραίου... Όλα κι όλα! Τους αλβανούς, τις ουκρανές, τις μολδαβές, τους τσιγγάνους, τις “ξανθιές”, τους αναρχικούς, ξανά και ξανά τους αλβανούς... αυτά εντάξει. Όχι όμως “κι εμάς”! Από δίπλα, αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας υποκουλτούρας, αλλά πιο “αθόρυβος”, “αναγεννημένος επιβήτορας” κι αυτός χάρη στα “δίμετρα ουκρανικά μωρά”, ένας άλλος αστέρας - παιδί της ελευθεροτυπίας: ο Α. Ρουμελιώτης.Αν έχουν (ή, πιο σωστά, είχαν) μια σημασία αυτά είναι εν μέρει μόνο για το φαινόμενο ελευθεροτυπία στη διαχρονική του εξέλιξη. Κάτι παραπάνω απ’ το μισό της σημασίας αφορά (και αφορούσε) το “κοινό” της. Το οποίο δεν άλλαξε σαν φυσικά πρόσωπα. Απλά εξελίχτηκε. Αν με κάποιο μυστήριο και μεταφυσικό τρόπο βρυκολάκιαζε το (όχι μακρινό) παρελθόν αυτών των χιλιάδων της “ευρύτερης αριστεράς”, τότε, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘90, θα πήγαινε μονάχο του, ξυπόλυτο, ντυμένο με ό,τι κουρέλια έβρισκε πρόχειρα, και θα έκανε την “αγαπημένη εφημερίδα” στάχτη - για να τους εκδικηθεί. Θα ήταν ένα αισχρό τέλος για ένα ατελείωτο αίσχος. Ευτυχώς οι “ευαισθησίες” της “αριστεράς και της προόδου” ήταν ζόμπι μεν, καλοκάγαθα δε. Το ότι, όμως, η πλέον αριστερίστικη εφημερίδα μεγάλης κυκλοφορίας (πιθανότατα σ’ όλη την ευρώπη) κατάφερε μέσα σε κάτι παραπάνω από 15 χρόνια να γίνει πιο σιχαμένη από οποιαδήποτε μέτρια και στοιχειωδώς σοβαρή συντηρητική εφημερίδα χωρίς να χάσει ούτε το κοινό ούτε τον ιδεολογικό της αέρα είναι κάτι ιδιαίτερα σοβαρό. Επειδή δεν αφορά μόνο (ή κυρίως) το είδος “μήντια” στην ελλάδα· αφορά το είδος “κοινωνία” και το υποείδος “αριστερά - αυτής - της - κοινωνίας”.
Για παράδειγμα (κι αυτό θα το θυμούνται τόσο οι παλιότεροι αναγνώστες της εφημερίδας όσο και το σύνολο των εργαζόμενων σ’ αυτήν) κάποτε ξέσπασε ένας “παράξενος πόλεμος” ανάμεσα στον διευθυντή της εφημερίδας (Φυντανίδη) και τον Σ. Κόκκαλη. Ο πόλεμος διεξαγόταν εκ μέρους του διευθυντή με δηλητηριώδη υπονοούμενα στα “παραπολιτικά”, όπου οι κόκες ήταν το πιο light που γράφτηκε / υπονοήθηκε, και μια τουλάχιστον δολοφονία το πιο hard core. Η διαπροσωπική διάσταση του πράγματος κατέληξε, όπως ήταν αναμενόμενο, στα δικαστήρια· όπου χάρη σε κάποια “πρύμνα ανάκρουση” κατέληξε σε συμβιβασμό. Όμως η διάσταση της δημόσιας σφαίρας και της θέσης της ελευθεροτυπίας σ’ αυτήν ήταν διαφορετική: πέρα απ’ το να είναι περιτύλιγμα για προσφορές και δώρα, η “αριστερή” εφημερίδα ήταν περιτύλιγμα μιας a la carte espresso. Σ’ αυτό το περιβάλλον οποιοδήποτε άλλο “χαρτί”, του είδους οι αντιεθνικιστές του “ιού”, έμοιαζε πάντα σαν κάτι ανάμεσα σε γελοιογραφία και πλυντήριο· εάν επέμενε κανείς να εννοεί την ελευθεροτυπία σα σύνολο, κι όχι σαν άθροισμα σελίδων που τυχαία βρίσκονται μαζί στα περίπτερα. [1]
η κρίση είναι (πάντα) κρίσιμη
Όταν η κάποτε ιδιοκτησία του ραδιοσταθμού flash (δηλαδή ο κύριος Κόκκαλης) άρχισε να κάνει νερά και να μην πληρώνει (εν όψει της πώλησης του σταθμού) οι δημοσιογράφοι και λοιποί συντελεστές του θύμωσαν και τον κατέλαβαν. Τότε - και για όσο διάστημα κράτησε η κινητοποίηση - άρχισαν τα στόματά τους να “λύνονται”. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να νομίζει κανείς πως εκεί πάντα συνέβαινε πόλεμος μεταξύ αφεντικού και μισθωτών· που απλά βρήκε την ευκαιρία να εξωτερικευτεί... Αλλά όχι. Δεν συνέβαινε κάνενας πόλεμος· κι ούτε συνέχισε...
Όσοι / όσες δουλεύουν σα μισθωτοί (ακόμα και με “μπλοκάκια”...) στους τομείς ιδεολογικής παραγωγής του προηγούμενου ή και του τωρινού Παραδείγματος καπιταλιστικής οργάνωσης, είχαν πάντα ένα πρόβλημα παραπάνω από άλλους μισθωτούς: το τι να κάνουν με τη συνείδησή τους. Γιατί όλες οι δουλειές είναι δυσάρεστες, κι όλα τ’ αφεντικά είναι εχθροί· τι συμβαίνει όμως όταν η “δουλειά σου” είναι να στραβώνεις άλλους;
Αυτόν τον επιπλέον μπελά τον είχαν πάντα οι δάσκαλοι και οι καθηγητές - οι παλιές φιγούρες εργαζόμενων στον άλλοτε μοναδικό ιδεολογικό μηχανισμό. Όμως τα δικά τους περιθώρια πρακτικής καθημερινής αντίστασης μένοντας στη δουλειά είναι (δεν ξέρουμε τι γινόταν πριν 40 ή 50 χρόνια, αναφερόμαστε στις τελευταίες δεκαετίες) πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτά των δημοσιογράφων και λοιπών παραγωγών ή/και διαχειριστών “πληροφόρησης”. Τι κάνεις, λοιπόν, όταν πληρώνεσαι για να λες ψέμματα ή μισοαλήθειες - και πάντως αντίθετα ή διαφορετικά απ’ αυτά που οι γνώσεις σου, η ηθική σου και η συνείδησή σου θα σου επέτρεπαν να πεις; Η μία απάντηση είναι ότι αλλάζεις δουλειά. Η άλλη είναι ότι αλλάζεις συνείδηση.
Παρ’ όλα αυτά, είτε “κάνοντας τον μαλάκα” είτε γινόμενος τέτοιος, κανείς δεν εξασφαλίζει τον μισθό για πάντα! Αυτός είναι ο καπιταλισμός, αυτές είναι οι επιχειρήσεις - μυστικό δεν είναι. Όταν οποιοσδήποτε λοιπόν ζυγίζει απ’ την μια τα λεφτά και το κύρος κι απ’ την άλλη την ηθική, τη συνείδηση και την αξιοπρέπειά του, πρόκειται να πάρει μια εξαιρετικά σοβαρή απόφαση. Η σοβαρότητά της δεν έγκειται στο αν θα τον πουν άλλοι ρουφιάνο - όχι. Η σοβαρότητά της έγκειται ότι διακινδυνεύει να βρεθεί κάποια στιγμή, από κάποια περίεργη τροπή της ιστορίας, με διαψευμένες τις βεβαιότητές του. Χωρίς δουλειά αλλά και με κουρελιασμένη συνείδηση.
Το τι ήταν τα μήντια, όλα τα μήντια (χάρτινα και ηλεκτρονικά) τους καλούς καιρούς, μέσα στην ιδεολογική τους λειτουργία, ήταν πασίγνωστο. Απ’ την μια εξαπτέρυγα της διαφήμισης, των διαφημιστικών εταιρειών, της προώθησης εμπορευμάτων. Απ’ την άλλη “φίλοι” των τραπεζών, μ’ όλες τις πιθανές επιπλοκές που θα μπορούσε να έχει αυτό. Και, φυσικά, τόσο οι ιδιοκτήτες όσο και η διοικητική / ιεραρχική πυραμίδα και ο ρόλος της σε κάθε μήντιο χωριστά και σ’ όλα μαζί, δεν ήταν μυστικά. Εκείνοι κι εκείνες που δούλευαν εκεί τα ήξεραν αυτά από πρώτο χέρι.
Ο καλός καιρός όμως είχε το υπερόπλο. Λεφτά - ή ελπίδα λεφτών. Καριέρα - ή ελπίδα τέτοιας. Κι ενώ ο καθένας μπορεί να επικαλεστεί την “ανάγκη για μια δουλειά”, ακόμα πιο σημαντικό είναι το πόσο μακρυά είναι διατεθειμένος να πάει “για μια δουλειά”. Και ο φόνος μια δουλειά είναι - λοιπόν; Οι ηθικές ή οι διανοητικές ή οι συναισθηματικές δολοφονίες είναι βέβαια πιο light· γι’ αυτό όμως διαπράττονται και πιο μαζικά, πιο εύκολα, πιο χαριτωμένα, πιο απορυβα. Κι αν τα υποψήφια θύματα, τα media victims, αποφάσιζαν να κάνουν το σωστό εκεί στα ‘90s ή αργότερα στα ‘00s, αυτό λοιπόν δεν θα προκαλούσε άραγε μεγάλη ανεργία στον κλάδο των δημοσιογράφων και λοιπών συντελεστών των μήντια;
Δεν έγινε αυτό. Ο καπιταλισμός δούλεψε “από μόνος του”, οπότε συνέβη το άλλο: απ’ την μια οι τράπεζες βουλιάζουν οπότε δεν δίνουν τα δάνεια που έδιναν άλλοτε· απ’ την άλλη η κατανάλωση βουλιάζει, ακολουθεί ο διαφημιστικός κύκλος· και μαζί του οι θεραπαινίδες του. Είναι φρικτά κι απαίσια τ’ αφεντικά και οι προϊστάμενοι; Είναι - και πάντα ήταν. Ήταν φρικτά κι απαίσια κι όταν μαζί με τον (όποιον) μισθό έδιναν και την “γραμμή”: αυτό το λέμε, αυτό δεν το λέμε. Η ιδιοκτησία και το ανώτερο προσωπικό της ελευθεροτυπίας ήταν τέτοιοι κι όταν είχε ξεπλυθεί ο αριστερισμός (τους), ας πούμε στα ‘80s, κι όταν το ο βουλευτής Χ παρέσυρε και σκότωσε με το αυτοκίνητό του μια νεαρή γυναίκα απαγορευόταν να γραφτεί στις σελίδες της (όπως και σ’ όλες τις υπόλοιπες) - για να θυμηθούμε ένα απλό, υπαρκτό παράδειγμα. Το φρικτό και το απαίσιο δεν ήταν τότε βέβαια το τωρινό, οι απολύσεις και οι εκβιασμένες μειώσεις μισθών. Ήταν το ψέμα, η απόκρυψη - και η συναλλαγή πίσω της. Το φρικτό και το απαίσιο ήταν - κι έτσι συμβαίνει με τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, απ’ την θρησκεία μέχρι τα μήντια - η παθητική ή/και ενεργητική συνενοχή.
Φαινόταν πως η συνενοχή μπορεί να πληρώνεται καλά ή καλούτσικα. Την ίδια σιγουριά την είχαν πολλοί, παρά πολλοί· μακριά απ’ τα μήντια, σ’ όλη την κοινωνία... Λάθος!! Όταν έχεις πουλήσει το μοναδικό που είναι στ’ αλήθεια δικό σου, το μοναδικό που πραγματικά σου ανήκει, την συνείδησή σου δηλαδή, θα έρθει καιρός που θα είσαι περιττός. Επειδή μπήκαν “στη δουλειά” καινούργιοι / καινούργιες· ή επειδή “η δουλειά ζορίζεται”. Είναι μια φορά κακό να σε απολύουν και να μένεις στον άσσο. Είναι δέκα φορές κακό να είσαι αξιολύπητος. Και είναι εκατό φορές κακό να σου συμβαίνουν αυτά όταν έχεις διατελέσει συνένοχος στο έγκλημα.
Το “πρόβλημα” της ελευθεροτυπίας δεν είναι μόνο η τωρινή της ιδιοκτήτρια, που δεν έχει ιδέα απ’ την δουλειά αλλά την κληρονόμησε... Όπως, ανάλογα, το “πρόβλημα” της ελληνικής αριστεράς δεν είναι εκείνοι στις γραμμές των στελεχών της που “δεν ξέρουν τη δουλειά” αλλά την έχουν κληρονομήσει. Το πρόβλημα είναι αυτοί που τις ήξεραν και τις ξέρουν αυτές τις δουλειές. Είναι βρώμικες - απλά. Βρώμισαν πριν πολύ πολύ καιρό.