Η γενιά του Ντανγκούν αρχίζει με τον παππού του Χουανίν, τον Άρχοντα του Ουρανού. Ο Χουανίν είχε έναν γιό, τον Χουανούνγκ, ο οποίος ήθελε να ζήσει στην γη ανάμεσα στις πεδιάδες και τα βουνά. Ο πατέρας επέτρεψε στο γιό και σε 3000 ακολούθους του να κατεβούν στην γη, στο όρος Μπαεκντού, όπου ο Χουανούνγκ ίδρυσε την Σίνσι, την Πόλη του Θεού.
Μια τίγρης και μια αρκούδα προσευχήθηκαν στο Χουανούνγκ, να γίνουν άνθρωποι. Ο Χουανούνγκ τους άκουσε και τους έδωσε σκόρδο και αρτεμισία, με την οδηγία να τρώνε μόνο απο αυτά και να μείνουν μακριά απο το φως του ήλιου για 100 μέρες. Η τίγρης δεν άντεξε και έπειτα απο 20 μέρες εγκατέλειψε την σπηλιά όπου είχαν καταλύσει. Η αρκούδα όμως άντεξε και έτσι μετά το πέρας των 100 ημερών μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Η τίγρης και η αρκούδα λέγεται ότι αντιπροσωπεύουν τις φυλές που επιδίωξαν την εύνοια του ουράνιου πρίγκηπα.
Η γυναίκα αυτή, η Ούνγκνεο, ήταν πανέμορφη και ευγενική. Παρ όλα αυτά ήταν δυστυχισμένη γιατί δεν είχε σύζυγο. Προσευχήθηκε στην ιερή σημύδα να ευλογηθεί με ένα παιδί. Ο Χουανούγκ συγκινήθηκε απο τις ικεσίες της, την πήρε για γυναίκα του και ύστερα απο λίγο γέννησε έναν γιό ο οποίος πήρε το όνομα Ντανγκούν Γουανγκεόμ.
Όταν ο Ντανγκούν μεγάλωσε, ανέλαβε τον θρόνο και έχτισε μια τειχισμένη πόλη, την Ασάνταλ, στην περιοχή της σημερινής Πιονγιάνγκ. Μαζί με τους ακόλουθούς του, τα σύννεφα, την βροχή και τον άνεμο, παρέδωσε νόμους και ηθικούς κώδικες στους ανθρώπους, και τους δίδαξε την γεωργία και τις διάφορες τέχνες. Το βασίλειό του το ονόμασε Τζοσόν, το οποίο και σήμερα αναφέρεται ως Γκοτζοσόν (παλαιό Τζοσόν) για να ξεχωρίζει με το ομώνυμο βασίλειο που ιδρύθηκε τον 14ο αιώνα μ.Χ.










