Το μακελειό έγινε αργά την νύχτα, οι Έλληνες είχαν πιάσει όλα τα πόστα, χωρισμένοι σε τρία σώματα από 26 άνδρες το κάθε σώμα και ο Γαρέφης πλησίασε στο μέρος που ήταν οι κομιτατζήδες, αλλά τον αντιλήφτηκε ο σκοπός που φώναξε έντρομος
«Λε λε μάικο, λε λε τάτκο» (μανούλα μου, πατερούλη μου), ο Γαρέφης σκοτώνει τον φρουρό και χυμάει στην καλύβα των αρχηγών, αδειάζει δύο σφαίρες στο κεφάλι του αποσβολωμένου Καρατάσου και πυροβολεί τον Λούκα που ( που από χρόνια λυμαινόταν τα βοδενά και τα χωριά Νιάουσταν, ο κομιτατζής εκ του τραύματος πέθανε αργότερα) εν τω μεταξύ ψάχνει να βρει το πιστόλι του, αδειάζει τις υπόλοιπες σφαίρες του στους περίτρομους γραμματικούς και στον γερό Τσότσο (που πληγώνεται στο πόδι) και την ώρα που κυνηγά τον πανικόβλητο Τζόλη δέχεται μια σφαίρα στην κοιλιά και πέφτει στην είσοδο της καλύβας.
Στο μεταξύ το τουφεκίδι έχει ανάψει, όταν τελείωσε η συμπλοκή τότε εντελήφτηκαν ότι ο καπετάνιος είχε χτυπηθεί βαριά, όλο αυτό το διάστημα τους φώναζε πεσμένος «Χτυπάτε παλληκάρια μου, χτυπάτε λεβέντες». Το πιθανότερο είναι ο Γαρέφης να τραυματίστηκε από φίλια πυρά μέσα στην νύχτα.
Ας δούμε πως τηλεγραφούν τον θάνατο του Γαρέφη το «κέντρο»:
Μοναστήρι 12/25 Αυγούστου 1906
Αριθ Πρωτ 3217
Τηλεγράφημα
Απόρρητον Κωστής Γαρέφης εν επιθέσει αυτού κατά τριών βουλγαρικών συμμοριών, γενομένη παρελθούσαν Κυριακήν πληγωθείς, αφού εφόνευσεν ιδιοχείρως δύο επικινδυνωδεστάτους βοεβόδας, απέθανεν προχθές.
Εχάσαμεν ίσως τον κάλλιστον των μέχρι τούδε νέων αρχηγών….
Οι απόψεις για τις απώλειες των κομιτατζήδων ποικίλουν (από 6 μέχρι 17 νεκρούς) ενώ από ελληνικής πλευράς τραυματίστηκαν 7 άτομα. Στο μεταξύ όσοι Βούλγαροι σώθηκαν, τράπηκαν σε άτακτη φυγή κι η περιβόητη βουλγάρικη τσέτα, μένοντας ακέφαλη, διαλύθηκε λίγες μέρες αργότερα.

Η οικογένεια του Σαρακατσάνου Γ. Γιαννακούλα μπροστά στην καλύβα της όπου περιέθαλψε τον Γαρέφη. Σε αυτή την καλύβα ο Μακεδονομάχος μας, άφησε την τελυταία του πνοή...
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ: «Τελειώνουμε σήμερα ότι δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το ΕΑΜ. Είναι δική μας επιλογή οι Πρέσπες».