
Όπως όλοι πια ξέρουνε, την άνοιξη του 1943 ο «Ελληνικός Λαός ξεσηκώθηκε στην Αθήνα και σε μεγάλα επαρχιακά κέντρα» και ματαίωσε το σχέδιο της κατοχικής κυβέρνησης να επιβάλει πολιτική επιστράτευση και να στείλει μπουλουκηδόν Έλληνες εργάτες στη Γερμανία. Αυτό το επίτευγμα μόνο στη δική μας χώρα έγινε – και απόδειξη οι αριθμοί: Δύο περίπου εκατομμύρια ξένοι εργάτες είχαν δουλειά στη Γερμανία στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και από αυτούς οι Έλληνες δεν ήταν περισσότεροι από 2.500. Άρα –τεκμαίρεται αβιάστως- η Ελληνική Αντίσταση κατά του κατακτητή υπήρξε μεγαλειώδης, μοναδική και ανεπανάληπτη. Για να δούμε λοιπόν ακριβώς τι έγινε.
Ότι είχαν θάρρος οι χιλιάδες που διαδήλωναν την άνοιξη του 1943 στα μεγάλα αστικά κέντρα κατά της πολιτικής επιστράτευσης είναι γεγονός που δεν χωράει αμφιβολία. Μόνο να βλέπει κανείς, όντας άοπλος, τους Γερμανούς φαντάρους με τα κράνη κ.τ.λ. και τους έφιππους Ιταλούς καραμπινιέρους ήταν αρκετό για να τον πιάσει τρόμος. Από την άλλη όμως πλευρά, και οι Γερμανοί και οι Ιταλοί απέφυγαν τη σύγκρουση με τα πλήθη των διαδηλωτών: Κατά κανόνα πυροβολούσαν στον αέρα και συχνά, στις πόλεις της Θεσσαλίας π.χ., μετά τη διάλυση των διαδηλωτών, μόνο και μόνο για να αποτρέψουν νέες «συγκεντρώσεις». Το κυριότερο όμως είναι το εξής: Εντάξει, πέρα από το θάρρος και την αποτελεσματικότητα των οργανωτών των διαδηλώσεων (δηλαδή του Ε.Α.Μ.), μπορεί κανείς να πιστέψει ότι οι δυνάμεις Κατοχής φοβήθηκαν τους άοπλους διαδηλωτές; Στην ανάγκη μάλιστα, μπορούσαν να επιβάλουν «δια νόμου» την αναγκαστική πολιτική επιστράτευση και αντί να μαζέψουν 50.000 κόσμο π.χ., θα μάζευαν 10-15.000 και θα τους έστελναν στη Γερμανία. Οι υπόλοιποι θα κρύβονταν, θα έβγαιναν «στο βουνό» όπου ούτως ή άλλως ήδη κυριαρχούσε το Ε.Α.Μ., αλλά αυτό που ήθελαν οι Γερμανοί θα γινόταν: Μερικές, λίγες έστω, χιλιάδες Έλληνες εργάτες θα πήγαιναν στη Γερμανία. Άρα άλλος υπήρξε ο βαθύτερος λόγος της επιτυχίας των διαδηλώσεων – συγκεκριμένα:
1. Η σταθερή ισοτιμία του μάρκου: 1 Reichsmark= 60 δρχ. Οι εργάτες στη Γερμανία πληρώνονταν σε μάρκα, τα οποία μπορούσαν να στέλνουν στις οικογένειές τους, στη χώρα καταγωγής τους. Εάν όμως ο Έλληνας εργάτης έπαιρνε 1.000 μάρκα μηνιαίως, η οικογένειά του στην Ελλάδα θα εισέπραττε 60.000 δρχ, ποσό γελοίο λόγω του πληθωρισμού της Κατοχής. Αυτό το καταλάβαιναν οι Γερμανοί και έκαναν, ειδικώς όσον αφορά τους Έλληνες, τα «στραβά μάτια». Δεν τους πολυπίεζαν να πάνε στη Γερμανία.
Γαλλική αφίσα για την εργασία στη
Γερμανία
2. Οι Έλληνες εργάτες (ή τελοσπάντων αυτοί που μπορούσαν να θεωρηθούν «Έλληνες εργάτες» εκείνη την εποχή) εύρισκαν εξαιρετικά επικερδές και προτιμούσαν να ασχολούνται με την παραοικονομία, δηλαδή με ασχολίες συναφείς με τη «Μαύρη Αγορά», παρά να δουλεύουν «για τους Γερμανούς». Πράγματι, ακόμα και σε έργα που για λογαριασμό των Γερμανών είχαν αναλάβει οι πασίγνωστοι «εργολήπτες» (εργολάβοι) δημοσίων έργων, όπου η πληρωμή και ήταν υψηλή και μερικώς δινόταν σε τρόφιμα, απέφευγαν να πάνε να εργαστούν και για λόγους «εθνικούς, πατριωτικούς» κ.λπ. βέβαια, αλλά και γιατί θεωρούσαν επικερδέστερο να εργάζονται για τους μαυραγορίτες. Με άλλα λόγια, πήγαιναν στην επαρχία, μάζευαν τρόφιμα, τα μετέφεραν στην Αθήνα, στους «εργοδότες τους» κ.λπ.
3. Κάτω τις συνθήκες αυτές, η όποια προπαγάνδα των Γερμανών υπέρ της «εθελοντικής εργασίας στο Ράιχ» ήταν άκαρπη. Και για να ξέρουμε πού βρισκόμαστε και πού πατάμε, σας πληροφορώ ότι κύριο φερέφωνο των γερμανικών εκκλήσεων για «εργασία στο Ράιχ» ήταν η πασίγνωστη εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», η οποία, αντί να κλείσει μετά το τέλος της Κατοχής, άλλαξε τον τίτλο της από «Ελεύθερον Βήμα» σε «Βήμα» σκέτο και έγινε ο μέγας στυλοβάτης των δημοκρατικών φρονημάτων και αιτημάτων του Ελληνικού Λαού. Ε, εδώ δεν αντέχω, θα το πω ακόμα μια φορά: Να τι θα πει Ελλάδα!

4. Έτσι, φίλες και φίλοι του «Θεόδοτου», λόγω αυτής της έρμης της σταθερής ισοτιμίας του μάρκου και της ελληνικής «Μαύρης Αγοράς», η οποία, το τονίζω ακόμα μια φορά, ΥΠΗΡΞΕ ΓΕΓΟΝΟΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΥΡΩΠΗ (ούτε στη Γαλλία π.χ. ούτε στην Ολλανδία και το Βέλγιο, ούτε στις Σκανδιναβικές χώρες υπήρξε πείνα και «μαύρη αγορά» όπως εκείνες του 1941-1942 στην Αθήνα και τον Πειραιά και γενικά στην Ελλάδα), οι Έλληνες δεν ήθελαν να πάνε να εργαστούν στη Γερμανία, παρά το ότι τελικά οι αρχές του Ράιχ ανέλαβαν και τον εφοδιασμό σε τρόφιμα των οικογενειών των εργατών οι οποίες θα έμεναν στην Ελλάδα. Πολλοί τότε στη χώρα μας επέθαναν από την πείνα και τα γερμανικά αντίποινα (άλλη ιστορία αυτή, θα τα πούμε σε άλλο άρθρο Θεόδοτου επιτρέποντος) αλλά και επίσης πολλοί έγιναν τότε πάμπλουτοι. Εξ ου και το περίφημο ελληνικό ρητό της Κατοχής: «Πότε πεθαίνει ο βλαξ; Στον πόλεμο! Πότε πλουτίζει ο έξυπνος; Στον πόλεμο!»
Παρά ταύτα, οι συνθήκες εθελοντικής εργασίας στη Γερμανία παρέμεναν ελκυστικές, οπότε περίπου 2.500 Έλληνες μπήκαν στο Ράιχ «για να εργασθούν». Ε, τότε ήταν που έγινε το έλα-να-δεις. Δηλαδή:
Α) Πολλοί προσπάθησαν να μπουν στη Γερμανία χωρίς άδεια, επειδή λόγω μαύρου και άραχλου ποινικού μητρώου τους οι αρχές του Ράιχ δεν τους δέχονταν. Οπότε τους έπιαναν στα σύνορα ή στις πόλεις όπου κατάφερναν να διεισδύσουν και τους έστελναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. (Να πού οφείλεται και ο πολύ μεγάλος αριθμός Ελλήνων που μαρτύρησαν στα γερμανικά «στρατόπεδα του θανάτου»).
Β) Αυτοί τελοσπάντων που κατάφερναν να μπουν και να ενταχθούν στο δυναμικό κάποιου εργοστασίου, απέφευγαν συστηματικώς να εργαστούν και ασχολούνταν με άλλες δραστηριότητες ιδιαιτέρως επικερδείς, όπως: πορνεία (ομοφυλοφιλική και άλλη), μαύρη αγορά (είχαν ήδη την απαραίτητη τεχνογνωσία!) και λαθρεμπόριο. Όσοι μάλιστα από αυτούς δεν είχαν «τα κότσια» να στήσουν μεγάλες δουλειές, ἐκαναν κάτι πολύ πιο απλό, «χωρίς μεγάλους κινδύνους». Στο Ράιχ η προμήθεια τροφίμων του –γερμανικού- πληθυσμού γινόταν με δελτία. (Αυτό περιέργως απέφυγαν να το κάνουν οι ελληνικές κυβερνήσεις της Κατοχής. Γιατί; Έλα ντε! Γιατί;) Έμπαιναν λοιπόν οι γνήσιοι απόγονοι του Περικλή στα καταστήματα τροφίμων, ένας απασχολούσε τον Γερμανό καταστηματάρχη και 1-2 άλλοι έκλεβαν δελτία τροφίμων, που στη συνέχεια «πωλούσαν» σε Γερμανούς ή και σε ξένους εργάτες σε μεγάλες –εννοείται-τιμές.

Και όσοι όμως δεν μπορούσαν ούτε αυτό να κάνουν, δεν έμειναν παραπονεμένοι. Χτυπούσαν την πόρτα ενός γερμανικού σπιτιού, λέγαν πως ήταν πρόσφυγες από την Ελλάδα, τη «χώρα που γέννησε τον πολιτισμό» κ.τ.λ. και ζητιάνευαν δελτία τροφίμων. Τους Γερμανούς παπούδες και γιαγιάδες (οι νέοι πολεμούσαν στα διάφορα μέτωπα) τους έπιανε η συγκίνηση και έδιναν δελτία τροφίμων στους απογόνους εκείνων που είχαν φέρει στην Ευρώπη τον πολιτισμό. Την επομένη όμως, ο «χαροκαμμένος» Έλλην τους ξαναχτύπαγε την πόρτα και ζητούσε και άλλα δελτία τροφίμων. «Μα σου δώσαμε χτες», απαντούσε ο Γερμανός παπούς. «Αν δεν μου δώσεις κι άλλα, θα πάω στη Γκεστάπο μ’αυτά που μου έδωσες χτες και θα πω πως μου τα πούλησες» ήταν η απάντηση του υπερήφανου Έλληνος. Έντρομοι οι Γερμανοί ηλικιωμένοι οικογενειάρχες τους έδιναν κι άλλα δελτία, που αυτοί στη συνέχεια πωλούσαν στους «ομοεθνείς τους» κι έτσι περνάγανε μια χαρά, ξεζουμίζοντας γερμανικές οικογένειες, επί μήνες. Εδώ θα επαναλάβουμε κάτι που γράφτηκε και στο προηγούμενο άρθρο, η στρατιωτική και πολιτική αστυνομία των Γερμανών ήταν απείρως αυστηρότερη με τους Γερμανούς τους ίδιους παρά με τους κατεκτημένους λαούς. Ο μελετητής της ιστορικής αυτής περιόδου μπορεί να βρει τεράστιο όγκο παραδειγμάτων εκτελέσεων από την στρατιωτική αστυνομία απλών Γερμανών στρατιωτών για «ψύλλου πήδημα» που θα λέγανε και οι νεοέλληνες.
Γ) Όσοι ούτε αυτό δεν ήταν σε θέση να κάνουν, το έριχναν στην επαιτεία (ζητιανιά). Δεν υπήρχε Γερμανός που δεν θα ελεούσε έναν «αναξιοπαθούντα απόγονο του Λεωνίδα και του Σωκράτη». Το πιο χαριτωμένο μάλιστα είναι ότι το κόλπο το πήραν είδηση και άλλοι Βαλκάνιοι, που το’ριξαν κι αυτοί στη ζητιανιά παριστάνοντας τους… Έλληνες! Κάτι σαν τους επαίτες πριν μερικά χρόνια που είχαν αυτοβαπτιστεί όλοι ορθόδοξοι Σέρβοι! Εδώ και πάλι δεν αντέχω και θα το πω: Να τι θα πει Ελλάδα και η πολυθρύλητη υπερηφάνεια του λαού μας την οποία προσφάτως ανέφερε και ο υπουργός οικονομικών μας Γιάνης (προσοχή στο ένα «ν»).
Δ) Υπό τας συνθήκας αυτάς (που έλεγαν και οι παλιοί), οι 2.000-2.500 Έλληνες που είχαν κατορθώσει να μπουν στο Ράιχ περνούσαν «ζωή μαχαραγιά». Να γλέντια σε κέντρα, να μεγάλα πουρμπουάρ στα –γερμανικά- γκαρσόνια, να πολυτελής διαβίωση γενικώς και να και επιθέσεις σε Γερμανίδες, τις οποίες ξεμονάχιαζαν και τις άρπαζαν από τους «μαστούς ή τους γλουτούς» και αυτές τα έχαναν, καθότι ασυνήθιστες σε συμπεριφορά όπως εκείνη των απογόνων εκείνων οι οποίοι είχαν χοληστερίνη, όταν οι πρόγονοι των Γερμανών τρέφονταν αποκλειστικώς με βαλανίδια.

Ε) Τελικώς, οι Γερμανοί αγανάκτησαν, αλλά επειδή δεν ήθελαν να αμαυρώσουν το όνομα της Ελλάδας πήραν τα εξής μέτρα: Απαγόρευσαν την παραμονή Ελλήνων στην καρδιά του Ράιχ, δηλαδή στη σημερινή Γερμανία, και την περιόρισαν μόνο στην Αυστρία και σε ορισμένα σημεία της Τσεχοσλοβακίας. Επιπλέον, ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση της Κατοχής να κάνει… συστάσεις στους «παρεκτρεπομένους» πράγμα που έγινε από το γραφείο του τότε πρωθυπουργού μάλιστα, αλλά με το αποτέλεσμα το οποίο πολύ εύκολα θα μπορούσε κανείς να προβλέψει: Μηδέν!
Υπάρχει όμως και κάτι συγκινητικό. Οι Έλληνες, όπου και αν βρεθούν, δεν λησμονούν τα πάτρια ήθη και έθιμα. Στο «Μαουτχάουζεν» του Καμπανέλλη π.χ. υπάρχουν σπαρακτικές σελίδες που αποδεικνύουν το πόσο ο Έλληνας είναι ψυχικά δεμένος με τις παραδόσεις του. Το αυτό έγινε και με τους εργάτες «μας» στη Γερμανία. Συγκεκριμένα: Όλοι σας θα έχετε παρατηρήσει ότι σε οποιαδήποτε χώρα κι αν πάτε υπάρχουν παντού τουαλέτες λιγότερο ή περισσότερο καθαρές αλλά πάντοτε διαθέσιμες στο κοινό (έστω και με πληρωμή ενός μικρού ποσού). Μόνο στη δική μας χώρα, έτσι και ζητήσεις τουαλέτα είναι σαν να ζητάς τη σπηλιά του Αλή Μπαμπά με το λυχνάρι του Αλαντίν μέσα. Γιατί; Την απάντηση μας τη δίνουν οι Έλληνες εργάτες στη Γερμανία: «Έκαναν την ανάγκη τους» οπουδήποτε εκτός από εκεί που έπρεπε. Ακριβώς έξω από την πόρτα του καταλύματός τους (επειδή φρόντιζαν την υγεία τους και δεν ήθελαν να «αποπατούν» εκεί που κοιμόντουσαν), δίπλα στις τουαλέτες, κοντά στις τουαλέτες και όποτε είχαν το ψυχικό σθένος να μπουν στις γερμανικές τουαλέτες, απαξιούσαν να «αποπατήσουν» μέσα στη λεκάνη. «Έκαναν την ανάγκη τους» γύρω από τη λεκάνη, κοντά στη λεκάνη ή –αυτό αποτελεί επίτευγμα μοναδικό!- πάνω στο σκέπασμα της λεκάνης!
Πού οφείλεται αυτή η τελείως ιδιόρρυθμη σχέση του Έλληνα με την τουαλέτα; Εδώ χρειαζόμαστε τα φώτα κάποιου «κοινωνικού ανθρωπολόγου», κοινωνιολόγου ή κάποιου τέτοιου τελοσπάντων… Ενδέχεται ασφαλώς να ήταν και κάποιου είδους αντίστασης με σκοπό τον ψυχολογικό πόλεμο κατά του εχθρού. Δυστυχώς βέβαια οι «αντιστασιακοί της τουαλέτας» δεν φαίνεται να διεκδίκησαν συντάξεις από το ελληνικό δημόσιο, όπως έκαναν εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι. Αυτό ασφαλώς είναι λυπηρό διότι ενδέχεται η μέθοδος αντίστασης τους να ήταν αποτελεσματικότερη ενάντια στον κατακτητή από ό,τι η δράση του ΕΛΑΣ, ο οποίος άλλωστε σπανίως ασχολούταν με τους Γερμανούς αφού προείχε η εξόντωση των μη-κομμουνιστών ανταρτών. Όπως και να έχει, οι Γερμανοί τα έχασαν με αυτή τη συμπεριφορά, έμειναν άναυδοι και τελικά δεν ήταν σε θέση να αντιδράσουν. Ιδού λοιπόν ακόμα μια πράξη αληθινής αντίστασης των Ελλήνων στο γερμανικό φασισμό. Η εξουδετέρωση μέρους έστω του νευρικού συστήματος του κατακτητή εντός της ίδιας του της χώρας!
Αγαπητοί αναγνώστες του Θεόδοτου! Κλείνω την παρέμβασή μου αυτή με ένα ερώτημα και δύο επισημάνσεις. Το ερώτημα: Ούτε εγώ δεν μπορώ να καταλάβω τι έκαναν η Gestapo, τα διαβόητα SS, η SD και όλα τα άλλα όργανα του Ράιχ. Δεν μπορούσαν να μαζέψουν 2.000 Νεοέλληνες; Εδώ το θέμα μου μυρίζει – και πολύ μάλιστα- αλλά η σχετική έρευνα δεν είναι αυτής της στιγμής.
Και τώρα οι επισημάνσεις:
1. Όσοι ενδιαφέρονται για το θέμα των «Ελλήνων εργατών στη Γερμανία», ας ανατρέξουν στο βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα, «Η ελληνική οικονομία κατά την Κατοχή», εκδόσεις: Ερωδιός, (Θεσσαλονίκη) από τη σελίδα 209 και μετά.
2. Πολλούς εναγωνίως τους απασχολεί το θέμα του «γερμανικού χρέους» προς την Ελλάδα. Μην αγωνιάτε, σας παρακαλώ πολύ: και αυτό θα το δούμε, Θεοδότου επιτρέποντος βέβαια.
http://theodotus.blogspot.gr/2015/06/t-1942-1944.html
Σοδόμισε ασάλιωτα ιπαιρηφαναις ψυχές Αιλήνον, απογόνων του Λεονάιντας.




