Έτσι για να δούμε πως λειτουργούσαν οι προδότες στην κατοχή, ας πάρουμε έναν διάλογο :
Στην περιοχή μας είχαμε αρκετούς δοσίλογους,, ωστόσο ο πιο γνωστός κι ο πιο αιμοβόρος ήταν ο Πατράνης με τα όνομα . Αυτός κατέδωσε πολλούς και το ξέραμε, μα δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα, τον προστάτευαν οι Γερμανοί.
Ένα βράδυ μόνο, κάποιοι που φαίνεται πως το λεγε η καρδιά τους, μπήκαν στο σπίτι του με κουκούλες και τον ξυλοκόπησαν άγρια κι από τότε έψαχνε να μάθει ποιοι ήσαν για να τους …περιποιηθεί καταλλήλως …… μια μέρα στον καφενέ του Γιαννιού με πλησίασε αυτό το απόβρασμα της κοινωνίας, κάθισε να πιει έναν καφέ και μου είπε:
« Αλήθεια εκείνη τη συγγενή σας… αυτή με το κοριτσάκι, τι την κάνατε; Γιατί έφυγε; Σε τέτοιους καιρούς, που την αφήσατε να πάει;» (ΣΣ αυτή ήταν Εβραία που έκρυβαν στο σπίτι τους).
Δεν έχασα το θάρρος μου. Αλίμονο αν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Έπρεπε και μπορούσα να τον αντιμετωπίσω ψύχραιμα. Να τον κάμω να καταλάβει πως δεν τον φοβόμουνα.
Τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια και του απάντησα :
«Στην Θεσσαλονίκη. Εκεί έχει κάτι συγγενείς από την μάνα της. Νισάφι πια, δεν μπορούσαμε να την κρατήσουμε περισσότερο γιατί, όπως είπατε, οι εποχές είναι δύσκολες».
«Καλά κάνατε, και που θα μένει; Στην εβραϊκή συνοικία;».
Φίδια με ζώσανε. Η σπόντα που πέταξε έδειχνε πως ήταν γνώστης της περίπτωσης . Έκανα πως δεν καταλάβαινα, δεν του απάντησα και τον άφησα, αν ήθελε να συνεχίσει την κουβέντα και τις ερωτήσεις του.
«Αστεία το λέω φυσικά, γιατί να… ένα πρωί άκουσα τη θυγατέρα σου να λέει στις φίλες της πως δεν την λένε Δέσποινα αλλά Ραχήλ, κι ένα απόγευμα που περνούσα πάλι, σαν να μου φάνηκε πως έψαλλε έναν εβραϊκό ύμνο απ το Ταλμούδ, καθισμένη στα σκαλιά. Μα σκέφτηκα πως η φαντασία της την έκανε να συμπεριφέρεται έτσι. Σήμερα τα παιδιά ακούν διάφορα πράγματα από τους μεγάλους ή στις γειτονιές που γυρίζουν, κι έπειτα τα επαναλαμβάνουν ασυνείδητα… μηχανικά…».
Παράγγειλε καφέ να πιεί . Δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Οι άλλοι έπαιζαν τάβλι ή χαρτιά και μας έριχναν κρυφές και λοξές ματιές. Ο Γιαννιός έδειχνε ανήσυχος.
Εκείνος αφού φούμαρε ένα τσιγάρο, ήπιε και μια γουλιά από τον καφέ του, πήρε πάλι να μιλάει:
«Δύσκολες εποχές. Δεν ξέρεις πώς να φερθείς πώς να μιλήσεις. Ανοίγεις την πόρτα σου στον φτωχό, στον δυστυχισμένο, του δίνεις αν έχεις ένα πιάτο φαί κι έπειτα τραβολογάν εσένα. Βρίσκεις τον μπελά σου από πάνω δηλαδή. Πολλοί την έχουν πάθει έτσι. Κι ο κόσμος είναι κακός. Αφορμή ζητάει για να σε καταδώσει στους Γερμανούς. Ο Θεός να σε φυλάει, λέω εγώ, από το άδικο… Πόσοι, σρ αλήθεια, δεν πήγαν έτσι χαμένοι;».
Μου γύριζαν τα άντερα. Τον αηδιάζα όλο και πιο πολύ. Από την άλλη σκεπτόμουνα τα παιδιά μου. Αυτός κάτι ήξερε. Και κάτι ακόμα ήθελε να μάθει. Έπρεπε να προσέχω. Ήπιε ακόμα μια γουλιά καφέ σαν να το διασκέδαζε κι έπειτα γύρισε και μου πε:
«Αλήθεια, εσείς οι Αιβαλιώτες φημίζεστε για τα πλούτη σας και τα αγαθά σας. Λένε πως είχατε πολύ χρυσάφι. Και για σας λένε πως ήσασταν από τους πλουσιότερους του αιβαλιού. Με μαγαζιά κι επιχειρήσεις Εισαγωγές – Εξαγωγές και τα ρέστα. Άλλοι έφεραν λίρες και χρυσαφικά στην Ελλάδα κι ας ήταν φτωχοί. Ε και σεις δεν μπορεί, με τέτοιο πλούτο, όλο και κάτι θα φέρατε».
Ζύγιαζα τα λόγια του και προσπαθούσα να τα αναλύσω. Ήταν μια έμμεση απειλή καταπώς μου φάνηκε. Ήθελε χρυσάφι για να μη μας προδώσει πως είχαμε φιλοξενήσει μια Εβραία με το παιδί της. Κι αν ήξερε και για άλλους… τότε μας κρατούσε όλους στο χέρι.
«Δεν μου απαντήσατε».
«Πάνω σε τι;»
«Α, κάνετε και πως δεν καταλαβαίνετε. Λες και θέλουμε να σας αρπάξουμε το χρυσάφι. Δικό σας είναι, ότι θέλετε το κάνετε. Μπορεί και να το φάγετε όλο, τώρα με την πείνα».
Έβγαλε αυτή τη φορά επιδεικτικά τη χρυσή ταμπακιέρα του, ενώ πρώτα είχε ζητήσει από μένα ένα τσιγάρο στριφτό, και πήρε από μέσα, επίσης επιδεικτικά, ένα γερμανικό τσιγάρο.
«Εσείς ναργιλέ και στριφτά καπνίζατε στο Αιβαλί… Έτσι δεν είναι; Ωραίο χαρμάνι και το γερμανικό. Έχω ένα φίλο που τον ανάγκασαν να δουλεύει μεταφραστής στα γραφεία της Γκεστάπο. Βλέπεις είχε την ατυχία να ξέρει γερμανικά και καμιά φορά μου φέρνει κάνα τσιγάρο που του δίνουν».
Συνέχισε να πετάει σπόντες. Ήμουν βέβαιος πως ήθελε να εξαγοράσω τη σιωπή του για όσα ήξερε – και δεν μπορούσα να φανταστώ πόσα ήξερε.
«Λοιπόν τι λέγαμε; Α ναι! Το χρυσάφι και το μάλαμα που είχατε στο Αιβαλί. Καλότυχοι άνθρωποι! Κι οι Τούρκοι σας αγαπούσαν. Αλλιώς γιατί να σας αφήσουν να πλουτίζετε έτσι; Αλήθεια , τόσο χρυσάφι, κάτι θα το κάνατε. Μη μου πείτε πως το αφήσατε στους τούρκους! Αλήθεια, εσείς στη δική σας οικογένεια, το πήρατε όλο μαζί σας;»
«Όχι βέβαια. Δεν μπορέσαμε».
«Ωστόσο κάτι θα πήρατε, δεν μπορεί. Έλεγα, αν μπορούσατε να με δανείζατε δύο λίρες. Δύσκολη περίοδο, βλέπετε, έχω κι εγώ οικογένεια».
«Γιατί δεν πουλάτε την ταμπακέρα σας;»
τον ρώτησα αγανακτισμένος.
Με κοίταξε έκπληκτος που του μίλησα έτσι, και μου απάντησε ειρωνικά:
«Είναι οικογενειακό κειμήλιο!»
«Εμείς τα χάσαμε όλα. Ακόμα και τους ανθρώπους μας!»
Με κοίταξε χαμογελαστός, μ ένα μακιαβελικό χαμόγελο που έκρυβε μια απειλή.
«Εύχομαι να μη σας ξανασυμβεί. Είναι κακό να χάνεις ανθρώπους δικούς σαου. Όμως βλέπετε οι πόλεμοι τα έχουν αυτά. Δεν ξέρεις από στιγμή σε στιγμή τι μπορεί να γίνει…»
Εκείνη την στιγμή μπήκε στο καφενείο ο Πετρής και ήρθε στο τραπέζι μας.
«Έλα κάθισε»
«Μήπως διακόπτω τίποτε;»
«Συζητούσαμε γενικά, άλλωστε είναι ώρα να φύγω».
Έβαλε την ταμπακέρα στην τσέπη του με αργές κινήσεις και σηκώθηκε. Γύρισε προς το μέρος μου
«Χάρηκα πολύ που τα είπαμε λιγάκι. Σκεφτείτε αυτό που σας πρότεινα. Θα τα κουβεντιάσουμε ξανά αύριο – μεθαύριο. Να ξέρετε πως σας εκτιμώ και δεν ήθελα να βρεθώ στην ανάγκη . Μιας και βρέθηκα όμως…»
Μας χαιρέτησε ευγενικά, τον Πετρή κι εμένα κι έκανε να φύγει, όταν ξαφνικά γύρισε πάλι προς το μέρος μου σαν κάτι να θυμήθηκε και συμπλήρωσε:
«Τα σέβη μου στον υιό σας τον παπά. Καλός άνθρωπος. Και αεικίνητος. Έχει σώσει κόσμο και κοσμάκη. Τις ψυχές τους εννοώ! Τον εκτιμώ ιδιαιτέρως. Πείτε του πως θα περάσω μια ημέρα από την εκκλησία να τον ιδώ. Έχω να του ζητήσω κι εγώ μια εξυπηρέτηση. Καλημέρα σας…» ( ΣΣ Ο παπάς ήταν στην αντίσταση).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αγαπημένο μου Αιβαλί του Ντίνου Κουμπάτη εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ.
Μπατρανης
-
nemo
- Supreme poster

- Δημοσιεύσεις: 17104
Re: Μπατρανης
λερες που δεν εχουν καμια ιδεολογια
0 .
το απόλυτο ένα που συχαίνομαι είναι οι αυταπάτες
επειδη είναι και ο λόγος της ύπαρξής μου
επειδη είναι και ο λόγος της ύπαρξής μου
-
pluton
- Supreme poster

- Δημοσιεύσεις: 18109
Re: Μπατρανης
Χαρακτηριστική είναι η σκηνή που ο Μπατράνης (Βαρτάνης) κατέδωσε τον Απόστολο Χατζηβασιλείου, γραμματέα της Κομμουνιστικής Οργάνωσης της περιοχής, όπως περιγράφεται από τον Dominique Eudes:
«Ένας χαφιές κάνει τη δουλειά του ξέσκεπος. Λέγεται Μπατράνης (Βαρτάνης). Σταματάει μπροστά σε κάποιον Αποστόλη. Όλος ο κόσμος ξέρει πως ο Αποστόλης είναι καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Ο Μπατράνης (Βαρτάνης) ξεραίνεται μπροστά του σε στάση προσοχής, τον χαιρετάει στρατιωτικά και λέει: "Στις διαταγές σας καπετάνιε μου". Ένα χτύπημα ξιφολόγχης βγάζει το αριστερό μάτι του Αποστόλη και σκάβει μια βαθιά χαραματιά στο πρόσωπό του» (σελ. 238).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Οι καπετάνιοι του Dominique Eudes εκδόσεις ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη.
Το βιβλίο αυτό είναι εμπαθες φιλοαριστερο, πάντως το περιστατικό που διηγείται είναι αληθινό, το άκουσα από αυτόπτες μάρτυρες.
Η αλήθεια είναι ότι τον Μπατρανη τον γράφουν πολλοί και Πατρανη και Βαρτάνη και Μπατρωνη πρόκειται περί ξετσιπωτου χαφιέ δεν χρησιμοποιούσε καν κουκούλα, το ζήτημα είναι ότι μετά το μπλόκο ήταν εντελώς άχρηστος στον κατακτητή και εκτελέστηκε μαζί και με αυτούς που φορούσαν κουκούλα.... Μου έχουν πει και που ήταν το σπίτι του στην Νίκαια, περίπου ξέρω ένα σπίτι πάνω ένα σπίτι κάτω ξέρω που ήταν.
«Ένας χαφιές κάνει τη δουλειά του ξέσκεπος. Λέγεται Μπατράνης (Βαρτάνης). Σταματάει μπροστά σε κάποιον Αποστόλη. Όλος ο κόσμος ξέρει πως ο Αποστόλης είναι καπετάνιος του ΕΛΑΣ. Ο Μπατράνης (Βαρτάνης) ξεραίνεται μπροστά του σε στάση προσοχής, τον χαιρετάει στρατιωτικά και λέει: "Στις διαταγές σας καπετάνιε μου". Ένα χτύπημα ξιφολόγχης βγάζει το αριστερό μάτι του Αποστόλη και σκάβει μια βαθιά χαραματιά στο πρόσωπό του» (σελ. 238).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Οι καπετάνιοι του Dominique Eudes εκδόσεις ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη.
Το βιβλίο αυτό είναι εμπαθες φιλοαριστερο, πάντως το περιστατικό που διηγείται είναι αληθινό, το άκουσα από αυτόπτες μάρτυρες.
Η αλήθεια είναι ότι τον Μπατρανη τον γράφουν πολλοί και Πατρανη και Βαρτάνη και Μπατρωνη πρόκειται περί ξετσιπωτου χαφιέ δεν χρησιμοποιούσε καν κουκούλα, το ζήτημα είναι ότι μετά το μπλόκο ήταν εντελώς άχρηστος στον κατακτητή και εκτελέστηκε μαζί και με αυτούς που φορούσαν κουκούλα.... Μου έχουν πει και που ήταν το σπίτι του στην Νίκαια, περίπου ξέρω ένα σπίτι πάνω ένα σπίτι κάτω ξέρω που ήταν.
0 .
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ: «Τελειώνουμε σήμερα ότι δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το ΕΑΜ. Είναι δική μας επιλογή οι Πρέσπες».
-
pluton
- Supreme poster

- Δημοσιεύσεις: 18109
Re: Μπατρανης
Μόλις έφυγαν οι Γερμανοί, βγήκαν από τα λαγούμια που κρυβόντουσαν τα παληκάρια του ΕΛΑΣ, οι λεβέντες της ΟΠΛΑ, οι κομμισαριοι του ΚΚΕ, και οι αντιστασιακοί του ΕΑΜ και ήθελαν να πάρουν εκδίκηση.
Ποιον να εκδικηθούν; Οι Γερμανοί είχαν σκοτώσει τους καταδότες.
Τι έμενε λοιπόν; Να σκοτώσουν τις οικογένειες των καταδοτών.
Αρματωθηκαν οι γενναίοι και ΑΕΡΑΑΑΑ κατέλαβαν το σπίτι του νεκρού Μπατρανη. Σκότωσαν την μάνα του στο κρεβάτι της, ο πατέρας του έτρεξε να πηδήξει από την μάντρα της αυλής του σπιτιού και εκεί τον σκότωσαν οι γενναίοι, την αδελφή του, ανύπαντρη κοπελουδα τη σκότωσαν στον διάδρομο που ενώνει τις καμαρούλες του προσφυγικού σπιτιού.
Άρπαξαν ότι βρήκαν και νικητές οι ένδοξοι έφυγαν βροντοφωναζοντας στα σοκάκια της Κοκκινιάς την αναμφισβήτητη νίκη τους και την αποκατάσταση του δικαίου με το αίμα των αθώων.
Μα γιατί δεν πήγαν αυτοί οι παληκαραδες να σκοτώσουν τους Γερμανούς; Αυτό είναι ένα ερώτημα που θα μας απαντήσουν πιστεύω οι οπαδοί του τιμημένου, πιστεύω ότι πάλι σε λαγούμια θα κρυφτούν, αλλά ας ελπίσουμε....
Ποιον να εκδικηθούν; Οι Γερμανοί είχαν σκοτώσει τους καταδότες.
Τι έμενε λοιπόν; Να σκοτώσουν τις οικογένειες των καταδοτών.
Αρματωθηκαν οι γενναίοι και ΑΕΡΑΑΑΑ κατέλαβαν το σπίτι του νεκρού Μπατρανη. Σκότωσαν την μάνα του στο κρεβάτι της, ο πατέρας του έτρεξε να πηδήξει από την μάντρα της αυλής του σπιτιού και εκεί τον σκότωσαν οι γενναίοι, την αδελφή του, ανύπαντρη κοπελουδα τη σκότωσαν στον διάδρομο που ενώνει τις καμαρούλες του προσφυγικού σπιτιού.
Άρπαξαν ότι βρήκαν και νικητές οι ένδοξοι έφυγαν βροντοφωναζοντας στα σοκάκια της Κοκκινιάς την αναμφισβήτητη νίκη τους και την αποκατάσταση του δικαίου με το αίμα των αθώων.
Μα γιατί δεν πήγαν αυτοί οι παληκαραδες να σκοτώσουν τους Γερμανούς; Αυτό είναι ένα ερώτημα που θα μας απαντήσουν πιστεύω οι οπαδοί του τιμημένου, πιστεύω ότι πάλι σε λαγούμια θα κρυφτούν, αλλά ας ελπίσουμε....
0 .
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ: «Τελειώνουμε σήμερα ότι δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το ΕΑΜ. Είναι δική μας επιλογή οι Πρέσπες».