Σχετικό θέμα «Ο δομέστικος απ'έξω...». Αξίζει να επισυναφθεί και να σχολιαστεί η εργασία και οι μαρτυρίες του Neil Moran καθώς και να ερευνηθεί σχετικά η διατριβή της Ευαγγελίας Σπυράκου «Οι Χοροί Ψαλτών κατά την Βυζαντινή Παράδοση». Τώρα είδα οτι υπάρχει και ήδη δημοσιευμένη και δωρεάν διαθέσιμη εισήγηση της κ. Σπυράκου [pdf] πάνω στο θέμα αυτό από το 1ο Συνέδριο του ASBMH με τίτλο «Η Ηχοχρωματική Ποικιλία στην Βυζαντινή Χορωδιακή Πράξη» από την οποία μεταφέρω εδώ κάποια σχετικά (για τα υπομνήματα βλ. στην εισήγηση).
«Προκύπτει αναπόφευκτα το ερώτημα για το ποιοι από τους ψάλλοντες
ήσαν εκείνοι που μπορούσαν να ανταποκριθούν σε μέλη τα οποία κινούνταν
ουσιαστικά στην φωνητική έκταση της soprano, τη στιγμή που ήδη από τα
πρώιμα στάδια ήταν απαγορευμένη η συμμετοχή των γυναικών στην
ψαλμωδία145. Άλλωστε αποτελεί κοινό τόπο το ότι οι ψάλλοντες τις Αγίας
Σοφίας ήταν κατώτεροι κληρικοί στο βαθμό του Αναγνώστη και του Ψάλτη.
Πιο συγκεκριμένα, με βάση την Γ΄ Ιουστινιάνειο Νεαρά είχε καθορισθεί να
υπηρετούν στην Αγία Σοφία και τους εξαρτώμενους από αυτήν ναούς, 150
Αναγνώστες και 25 Ψάλτες146. Ωστόσο, τόσο οι μαρτυρίες των Λειτουργικών
Τυπικών όσο και οι εικονογραφικές και ιστορικές πηγές δίνουν
ολοκληρωμένη απάντηση: ήταν ένα σύνολο Παιδιών, Μοναζουσών και
Ευνούχων που για πολλούς αιώνες μετείχαν στις ακολουθίες του Κοσμικού
Τυπικού, πλουτίζοντας την έκταση και το ηχόχρωμα των ψαλλομένων.»
«Η φωνή όμως που προσέδιδε στις Ασματικές Ακολουθίες της Αγίας
Σοφίας ένα ιδιάζον ηχόχρωμα, ήταν αυτή των Ευνούχων. Ένα ηχόχρωμα που
δεν διασώζεται μέχρι τις ημέρες μας παρά μόνον μέσα από περιγραφές και
ελάχιστες κακής ποιότητας ηχογραφήσεις σε δίσκους γραμμοφώνου που
κατέγραψαν τον τελευταίο Ευνούχο του Παπικού Παρεκκλησίου στις αρχές
του εικοστού αιώνα, όταν πλέον απαγορεύτηκε επισήμως στα 1903 η
παρουσία τους στο παρεκκλήσιο170.
Η φωνή των Ευνούχων κάλυπτε συνήθως την ίδια συχνοτική περιοχή
με μία soprano ή ένα παιδί. Ωστόσο, το ηχόχρωμά της δεν ομοίαζε με καμίας
από αυτές. Η θεμελιώδης διαφοροποίησή της ήταν ως προς τα αντηχεία των
οποίων γινόταν χρήση, αλλά και ως προς την ίδια την κατασκευή τους. Διότι,
όταν πραγματοποιείτο ο ευνουχισμός των αγοριών μεταξύ του ογδόου και
δωδεκάτου έτους, η βίαιη αναστολή της ορμονικής τους εξέλιξης είχε
αλυσιδωτές αντιδράσεις σε πολλά σημεία του σώματός τους που σχετιζόταν
με την παραγωγή της φωνής.
Πρώτον, σταματούσε η επιμήκυνση του λάρυγγα, ο οποίος παρέμενε
στο παιδικό μήκος των 12 έως 15 χιλιοστών, σε αντίθεση με τον εφηβικό και
ανδρικό που έφτανε από τα 18 μέχρι τα 23 χιλιοστά συνήθως. Η επακόλουθη
διατήρηση του μικρού μήκους των φωνητικών χορδών δεν επέτρεπε το
χαρακτηριστικό χαμήλωμα της ανδρικής φωνής. Επιπλέον, δεν
αναπτυσσόταν καθόλου το μήλο του Αδάμ. Τέλος, ο κοντός λάρυγγας
έφερνε το σημείο παραγωγής της φωνής, δηλαδή τις φωνητικές χορδές πολύ
πιο κοντά στο θώρακα, γεγονός που έδινε στην φωνή των Ευνούχων
μεγαλύτερη δυνατότητα αντήχησης.
Δεύτερον, ο θώρακας των ευνουχισμένων αγοριών, δηλαδή το
αντηχείο που ήταν ουσιαστικά υπεύθυνο για την ιδιομορφία της φωνής τους,
εξελισσόταν με εντελώς διαφορετικό τρόπο από αυτό των συνομιλήκων
τους. Εξαιτίας της απότομης ορμονικής διαταραχής, η αυξητική ορμόνη δεν
σταματούσε τη δράση της κατά τη διάρκεια της εφηβείας, όπως φυσιολογικά
συμβαίνει. Κατά συνέπεια, οι ευνούχοι ανέπτυσσαν δυσανάλογα μακρυά
χέρια και πόδια. Το ίδιο συνέβαινε και με το θώρακα, ο οποίος συνέχιζε την
δυσανάλογη ανάπτυξή του, τόσο σε μήκος όσο και σε πλάτος,
σχηματίζοντας αυτό που ο Patrick Barbier έχει ονομάσει «real sounding box»171.
Η ιδιόμορφη φυσιολογία τους μαζί με την πολύχρονη και αδιάκοπη
εκπαίδευσή τους, χάρη στην έλλειψη της περιόδου μεταφώνησης, προσέδιδε
στη φωνή τους συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:
• Πρώτον, η θέση των φωνητικών χορδών κοντά στα ηχεία έδινε στη
φωνή τους μεγάλη καθαρότητα και λαμπρότητα, επηρεάζοντας την
επιλογή των αρμονικών.
• Δεύτερον, οι κοντές φωνητικές χορδές των ευνούχων αποκτούσαν
πολύ γρήγορα εξαιρετική μυική δύναμη. Το γεγονός αυτό σε
συνδυασμό με τον στρογγυλό σχεδόν θώρακα οδηγούσαν στη
δυνατότητα μεγάλων εντάσεων σε φωνητικές περιοχές που οι soprani
αναγκαζόταν να καλύψουν με ένα συγκριτικά αδύναμο falsetto.
Επιπλέον, παρόλο που οι Ευνούχοι είχαν τη δυνατότητα του falsetto,
χρησιμοποιούσαν για το μεγαλύτερο μέρος της έκτασής τους την
στηθική φωνή, γεγονός που διέκρινε το ηχόχρωμά τους σαφώς τόσο
από τις σοπράνο όσο και από τους κοντρατενόρους. Διότι οι
προαναφερθέντες χρησιμοποιούν και ενδυναμώνουν κυρίως την
περιοχή εκείνη που χρησιμοποιεί falsetto172.
• Τρίτον, ο υπερμεγέθης θώρακας των ευνούχων βοηθούσε στην
αποθήκευση μεγάλης ποσότητας αέρα, με συνέπεια να μπορούν να
τραγουδήσουν με μία αναπνοή μέχρι και το ένα λεπτό, όπως
μαρτυρείται για τον ιταλό castrato Farinelli173.
Ο όρος Καστράτος που θεωρείται χαρακτηριστικός της Μπαρόκ Όπερας,
εμφανίζεται ήδη στη βυζαντινή κρατική νομοθεσία από τον Στ΄ αἰ.‑ «τῶν
castrensίων peculίων (sic)»174και τον ίδιο αιώνα καταγράφεται σε Λεξικό της
Ελληνικής Γλώσσας. Πρόκειται για τον εξελληνισμό του λατινικού
castratus175, το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ρήμα castro, δηλαδή
ακρωτηριάζω, εκτέμνω, ορχιτομώ και ευνουχίζω176. Ο όρος είναι ακόμη σε χρήση
τον ΙΒ΄ αι., καθώς ο Βαλσαμώνος θεωρεί ότι υπάρχουν τρεις
κατηγορίες ευνούχων: Οι Κάστρατοι ή ἐκτομίαι ή ἔκτομοι, οι θλιβίαι ή θλαδίαι
και οι σπάδονες ή μαλακοὶ ἐκ κοιλίας177.
Οι Καστράτοι της Ψαλτικής Τέχνης ή αλλιώς, οι Byzantine Castrati178,
εντοπίζονται στη βυζαντινή Αυτοκρατορία πολύ νωρίτερα από ότι στη
Δυτική Εκκλησία. Ήδη στις αρχές του Ε΄ αιώνα, κατά τη διάρκεια των
επεισοδίων με τους Αρειανούς επί πατριαρχείας Ιωάννου Χρυσοστόμου,
μαρτυρείται από τον Σωζομενό η ύπαρξη του Βρίσωνος, ο οποίος ήταν
«εὐνοῦχος τῆς βασιλέος γαμετής», ο οποίος «ἐπὶ τοῦτο τέτακτο, τὴν περὶ
ταῦτα δαπάνην καὶ τοὺς ὕμνους παρασκευάζων». Πιο συγκεκριμένα, του είχε
ανατεθεί να προτρέψει «τὸν αὐτοῦ λαὸν... ἐπὶ τὸν ἴσον τρόπον τῆς
ψαλμῳδίας», δηλαδή να ψάλλουν με τον ίδιο τρόπο που έψαλλαν οι οπαδοί
του Αρείου. Οι δε Αρειανοί έψαλλαν αντιφωνικά‑ «κατὰ τὸν τῶν ἀντιφώνων
τρόπον ἔψαλλον, εἰς συστήματα μεριζόμενοι... ακροτελεύτια συντιθέντες».
Δηλαδή, διαμέσου του αυτοκρατορικού ευνούχου Βρίσωνος εισήχθη στην
Κωνσταντινούπολη η πρακτική της αντιφωνικής ψαλμώδησης, γεγονός το
οποίο επισήμως αποδίδεται στον πατριάρχη Χρυσόστομο. Μάλιστα, ο
Σωζομενός βεβαίωσε ότι τελικά οι Ορθόδοξοι κατόρθωσαν να ξεπεράσουν
του Αρειανούς, τόσο σε πλήθος μετεχόντων όσο και σε επίπεδο μουσικής
προετοιμασίας: ʺἐν ὁλίγῳ δὲ ἐπισημότεροι γενόμενοι, τοὺς ἀπὸ τῆς ἐναντίας
αἰρέσεως ὑπερέβαλλον τῷ πλήθει και τῇ παρασκευῇʺ179. Ως επιβεβαίωση, η
Εκκλησιαστική Ιστορία του Σωκράτους αποδίδει στον Βρίσωνα τη χοραρχία
των βασιλικών ψαλτών: «ὁ τῆς βασιλίδος εὐνοῦχος, συγκροτῶν τότε τοὺς
ὑμνῳδούς»180.
Η πρωιμότερη αντίστοιχη μαρτυρία για ψάλλοντες ευνούχους στη
Δύση φθάνει έναν αιώνα αργότερα, χωρίς όμως να είναι σίγουρο το εάν οι
προερχόμενοι από την Ισπανία‑ spagnoletti του Παπικού Παρεκκλησίου ήταν
καστράτοι ή απλώς falsettists. Ωστόσο, η πρώτη ασφαλής μαρτυρία για την
ύπαρξη ευνούχων στη Ρώμη δεν εμφανίζεται παρά το 1599, όταν οι πρώτοι
δύο ιταλοί castrati αναλαμβάνουν υπηρεσία στο Παπικό Παρεκκλήσιο,
ξεσηκώνοντας σάλο μεταξύ των ισπανών προκατόχων τους181. Σε κάθε
περίπτωση, η όποιας μορφής παρουσία στη Δύση μουσικών που έκαναν
χρήση των υψηλών περιοχών της ανθρώπινης φωνής, δεν μπορεί να θεωρηθεί
άσχετη με την ανακατάληψη του Ιλλυρικού από τον Ιουστινιανό
τον ΣΤ΄ αι.. Είναι άλλωστε αποδεδειγμένο ότι ειδικά την εποχή εκείνη
εμφυτεύθηκαν στην εκεί λειτουργική ζωή πληθώρα βυζαντινών
τελετουργικών πρακτικών182.
Η παρουσία των ευνούχων γενικεύτηκε στο Βυζάντιο και κυρίως στα
ύπατα αξιώματα του κρατικού μηχανισμού183. Ειδικότερα στην Ψαλτική
Τέχνη και τα εικονογραφημένα μουσικά χφφ., εντοπίζονται διάσπαρτες
απεικονίσεις αγενείων ψαλτών σε συνάρτηση με τον άμβωνα, τον τόπο που
προοριζόταν να ψάλλουν184. Επιπλέον, αυτές οι εικονογραφικές μαρτυρίες
επιβεβαιώνονται όταν τον ΙΒ΄ αιώνα ο Βαλσαμώνος διαπιστώνει ότι όλο το
τάγμα των Ψαλτών, δηλαδή των Μονωδών που έψαλλαν από τον κεντρικό
άμβωνα τα τεχνικότερα των μελών, απαρτιζόταν στην εποχή του μόνον από
ευνούχους185.
Η παρουσία τους σχετιζόταν με τις θεοκεντρικές βάσεις της
βυζαντινής αυτοκρατορίας, που, όπως όλα τα θεοκρατικά βασίλεια της
Ανατολής, χρειαζόταν δίπλα στον Αυτοκράτορα‑Εκπρόσωπο του Θεού και το
Ιερό του Παλάτιο, ένα πλήθος αξιωματούχων και υπηρετούντων γενικότερα,
οι οποίοι είχαν ξεφύγει από τις φυσιολογικές ανθρώπινες δραστηριότητες
και σχέσεις, ενσωματώνοντας ουσιαστικά την Τριάδα άνδρα‑γυναίκας και
παιδιού σε μία ύπαρξη. Ή ακόμη, πλησιάζοντας δια του ευνουχισμού τους το
άφυλο των αγγέλων186. Η σταδιακή απομάκρυνση των Ευνούχων από τα
ύπατα αξιώματα του βυζαντινού κράτους ξεκίνησε με την δυναστεία των
Κομνηνών187 και υποδαυλίστηκε από την επικράτηση του Σαββαϊτικού
Τυπικού που απαγόρευσε την μέχρι τότε ελεύθερη είσοδο ευνούχων στις
ανδρώες μονές188. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των Ευνούχων
διέφυγε στη Δύση κατά τη διάρκεια της Α΄ Άλωσης, με πρώτο σταθμό τη
Βενετία. Δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο καθηγητής Piotr Scholz, ο
οποίος μελέτησε το φαινόμενο των Ευνούχων στην Αρχαιότητα και τον
Μεσαίωνα, συσχετίζει την εμφάνιση των castrati στην Ιταλία με την Άλωση
του 1453 και την αναγκαστική εγκατάσταση πολλών βυζαντινών στη
Δύση189.
Το εάν και κατά πόσο η τέχνη και η τεχνική των βυζαντινών
Ευνούχων οδήγησε ουσιαστικά στην γένεση του ιταλικού bel canto ή επί το
ελληνικότερον στην αναγεννησιακή, ιταλική καλοφωνία190 είναι μία υπόθεση
που χρίζει περαιτέρω διερεύνησης. Εκείνο όμως που αποτελεί γεγονός
αδιαμφισβήτητο είναι ότι οι καλοφωνικές συνθέσεις των υστεροβυζαντινών
μαϊστόρων οφείλουν χάριτας στην τέχνη των βυζαντινών καστράτων. Διότι
ήσαν οι Καστράτοι που, αν και κατηγορήθηκαν δριμύτατα γι΄ αυτό,
εμπλούτισαν την εκκλησιαστική μουσική της εποχής τους με μέλη της
εξωτερικής μουσικής. Το γεγονός αυτό μαρτυρείται από τον Θεοφύλακτο
Αχρίδος, ο οποίος συνέταξε στα τέλη του ΙΑ΄ αιώνα ένα κείμενο που
ουσιαστικά λειτουργεί απολογητικά, προκειμένου να υπερασπιστεί τον
ευνούχο αδελφό του, ψάλτη της Αγίας Σοφίας. Μετέφερε τις κατηγορίες που
οι σύγχρονοί τους είχαν προσάψει στους αγιοσοφίτες Καστράτους,
επιχειρώντας να τις ανασκευάσει. Αποδέχεται μέν ότι πράγματι εξαιτίας
κάποιων από τους ευνούχους έχει παρεισφρείσει το εξωτερικό μέλος στους
ναούς191, αλλά, «εἰ δὲ καὶ τῶν πορνικῶν ᾠδῶν μέλος ὑπὸ ἱερῶν νοημάτων
ἁγιαζόμενον ταῖς ἐκκλησίαις οἱ εὐνοῦχοι ἐντερετίζουσι, τὶ τοῡτο ἔγκλημα;»192.
Τα μέλη που έψαλλαν οι βυζαντινοί Καστράτοι της Αγίας Σοφίας
αποτελούσαν, σύμφωνα με τον Neil Moran, το καταγεγραμμένο ως ρεπερτόριο
«του Άσματος»193. Τον τίτλο αυτό φέρουν σε χειρόγραφα της
μονής Κρυπτοφέρρης του ΙΓ΄ αιώνα ή απαντώνται επίσης ως «Καλοφωνικόν»
στον κώδικα Messignensis gr. 161194. Σε όλες τις προαναφερθείσες
περιπτώσεις, ο Bartolomeo Di Salvo εντοπίζει τον μελισματικό χαρακτήρα
των συνθέσεων αυτών, που αποτελεί όμως συνάμα κοινό γνώρισμα των
μελών εκείνων που προέρχονται από χειρόγραφα του Ψαλτικού. Εντοπίζει δε
ως ειδοποιό διαφορά την παρουσία στα μέλη του Άσματος των ασήμων
εκείνων συλλαβών που αναφέρει ως τερετισμούς, χαρακτηριστικοὺς των
υστεροβυζαντινών τερετισμών που εντάσσονται σε κάθε καλοφωνική
σύνθεση195.»