Admin έγραψε:Κάποιοι αφελείς Ευρωπαίοι που πίστεψαν ότι στ' αλήθεια εδω είναι οι απόγονοι του Περικλή και ήρθαν να πολεμήσουν πλάι τους, έπεσαν θύματα ληστείας από τις συμμορίες των Αλβανών ιθαγενών και όταν γύρισαν πίσω στις χώρες τους κουρελήδες, έγραψαν τα χειρότερα για τα Ελς.
«Σκυλολόι από κλέφτες και δολοφόνοι. Ο έλληνας δέν είναι αυτό, που σκέφτονται μερικοί. Είναι ο άνθρωπος σε όλη του την ασχήμια, ο σκλάβος σε όλο του τον ξεπεσμό». (Gabriel Vauthier, Le mouvement Philhellène en France sous la Restauration, “L’Acropole”, Revue du monde hellénique, Παρίσι, 1926, τόμ. Α’, σελ. 225).
[...]
Ο δανός εθελοντής φοιτητής, J. H. Stabell, που έφθασε στο Ναβαρίνο στις 7 Ιανουαρίου με το καράβι «La Petite Marie» μαζί με άλλους 35 εθελοντές υπό τον γερμανό αξιωματικό von Biring, γράφει στο χρονικό του, πως πρόσφεραν στον καπετάνιο όλα τα τρόφιμα και τα σκεπάσματά τους. Απέφυγαν, μάλιστα, να γευματίσουν στο καράβι πιστεύοντας, πως οι έλληνες θα τους υποδέχονταν στην πόλη με γενναία τραπεζώματα. Την άλλη μέρα γύρισαν εντελώς νηστικοί στο καράβι και παρακαλούσαν τον καπετάνιο να τους επιστρέψει λίγα παξιμάδια. (J. H. Stabell, Schicksale eines Dänischen Philhellenen auf seiner Reise von Kopenhagen nach Morea und Constantinopel und von da wieder zurück, in den Jahren 1821 bis 1823. Aus dem Dänischen übersetzt, Leipzig, 1824, σελ. 21-23).
Ένας ανώνυμος γερμανός εθελοντής αφηγείται, ότι μόλις άραξε το καράβι τους στο Ναβαρίνο, ανέβηκαν γιά να τους παραλάβουν δύο γερμανοί και δύο γάλλοι: «Οι στολές τους ράκη, παπούτσια δέν φορούσαν και όλο τους το κορμὶ ἡταν γεμάτο ψείρες».
Απόρησαν οι νεοφερμένοι γιά το θέαμα. Και πολύ περισσότερο απ’ αυτά, που άκουσαν: «Αργότερα τα ίδια θα πάθετε και σεις. Αν σας απόμειναν τρόφιμα μή τα σπαταλάτε, θα σας χρειασθούν οπωσδήποτε. Και να ‘χετε τα μάτια σας τέσσερα στους έλληνες, που θα μεταφέρουν τις αποσκευές και τα τρόφιμα. Θα σας κατακλέψουν».
[...]
Μερικοί επιστράτευαν τις αρχαίες ελληνικές λέξεις, που έρχονταν στο νου τους. Κανένας δέν καταλάβαινε. Περίμεναν να δουν έλληνες ντυμένους με χλαμύδες. Απογοήτευση. Φορούσαν όλοι ανατολίτικα, κάθονταν σταυροπόδι και κάπνιζαν τσιμπούκια, απαράλλαχτα όπως οι οθωμανοί. (William St. Clair, That Greece might still be free. The Philhellenes in the War of Indepedence, Λονδίνο, 1972, σελ. 82).
[...]
Ο πρώτος γερμανός εθελοντής, που έφθασε στην Ελλάδα, τρεις μόλις μήνες μετά την έναρξη τού ξεσηκωμού των ρωμιών, ήταν ένας ρομαντικός και πολυφάνταστος αρχαιολάτρης, ο Christian Müller, που στο νου του είχε την Αθήνα τού χρυσού αιώνα. Ήταν 31 ετών, κρατικός υπάλληλος, σπουδασμένος στη Γοτίγγη, πολυταξιδεμένος. Γραμματέας τού πρίγκηπα Leuchtenberg το 1817. (Barth Kehrig Korn, Die Philhellenenzeit, München, 1960, σ. 183).
«Καθόμουν στην πλώρη τού καραβιού με τον Όμηρο στα γόνατά μου, όταν ο καπετάνιος μού έδειξε στο βάθος τα βουνα τής Κεφαλονιάς. Ήταν το πρώτο σημάδι, που έβλεπα από την Ελλάδα. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει δυνατά, όπως τού ερωτευμένου, που μαθαίνει, ότι ο πρώτος του έρωτας βρίσκει ανταπόκριση».
Τον Ιούνιο τού 1821 βρισκόταν στη Ζάκυνθο. Ταξίδευε μαζί με δυό άγγλους και έναν ούγγρο. Προορισμός η Αθὴνα, διαμέσου Πάτρας και Ισθμού. Αλλά τα νέα ήταν άσχημα. Η Πάτρα είχε μεταβληθεί σε ερείπια, τα κάστρα στον Κορινθιακό βρίσκονταν στα χέρια των τούρκων, αλώνιζαν οι πειρατές, επικἱνδυνο το πέρασμα τού Ισθμού. Χαλασμός και στην Αθὴνα. Τους συμβούλεψαν να ακολουθήσουν το θαλασσινό δρόμο, να ταξιδέψουν στην Ύδρα. Αλλα πού να βρεθεί καράβι. Οι συγκοινωνίες είχαν παραλύσει, το εμπόριο νεκρωμένο ολότελα.
Από την Ολυμπία η συντροφιά, μαζί με αγωγιάτες, θα προχωρήσει προς την Ανδρίτσαινα ακολουθώντας το δρομολόγιο των παλιών περιηγητών. Έφθασαν στην Αμπελιώνα τής ορεινής Ολυμπίας. Ήταν το μόνο κατοικημένο χωριό, που συνάντησαν. Γεμάτοι κοπάδια οι γύρω λιβαδότοποι. «Βρήκαμε άφθονο ψωμί, γάλα, κρέας, αυγά». Αλλὰ με δυσκολία δέχτηκαν οι κάτοικοι τα χρυσά νομίσματα των ξένων. Δέν ήξεραν τη μονέδα.
Από την Αμπελιώνα στην Παύλιτσα, την αρχαία Φυγάλεια. Εκεί κοντά συνέβη ένα επεισόδιο, πού μεταμόρφωσε τον ενθουσιώδη γερμανό σε ανελέητο στηλιτευτή τού εκβαρβαρισμού των νεότερων ρωμιών.
«Στις επτά το βράδυ βλέπουμε ένα μπουλούκι αρματωμένους να κατεβαίνουν από το βουνό με τρία μουλάρια. Από τη φορεσιά και τα όπλα τους καταλάβαμε αμέσως, πως ήταν μανιάτες. Επειδή μάς είχαν προειδοποιήσει στη Ζάκυνθο γιά τέτοια συναπαντήματα τραβήξαμε αμέσως τα πιστόλια μας. Την ίδια στιγμή πέφτει μιά τουφεκιά. Ένα από τα υποζύγια γκρεμίζεται σκοτωμένο. Μάς φωνάζουν να παραδοθούμε και να δώσουμε ό,τι έχουμε αν θέλουμε τη ζωή μας».
Τριανταδύο οι μανιάτες, τέσσερες οι οπλισμένοι εθελοντές με έξη πιστόλια. (Ο ούγγρος ήταν άοπλος).
- Σκυλόφραγκοι! έσκουζαν οι μανιάτες.
«Τους φωνάξαμε, πως είμαστε φίλοι τους, πως ήρθαμε να πολεμήσουμε μαζί τους, πως πηγαίνουμε στην Καλαμάτα. Γιά μιά στιγμή δίστασαν. Ύστερα αντήχησε μιά τουφεκιά. Μας είπαν, πως λέμε ψέματα, πως αυτός δέν είναι ο δρόμος γιά την Καλαμάτα, πως είμαστε αγγλοι κατάσκοποι». Και στό κάτω-κάτω δέν χρειάζονταν άγγλους στην Καλαμάτα.
Μιά καινούργια τουφεκιά πληγώνει ένα σύντροφό του, μιά άλλη σκοτώνει τον νεότερο από τους αγωγιάτες. Η συμπλοκή γενικεύεται.
«Ο άγγλος S. απαντά με γενναιότητα. Χτυπάει δυό μανιάτες, τραυματίζω κι εγώ έναν απο τους ληστές. Στο δεύτερο πυροβολισμό το πιστόλι παθαίνει αφλογιστία. Δέχομαι μιά γερή κοντακιά στον ώμο και χάνω τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα είδα, πως ήμασταν δεμένοι στα δέντρα. Μάς είχαν αρπάξει τα πάντα».
Μόλις νύχτωσε ακούστηκαν βήματα. Ήταν ο γέρο αγωγιάτης, που είχε λουφάξει σε μιά κρυψώνα την ώρα τής συμπλοκής. Τους ελευθέρωσε. Η συντροφιά, όμως, ήταν απελπισμένη. Είχε απομείνει χωρίς πεντάρα.
Ξαφνικά, ένας άγγλος ξεφώνισε χαρούμενος. Ψαχουλεύοντας βρήκε το σκούφο του, που είχε πέσει στα χαμόκλαδα. Σε μιά πτυχή ήταν κρυμμένα κάμποσα χρυσά νομίσματα. Έδεσαν τις πληγές των λαβωμένων και την άλλη μέρα ξεκίνησαν γιά την Καλαμάτα.
«Εκεί, διαλύθηκαν ολότελα οι ψευδαισθήσεις μας». Πήγαν στην έδρα τού «Αρχηγείου». Βρήκαν ρωμιούς καπεταναίους, μερικούς γάλλους και έναν πολωνό λογχοφόρο τού Ναπολέοντα. «Ασήμαντος άνθρωπος. Τα τρία τέταρτα αξιωματικοί μόνο κατ’ όνομα».
Παραπονέθηκαν γιά τη ληστεία και ζήτησαν ικανοποίηση. «Εκείνοι δέχτηκαν με ψυχρότητα τις διαμαρτυρίες μας. Δέν έκρυβαν μάλιστα την έκπληξή τους, που ήρθαμε να καταγγείλουμε ένα τέτοιο. Αρνήθηκαν κάθε βοήθεια και μας είπαν καθαρά και ξάστερα, πως η έρευνα, που ζητούσαμε, ήταν και αδύνατη και άχρηστη».
Σφοδρός μισελληνισμός τον κυριεύει τώρα. Γυρίζει στη Γερμανία και τυπώνει το χρονικό του. Ήταν ένα λιβελλογράφημα. «Καλύτερα να πεθάνω, παρά να μείνω με αυτούς τους λήσταρχους. Θα ήταν καταισχύνη. Γκρεμίστηκε το ιδανικό μου, φρίκη και αηδία πλημμυρίζει την ψυχή μου».
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!
Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα.
Λαχουρένιος έγραψε:Τραγικο αν το σκεφτειτε ρε μλκες παντως Ολος αυτος ο πολιτισμος πηγε χαμενος
Σιγά το τραγικό ρε συ. Εντάξει, σε αρκετά πράγματα οι αρχαίοι ΕΛς ήταν μπροστά, σε άλλα όχι.
Σκέψου ότι αν ζούσες τότε, απο τα 12 μέχρι τα 15-16 θα σε πηδούσαν μουσάτοι. Ως ενήλικας θα πηδούσες ανήλικα αγοράκια.
Προσωπικά βρίσκω λιγότερο κακό το να στέλνουν τα παιδιά παπαδάκια στην εκκλησία, παρά να τα πηδάνε.
0 .
«Και η κουτσή Μαρία είναι εθνικιστές. Δηλαδή σε αυτό το επίπεδο; Εμείς είμαστε όλος ο πλανήτης!»
«Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς, οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας, κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι. Με τες εκτεταμένες επικράτειες, με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών. Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς. Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!»
Admin έγραψε:Μερικοί επιστράτευαν τις αρχαίες ελληνικές λέξεις, που έρχονταν στο νου τους. Κανένας δέν καταλάβαινε. Περίμεναν να δουν έλληνες ντυμένους με χλαμύδες. Απογοήτευση. Φορούσαν όλοι ανατολίτικα, κάθονταν σταυροπόδι και κάπνιζαν τσιμπούκια, απαράλλαχτα όπως οι οθωμανοί. (William St. Clair, That Greece might still be free. The Philhellenes in the War of Indepedence, Λονδίνο, 1972, σελ. 82).
Επρεπε να τους αρχισουν στα τσιφσα ροπτ για να συνεννοηθουν γιατι απο ελληνικα δεν...
- Σκυλόφραγκοι! έσκουζαν οι μανιάτες.
«Τους φωνάξαμε, πως είμαστε φίλοι τους, πως ήρθαμε να πολεμήσουμε μαζί τους, πως πηγαίνουμε στην Καλαμάτα. Γιά μιά στιγμή δίστασαν. Ύστερα αντήχησε μιά τουφεκιά. Μας είπαν, πως λέμε ψέματα, πως αυτός δέν είναι ο δρόμος γιά την Καλαμάτα, πως είμαστε αγγλοι κατάσκοποι». Και στό κάτω-κάτω δέν χρειάζονταν άγγλους στην Καλαμάτα.
Αυτοι πρεπει να ηταν οι ψεκασμενοι της εποχης για να εχουν τοσο μενος με τους δυτικους. Επρεπε να πουν οτι ειναι αλβανοι για να τους καλωσορισουν
Admin έγραψε:Κάποιοι αφελείς Ευρωπαίοι που πίστεψαν ότι στ' αλήθεια εδω είναι οι απόγονοι του Περικλή και ήρθαν να πολεμήσουν πλάι τους, έπεσαν θύματα ληστείας από τις συμμορίες των Αλβανών ιθαγενών και όταν γύρισαν πίσω στις χώρες τους κουρελήδες, έγραψαν τα χειρότερα για τα Ελς.
Σαν κατι aristeres χαζογκομενες στα χοτ σποτ
Εγώ έχω διαβάσει πάρα πολλούς περιηγητές, πάνω από 10 τόμους .... ύμνους είδα για όλες τις περιόδου της τουρκοκρατίας.... πχ
Admin έγραψε:Και τί σχέση έχουν οι άσχετες δημοσιεύσεις του μπλογκ σου με αυτό που είπα εγώ;
Αυτό δεν έγραψες;
Κάποιοι αφελείς Ευρωπαίοι που πίστεψαν ότι στ' αλήθεια εδω είναι οι απόγονοι του Περικλή και ήρθαν να πολεμήσουν πλάι τους, έπεσαν θύματα ληστείας από τις συμμορίες των Αλβανών ιθαγενών και όταν γύρισαν πίσω στις χώρες τους κουρελήδες, έγραψαν τα χειρότερα για τα Ελς.
Σου βάζω πόσο θετικά έγραψαν οι περιηγητές σ όλες τις περιόδους. που το άσχετο;
0 .
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ: «Τελειώνουμε σήμερα ότι δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το ΕΑΜ. Είναι δική μας επιλογή οι Πρέσπες».
Και τί σχέση έχει το ότι το 1890 ή το 1950 ή το 2000 μπορεί να πέρασε από την Ελλάδα κάποιος ξένος και να είχε θετικές εντυπώσεις με τα όσα αίσχη έκαναν οι Αλβανοί της Ελλάδας το 1821 κατά των φιλελλήνων;;
0 .
Ο ψεκασμός είναι υγεία, είναι πολιτισμός!
Σκοτώνει βακτήρια, ιούς, μύκητες, ζιζάνια, καθώς και πάσης φύσεως παράσιτα.