Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 24 Μάιος 2023, 00:29
Οι Έλληνες στη Γιουγκοσλαβία
Οι Έλληνες άρχισαν να μεταναστεύουν στις γιουγκοσλαβικές επαρχίες από τον 16ο αιώνα. Προτιμούσαν να εγκαθίστανται κυρίως κατά μήκος των μεγάλων χερσαίων και υδάτινων οδών. Πολλοί απ' αυτούς ήταν Βλαχόφωνοι και διακρίθηκαν στο σύνολό τους για την έντονη εθνική συνείδηση τους. Επιδόθηκαν με μεγάλη επιτυχία κυρίως στο εμπόριο αλλά υπήρχαν στις τάξεις τους και διακεκριμένοι χρηματιστές, τραπεζίτες πρώτης εποχής ήταν η Μοσχόπολη. Δυστυχώς μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768 οι Μοσχοπολίτες εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους. Η Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) που επισφράγισε τη λήξη του πολέμου οδήγησε στη μετανάστευση κι άλλους Έλληνες – ιδιαίτερα προς τις περιοχές που ήλεγχε η Αυστροουγγαρία. Οι Αυστριακοί την εποχή εκείνη θεωρούσαν τιμητικό να φιλοξενούν Έλληνες στις επαρχίες που είχαν υπό την κυριαρχία τους.
Το τελευταίο μεταναστευτικό ρεύμα σημειώθηκε από το 1804 ως το 1830. Οι Έλληνες μεταναστεύουν στην ημιαυτόνομη τότε Σερβία, άλλοι για να πλουτίσουν και άλλοι για να μην υποστούν τις συνέπειες της καταστολής του κινήματος στη Μακεδονία το 1821-22.
Οι Έλληνες ανήκαν κοινωνικά –και εν πολλοίς αποτελούσαν– την αστική τάξη των γιουγκοσλαβικών επαρχιών. Η ελληνική γλώσσα ως εκ τούτου αναδείχτηκε σε αγαπημένη γλώσσα του εμπορίου και ήταν πολύ διαδεδομένη στην ανώτερη τάξη. Οι Έλληνες πρόσεχαν πολύ την εκπαίδευση των παιδιών τους. Δι' αυτής διατηρούσαν την εθνική τους συνείδηση λαμβάνοντας εκ παραλλήλου τις απαραίτητες γνώσεις για το εμπόριο. Οι διευθυντές των ελληνικών σχολείων διορίζονταν από τις αντίστοιχες κοινότητες και ήταν υπεύθυνοι για τη διοίκησή τους. Ελληνικό σχολείο υπήρχε στο Βελιγράδι από το 1700. Υπήρχε επίσης εμπορική σχολή. Σχολείο υπήρχε και στο Σάμπατς ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Ελληνικά όμως διδάσκονταν και σε σερβικά σχολεία. Από τα μέσα του 1991 αιώνα όμως οι Έλληνες άρχισαν να ενδιαφέρονται για τη σερβική γλώσσα. Αρχίζει δηλαδή η σταδιακή αφομοίωση τους. Άλλωστε εκείνη την εποχή, ο αριθμός των αποδήμων ελατώνεται. Ο κυριότερος λόγος ήταν ότι η Ελλάδα κέρδισε την ανεξαρτησία της και προσείλκυσε τα σκόρπια παιδιά της. Υπήρχαν όμως και οικονομικοί λόγοι. Τα ατμόπλοια που διεξήγαν τότε το εμπόριο μεταξύ Ανατολής-Δύσης δεν χρειάζονταν ενδιάμεσους σταθμούς, με αποτέλεσμα να μειώνεται το εμπορικό ενδιαφέρον των πόλεων όπου ζούσαν και δρούσαν μέχρι τότε οι Έλληνες.
Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και τη διανομή της Μακεδονίας ανάμεσα στην Ελλάδα, στη Βουλγαρία και τη Σερβία, η Σερβία αποφάσισε να εκσερβίσει δραστικά το κομμάτι της Μακεδονίας που κέρδισε. Θύμα της απόφασης αυτής υπήρξε και ο ελληνισμός της περιοχής. Οι Σέρβοι φρόντισαν να ελαχιστοποιήσουν τα ίχνη της ελληνικής παρουσίας. Τα κοινοτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία έκλεισαν, η ελληνική γλώσσα έπαψε να διδάσκεται στα σχολεία και να τυπώνεται σε εφημερίδες, τα εναπομείναντα Ελληνόπουλα δεν βαφτίζονταν πια με ελληνικά ονόματα. Πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα και σχημάτισαν συλλόγους. Τη Θεσσαλονίκη είχαν έδρα οι σύλλογοι των Μοναστηριωτών, των Δοϊρανιωτών, των Στρωμνιτσιωτών και των Γευγελιωτών. Οι σύλλογοι αυτοί εκμεταλλεύτηκαν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους το νέο διεθνές forum που προσέφερε η ΚτΕ στους μειονοτικούς πληθυσμούς.
Η πρώτη επίσημη διαμαρτυρία έφτασε στη Γενεύη το 1920. Ήταν μια καταγγελία του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Μοναστηριωτών Θεσσαλονίκης και Φλώρινας που διαμαρτύρονταν για τον απόλυτο εκσερβισμό που επεχειρείτο στο Μοναστήρι από τους Σέρβους. Τα 18 ελληνικά σχολεία που εκπαίδευαν 2.500 μαθητές έκλεισαν, το ίδιο και η εφημερίδα Ελληνικό Φως. Ζήτησαν λοιπόν από τη διεθνή κοινότητα να βοηθήσει την ένωση του Μοναστηρίου με τη Θεσσαλονίκη. Ο Έρικ Ντράμοντ τους απάντησε ότι η Γιουγκοσλαβία έχει υπογράψει μειονοτικές συνθήκες και υπόκειται πλέον σε διεθνή έλεγχο. Μπορούσαν λοιπόν να καταγγείλουν τις παραβιάσεις αλλά όχι να ζητούν εδαφικές μεταβολές.
Το 1925 οι εν λόγω σύλλογοι απευθύνθηκαν ξανά στις ελληνικές αρχές διότι η καταγγελία της ελληνοσερβικής συνθήκης συμμαχίας τους φάνηκε ιδεώδης αφορμή για να ζητήσει η Ελλάδα: α) επιστροφή των κατασχεθέντων ελληνικών, κοινοτικών περιουσιών, β) επαναλειτουργία των κοινοτικών ιδρυμάτων, γ) πλήρη αναγνώριση των δικαιωμάτων που παρείχε στις μειονότητες η ΚτΕ. Ματαίως ήλπισαν βεβαίως διότι το πρώτο μέλημα της Ελλάδας τότε ήταν να κατευναστεί η γιουγκοσλαβική οργή και όχι να προστεθεί ακόμα ένας λόγος προστριβής.
Έτσι οι εναπομείνασες εστίες ελληνισμού εξαφανίστηκαν σιγά σιγά και το Μοναστήρι παρήκμασε τελείως. Το 1933 οι Έλληνες επισκέπτες έβλεπαν την καθοριστική παρουσία της Χωροφυλακής, την εξαφάνιση της ελληνικής γλώσσας, τη βαρύτατη φορολογία των μικρών καταστηματαρχών, το άλλοτε ακμάζον ελληνικό παρθεναγωγείο να λειτουργεί ως σερβική θεολογική σχολή και τις ελληνικές εκκλησίες να λειτουργούν στα σέρβικα. Μάθαιναν επίσης ότι κάθε Σέρβος αξιωματικός που παντρευόταν Ελληνίδα επροικοδοτείτο με 50.000 δηνάρια. Οι ελληνικές αρχές θεώρησαν το κακό αναπόφευκτο και παρηγορήθηκαν με τη σκέψη ότι η ελληνική παρουσία «εξασφαλίζεται πλέον διά της αραιάς μεν αλλ' οπωσδήποτε σημειούμενης έστιν ότε εγκαταστάσεως νέων εξ ελευθέρας Ελλάδος εμπορικών ή βιοτεχνικών παραγόντων, εθνικώς ακμαιοτέρων της φθινούσης μειονότητος».
1 .