Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 25 Φεβ 2023, 00:22
Μαζικοί και ατομικοί εξισλαμισμοί
Οι εξωμοσίες ελληνικών πληθυσμών είχαν αρχίσει πολύ πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, με την εδραίωση της τουρκικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία και με την προέλαση των Οθωμανών στη χερσόνησο του Αίμου.
Ως μία από τις σημαντικότερες αιτίες εξισλαμισμών μπορεί να θεωρηθεί η πεποίθηση των χριστιανών ότι ο Θεός τους εγκατέλειψε λόγω των αμαρτιών τους και ότι ευνοούσε πια τους οπαδούς του Ισλάμ. Η πεποίθηση αυτή δημιουργήθηκε από την εκπληκτική προέλαση των Τούρκων και τη ραγδαία εξάπλωση του οθωμανικού κράτους. Οπωσδήποτε, μεγάλο ποσοστό εξισλαμισμών, ατομικών και μαζικών, παρατηρήθηκε τόσο στη Μικρά Ασία όσο και στη χερσόνησο του Αίμο κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων των Τούρκων — περιστάσεις κατά τις οποίες σημειώθηκαν άλλωστε και βίαιοι εξισλαμισμοί — και ιδίως κατά τις πρώτες στιγμές του τρόμου και της συγχύσεως. Έτσι π.χ. κατά την άλωση της Θεσσαλονίκης, το 1430, όπως αναφέρει λίγα χρόνια αργότερα ο Γάλλος περιηγητής Bertrandon de la Broquière, αρκετοί κάτοικοι δέχθηκαν τον ισλαμισμό. Γενικά, βίαια γεγονότα όπως καταλήψεις περιοχών και αλώσεις σημαντικών πόλεων επιδρούσαν στο ηθικό των κατοίκων και προκαλούσαν εξωμοσίες, οι οποίες όμως δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθούν ως εκούσιες, έστω και αν παρουσιάζονται με τη μορφή αυτή
Είναι αυτονόητο ότι όσο μεγαλύτερες επιτυχίες σημείωναν οι Τούρκοι, τόσο μειωνόταν η αντίδραση πολλών χριστιανών προς τη νέα θρησκεία. Ο κλονισμός της πίστεως τους έφθασε στο έπακρο με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως. Πραγματικά, ο πρώτος μετά την Άλωση οικουμενικός πατριάρχης Γεννάδιος αναφέρει «τους αφισταμένους οσημέραι της πίστεως πανταχού» και μιλάει απερίφραστα για την αθρόα προσέλευση λαϊκή και κληρικών στον ισλαμισμό, η οποία άλλωστε συνεχίσθηκε και στους επόμενους αιώνες. Ωστόσο φαίνεται ότι κυρίως μετά την Άλωση έγιναν οι πιο πολλές εξωμοσίες είτε ομαδικές είτε ατομικές, για τις οποίες όμως δεν έχουμε συγκεκριμένες μαρτυρίες.
Εκτός από τους παραπάνω παράγοντες που εξακολούθησαν να αποτελούν σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας τα αίτια μεγάλου πλήθους εξισλαμισμών, τόσο ατομικών όσο και — ιδίως — ομαδικών, ο κυριότερος λόγος των αθρόων εξωμοσιών υπήρξαν οι εξευτελιστικοί όροι διαβιώσεως των χριστιανών υποδούλων στα πλαίσια του οθωμανικού κράτους. Ανάμεσα σ' αυτούς πρέπει να τονισθεί ιδιαίτερα η κοινωνική και οικονομική διαφοροποίηση μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Η επιθυμία ορισμένων εκπροσώπων της ηγέτιδος τάξεως του Βυζαντίου η της αριστοκρατίας της γης να διατηρήσουν την κοινωνική τους θέση στην οθωμανική ιεραρχία η την έγγειο ιδιοκτησία τους οδήγησε ακόμη και μέλη των χριστιανικών αυτοκρατορικών οίκων και ανώτερους κληρικούς να προσέλθουν στη θρησκεία του κατακτητού. Σοβαρότερο και μονιμότερο ρεύμα εξωμοσιών προκαλούσαν οι οικονομικοί λόγοι, ιδίως οι πολυπληθείς και επαχθείς φορολογικές υποχρεώσεις των χριστιανών ραγιάδων, που αποτελούσαν μέρος της μειονεκτικής τους θέσεως. Έτσι οι δύσκολες συνθήκες διαβιώσεως και η σημαντική διαφοροποίηση των φόρων μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων ανάγκαζαν τους πρώτους να προσέλθουν στο Ισλάμ. Με το πέρασμα μάλιστα των αιώνων η επιδείνωση των παραπάνω παραγόντων και ιδιαίτερα ο πολλαπλασιασμός των φορολογικών επιβαρύνσεων των χριστιανών, ενίσχυσε το ρεύμα των ατομικών εξωμοσιών.
Σπουδαίο ρόλο στην εξωμοσία πολλών χριστιανών έπαιξαν και οι ουλεμάδες και οι δερβίσηδες. Ο προσηλυτιστικός ζήλος των τελευταίων, ιδίως των οπαδών των αιρέσεων των Bektaşi και Mevlevi, έφερνε πολλούς χριστιανούς στους κόλπους του Ισλάμ. Δερβίσηδες όπως ο Badr al-Din (αρχές 15ου αι.) σημείωσαν μεγάλες επιτυχίες στον τομέα του προσηλυτισμού. Αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι αποτέλεσμα μιας επισκέψεως του ξακουστού δερβίση στη Χίο ήταν ο εξισλαμισμός δύο ιερέων και πέντε μοναχών.
Πολλοί χριστιανοί που εργάζονταν σε βακουφικά κτήματα, τα οποία ήταν στη δικαιοδοσία δερβίσηδων, κατέληγαν να γίνουν μουσουλμάνοι. Βακουφικά έγγραφα αναφέρουν μεταξύ των δουλοπαροίκων μουσουλμάνους, που η καταγωγή τους όμως είναι χριστιανική, όπως φανερώνουν τα ονόματά τους.
Τον πειρασμό της εξωμοσίας τον ενίσχυε και η αψυχολόγητη πολλές φορές αδιαλλαξία ορισμένων ορθοδόξων κληρικών. Πολλοί ανώτεροι ιδίως κληρικοί, παραβλέποντας τις κρίσιμες συνθήκες που αντιμετώπιζε το ποίμνιό τους και τις δυσχέρειες που συναντούσε κάθε μέρα, αξίωναν την πιστή εφαρμογή των τύπων της χριστιανικής θρησκείας, με αποτέλεσμα να προκαλούν την αγανάκτηση των πιστών. Η δογματική αυτή ακαμψία γίνεται φυσικά ως ένα σημείο κατανοητή, όταν αναλογισθεί κανείς πως την ίδια εκείνη εποχή, όπως άλλωστε και στο παρελθόν και αργότερα, η ορθόδοξη ηγεσία αντιμετώπιζε παράλληλα και τη δογματική διάβρωση εκ μέρους της Καθολικής Εκκλησίας.
Η εκούσια προσέλευση ενός χριστιανού στον ισλαμισμό αποτελούσε μεγάλο γεγονός της θρησκευτικής ζωής των μουσουλμάνων, αληθινή νίκη, και εορταζόταν πανηγυρικά. «Όταν ένας χριστιανός θέλει να γίνει Άπιστος», γράφει ο αιχμάλωτος των Τούρκων Ιωάννης Schiltberger στις αρχές του 15ου αι., «πρέπει εμπρός σε όλους τους ανθρώπους να υψώσει το δάκτυλο και να πει τις λέξεις: “La il lach illalach· ο Μωάμεθ είναι ο αληθινός προφήτης του”. Και όταν το πει αυτό, τον οδηγούν στον ανώτατο ιεροδικαστή πρέπει τότε να επαναλάβω τις παραπάνω λέξεις μπροστά στον ιεροδικαστή και να αρνηθεί τη χριστιανική πίστη και όταν το κάμει αυτό, του φορούν καινούργιο ένδυμα και ο ιεροδικαστής δένει ένα καινούργιο σαρίκι στο κεφάλι του, και αυτό το κάνουν για να φανεί πως είναι Άπιστος, γιατί οι χριστιανοί φορούν στο κεφάλι γαλάζιο σαρίκι και οι Εβραίοι κίτρινο. Στη συνέχεια ο ιεροδικαστής ζητά από όλους τους ανθρώπους να φορέσουν τις πανοπλίες τους· και όποιος έχει άλογο να ιππεύσει το ιππεύει το ίδιο κάνουν όλοι οι ιερωμένοι που βρίσκονται στη γειτονιά. Και όταν έλθουν όλοι τον ανεβάζουν επάνω σε ένα άλογο και έπειτα το πλήθος πρέπει να προχωρεί πριν από αυτόν και οι ιερωμένοι πηγαίνουν από πίσω του με σάλπιγγες, κύμβαλα και φλογέρες και δύο ιερωμένοι ιππεύουν κοντά σ ̓ αυτόν· κι έτσι τον περιφέρουν στην πόλη ̇ και οι Άπιστοι φωνάζουν με δυνατή φωνή και δοξάζουν τον Μωάμεθ και οι δύο ιερωμένοι του λένε αυτές τις λέξεις : “Ένας είναι ο Θεός και υπηρέτης του ο Μεσσίας, δούλη του η Μαρία και ο Μωάμεθ ο μεγαλύτερός του προφήτης”. Αφού τον περιφέρουν παντού μέσα στην πόλη από τον ένα δρόμο στον άλλον, κατόπιν τον οδηγούν μέσα στο τζαμί και τον περιτέμνουν. Αν είναι φτωχός, συγκεντρώνουν με έρανο πολλά χρήματα και οι άρχοντες τον τιμούν ιδιαίτερα και τον κάνουν πλούσιο. Αυτό κάνουν, για να είναι πιο πρόθυμοι οι χριστιανοί να προσηλυτισθούν στη δική τους πίστη. Αν πρόκειται για γυναίκα που επιθυμεί να αλλαξοπιστήσει, αυτή οδηγείται επίσης στον ανώτατο ιεροδικαστή και πρέπει να πει τις παραπάνω λέξεις. Ο ιεροδικαστής κατόπιν παίρνει τη ζώνη της, την κόβει στα δύο και σχηματίζει με τα κομμάτια ένα σταυρό. Η γυναίκα τότε πρέπει να πατήσει τον σταυρό τρεις φορές, να αρνηθεί τη χριστιανική πίστη και να πει τις λέξεις που αναφέραμε παραπάνω».
Η διαίρεση ωστόσο των εξωμοσιών, των ατομικών όσο και των ομαδικών, σε εκούσιες και ακούσιες, παραμένει στις περισσότερες ίσως περιπτώσεις αδύνατη. Πίσω από τις αρχειακές ή ιστορικές μαρτυρίες διαφαίνονται πολλές φορές αληθινές τραγωδίες. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο εξωμότης, ο «σχηματίσας ιδέαν περί της θρησκείας και αποδεχθείς τον ισλαμισμόν», δεν ήταν παρά «αγένειος νεανίας», μόλις 8 ή 10 ετών. Άλλοι υποβλήθηκαν βίαια σε περιτομή σε νεαρότατη ηλικία, άλλοι παρασύρθηκαν σε εξωμοσία σε στιγμή μέθης η υπό την επήρεια σφοδρών συναισθημάτων. Και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έσπευδαν αργότερα, υπακούοντας στη φωνή της συνειδήσεώς τους, να αποκηρύξουν τον ισλαμισμό και να επιζητήσουν εξιλέωση μέσω του μαρτυρίου.
Πολλοί τέλος εξωμότες υποκρίνονταν τον μουσουλμάνο και περνούσαν μία περίοδο ως κρυπτοχριστιανοί οι περισσότεροι όμως από αυτούς κατέληγαν αργά η γρήγορα στον Ισλαμισμό. Η πρώτη γνωστή περίπτωση παρουσιάσθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Μετά την άλωσή της, το 1331, πολλοί τρομοκρατημένοι κάτοικοί της προσήλθαν στον ισλαμισμό ενώ κρυφά εξακολουθούσαν να τελούν τα χριστιανικά τους καθήκοντα. Στην περίπτωση αυτή η Εκκλησία, με εκπρόσωπο τον ίδιο τον οικουμενικό πατριάρχη Ιωάννη ΙΔ ́ Καλέκα ανέχθηκε, όπως φαίνεται από δύο πατριαρχικά πιττάκια του 1339 και του 1340, την κατάσταση αυτή της ανάγκης και εγκαρδίωσε τους κρυπτοχριστιανούς τονίζοντάς τους ότι οι εχθροί μπορεί να είναι κύριοι των σωμάτων, αλλά όχι των ψυχών τους, και ότι επομένως μπορούσαν, έστω και κρυφά, να τελούν τις εντολές του Θεού, εφόσον από τον φόβο των κακοποιήσεων και του θανάτου δεν τολμούσαν να εκδηλωθούν ως χριστιανοί. Η πείρα όμως έδειξε ότι οι κρυπτοχριστιανοί αυτοί η οι απόγονοί τους αργά η γρήγορα γίνονταν οριστικά πιστοί μουσουλμάνοι. Γι' αυτό ποτέ στο εξής δεν βλέπουμε την Εκκλησία να τηρεί την ίδια ανεκτική στάση και είναι αυστηρή απέναντι στον κρυπτοχριστιανισμό.
Από το στάδιο του κρυπτοχριστιανισμού πέρασαν και οι χριστιανοί σπαχήδες της Ηπείρου, οι οποίοι όπως είδαμε είχαν αναγκασθεί κατά τον 17ο αι. να προσέλθουν στον ισλαμισμό. Ωστόσο φαίνεται ότι πολλοί έμειναν για πολλά χρόνια κρυπτοχριστιανοί ακόμη και ως τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1768 - 1774), σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Γάλλου περιηγητή βαρώνου De Tott, που στα 1769 βρισκόταν στην Κριμαία.
0 .