
https://www.nature.com/articles/jhg200739
Genetic affinities among southeastern European and Central Asian populations





Διάδοχος έγραψε:Genetic affinities among southeastern European and Central Asian populations
A total of 513 autochthonous unrelated individuals from the Dniester–Carpathian region were analyzed.
The six samples comprised Moldavians from villageKarahasani (n= 123), Moldavians from village Sofia (n= 82), Gagauzes from village Kongaz (n= 72) and from village Etulia (n= 64), Ukrainians from village Rashkovo (n= 85) and a sample of Romanians from the Piatra-Neamt and Bacau districts in Romanian Moldova (n= 87)


deCaritaine έγραψε:Οι απλοομάδες του Υ-χρωμοσώματος δείχνουν πατρική προέλευση αλλά για γειτονικά έθνη δεν βγάζει κανείς μόνο από αυτές άκρη γιατί οι μεταλλάξεις εμφανίστηκαν πριν από 4-5 χιλ έως δεκάδες χιλιάδες χρόνια.





Οι Κουμάνοι ή Κομάνοι ή Πολόβτσι ήταν τουρκικόςνομαδικός λαός, ο δυτικός κλάδος της συνομοσπονδίας Κουμάν - Κιπτσάκ. Μετά την επιδρομή των Μογγόλων στο κράτος των Ρως (1237), πολλοί αναζήτησαν άσυλο στην Ουγγαρία και στη Βουλγαρία. Άλλοι ερευνητές αναφέρουν ότι οι Κουμάνοι ήταν ευπρόσδεκτοι στην Ουγγαρία πριν τη μογγολική επιδρομή.
Λαός που σχετιζόταν με τους Πετσενέγους, κατοίκησαν μια περιοχή βόρεια της Μαύρης θάλασσας και κατά μήκος του Βόλγα ποταμού, γνωστή ως Κουμανία, όπου έπαιξαν μαζί με τους Κιπτσάκους ρόλο στην πολιτική του Καυκάσου και της Χωρεσμίας . Εντέλει, αρκετοί εγκαταστάθηκαν δυτικά της Μαύρης Θάλασσας, επηρεάζοντας την πολιτική των Ρως του Κιέβου, της Χρυσής Ορδής, της Βουλγαρίας, της Σερβίας, της Ουγγαρίας, της Μολδαβίας, και της Βλαχίας. Οι φυλές των Κουμάνων και των Κιπτσάκων ενώθηκαν πολιτικά σε μια συνομοσπονδία. Η Κουμανική γλώσσα μαρτυρείται σε ορισμένα μεσαιωνικά χειρόγραφα και είναι η περισσότερο γνωστή από τις πρώιμες Τουρκικές γλώσσες . Ο Codex Cumanicus (Κουμανικός Κώδικας) ήταν γλωσσολογικό εγχειρίδιο που γράφτηκε προς βοήθεια των Καθολικών ιεραποστόλων της περιοχής.
Ως νομάδες πολεμιστές από τη στέπα της Ευρασίας, οι Κουμάνοι άσκησαν επίμονη πίεση στα μεσαιωνικά Βαλκάνια. Το βασικό όργανο της επιτυχημένης άσκησης πολιτικής των Κουμάνων ήταν η στρατιωτική δύναμη και η πίεση στα εξασθενημένα από τις εμφύλιες διαμάχες βαλκανικά κράτη. Οι πιέσεις αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να εγκατασταθούν ομάδες Κουμάνων και αναμειχθούν με τους γηγενείς πληθυσμούς. Υφίσταται μάλιστα διαμάχη για το αν τρεις διαδοχικές βουλγαρικές δυναστείες, των Ασενιδών, των Τερτεριδών και η δυναστεία Σισμάν, όπως και η ιδρυτική βλάχικη δυναστεία των Βασαραβιδών είναι κουμανικής προέλευσης. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά στις περιπτώσεις των Ασενιδών και των Βασαραβιδών, μεσαιωνικά χειρόγραφα τις αναφέρουν ως βλάχικες, ρωμανικές δυναστείες. Έπαιξαν ενεργό ρόλο στο Βυζάντιο, την Ουγγαρία και τη Σερβία, καθώς ενσωματώθηκαν στις αριστοκρατικές τάξεις τής εκάστοτε κοινωνίας.
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE ... E%BF%CE%B9

1. Εμφάνιση και μετακινήσεις των Κουμάνων
Οι Κουμάνοι είναι ένα από τα τελευταία κύματα της τουρκικής επέκτασης προς τη δύση. Στις βυζαντινές πηγές από τον 11ο έως το 13ο αιώνα πολύ συχνά αναφέρονται ως Σκύθες, η τουρκική ονομασία τους είναι Κιπτσάκ (Qipčak) και η σλαβική Πολόβτσυ (Polovci). Πρόκειται για μια ιδιόμορφη κοινοπολιτεία ευρωασιατικών νομαδικών και ημινομαδικών φύλων τα οποία εκδίωξαν και αντικατέστησαν τους Πετσενέγους στις ανατολικοευρωπαϊκές στέπες γύρω στα 1050-1060. Η ιστορία τους ξεκίνησε στην Ασία και έκλεισε τον κύκλο της στην Ευρώπη και την Αφρική. Οι Κουμάνοι διαδραμάτισαν στις στέπες της Μαύρης θάλασσας σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο μεταξύ του 11ου και του 13ου αιώνα και οι σχέσεις τους με τους Γκρουζίνους, τους Ρώσους, τους Ούγγρους, τους Βυζαντινούς και τους Βουλγάρους άφησαν βαθιά ίχνη στην ιστορία των λαών αυτών.
Οι απαρχές της μετακίνησης των Κουμάνων από τα βόρεια τμήματα των στεπών της κεντρικής Ασίας τοποθετείται στον 9ο αιώνα και εξελίχθηκε προς τα δυτικά. Στο δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, πιθανόν λόγω των μετακινήσεων διάφορων λαών εξαιτίας της δημιουργίας του ισχυρού κράτους των Κινέζων στην κεντρική Ασία, οι Κουμάνοι από τις βόρειες περιοχές των στεπών της κεντρικής Ασίας, δηλαδή του άνω ρου του Ιρτίς, κατευθύνθηκαν προς το νότο, προς το Τουρκεστάν, απωθώντας από τη νότια λωρίδα των στεπών της κεντρικής Ασίας τον εθνικά συγγενικό τους λαό των Ούζων. Στη διάρκεια του 1030 οι Κουμάνοι κυριάρχησαν στις στέπες της κεντρικής Ασίας μέχρι τα σύνορα με τον ισλαμικό κόσμο. Καθώς οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν, οι Κουμάνοι τις δεκαετίες του ’40 και του ’50 του 11ου αιώνα διείσδυσαν στην Ευρώπη και μέσα σε 10-15 χρόνια επικράτησαν σε όλες τις στέπες μέχρι τα σύνορα του Βυζαντίου και της Ουγγαρίας. Στην πραγματικότητα αποτελούσαν μόνο έναν κρίκο στην αλυσίδα των μεγάλων μετακινήσεων του 11ου αιώνα, από τα σύνορα της Κίνας έως την ανατολική Ευρώπη.
2. Πηγές για τους Κουμάνους
Ο Αρμένιος ιστορικός Matija Edeski αναφέρει πως το 1050/1051 «ο λαός του δράκου» εισέβαλε στην περιοχή των Κουμάνων, τους διέλυσε και τους έδιωξε· κατόπιν αυτοί απώθησαν τους Ούζους και τους Πετσενέγους και όλοι αυτοί οι λαοί έστρεψαν την οργή τους κατά των Βυζαντινών.1 Πιθανώς η ονομασία «λαός του δράκου» υπονοεί τους Κινέζους ή κάποιο μογγολικό φύλο. Συνέπεια αυτής της επιδρομής ήταν να κατευθυνθούν πολλοί Κουμάνοι προς τις στέπες της Μαύρης θάλασσας όπου, περίπου το 1054, επιτέθηκαν στους Ούζους. Καθώς κατατροπώθηκαν από τους Κουμάνους, οι Ούζοι κινήθηκαν προς τις παραμεθόριες περιοχές του Βυζαντίου, της Ρωσίας και της Ουγγαρίας, όπου άλλοτε έβρισκαν καταφύγιο, άλλοτε την οριστική καταστροφή. Οι Κουμάνοι που κινήθηκαν προς τα δυτικά μετά το πλήγμα του 1050/1051 έφτασαν στα δασώδη Καρπάθια, τις Σιδηρές Πύλες του Δουνάβεως και τον ορεινό όγκο των Βαλκανίων· πίσω από αυτά βρίσκονταν το Βυζάντιο και η Ουγγαρία. Είναι γνωστό ότι το 1114 έφθασαν έως το Βιντίν. Αλλά το 1050/1051 δε σήμανε την ολοκληρωτική καταστροφή των Κουμάνων στην Ασία: Μέρος αυτών παρέμεινε εκεί, κάτι το οποίο σημαίνει ότι η εξάπλωσή τους κάλυπτε έναν ευρύτατο χώρο από το Τουρκεστάν έως το Δούναβη.
Οι πηγές αναφέρουν για τους Κουμάνους ότι ήταν ψηλοί, εύσωμοι, με ωραία κορμοστασιά, όμορφοι και ξανθοί. Αρκετά έχουν γραφτεί και για την ομορφιά των γυναικών τους. Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος γράφει για τους Κουμάνους: «Οι Σκύθες (=Κουμάνοι) είναι λαός που δεν παραμένει σε ένα μέρος, αλλά βρίσκεται σε διαρκή μετακίνηση, και για το λόγο αυτό στερείται και θεσμών. Τριγυρίζουν (οι Κουμάνοι) σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης περιπλανώμενοι ασταμάτητα, χωρίς να ξεκουράζονται ποτέ. Πραγματικά είναι άνθρωποι ιπτάμενοι και φευγαλέοι, και κανείς δεν μπορεί ποτέ να τους συλλάβει, αφού ούτε πόλεις κατοικούν, ούτε χωριά γνωρίζουν, αλλά κινούνται συνεχώς σαν τα άγρια θηρία».2
Ο Ροβέρτος του Κλαρί, ο οποίος έλαβε μέρος στη Δ΄ Σταυροφορία, αναφέρει ότι μετά τη Βουλγαρία βρίσκεται η γη των Κουμάνων και προσθέτει: «Οι Κουμάνοι είναι λαός αγρίων που ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν: Δεν έχουν ούτε καλύβες ούτε σπίτια, αλλά ογκώδεις σκηνές κατασκευασμένες από δέρμα κάτω από τις οποίες βρίσκουν καταφύγιο, ενώ ζουν αποκλειστικά από το γάλα, το τυρί και το κρέας. Τα καλοκαίρια μαζεύονται τόσο πολλές μύγες και κουνούπια, ώστε ούτε καν τολμούν να βγουν από τις σκηνές τους για να κάνουν επιδρομή κατά των χωρών που θέλουν να λεηλατήσουν».3
3. Εγκαταστάσεις και οργάνωση των Κουμάνων
Η βασική ασχολία των Κουμάνων ήταν η νομαδική κτηνοτροφία. Ωστόσο, το 12ο αιώνα μεταξύ αυτών αρχίζουν να εμφανίζονται και τεχνίτες διάφορων ειδικοτήτων όπως σιδηρουργοί, γουναράδες, υποδηματοποιοί, οπλουργοί –ιδίως κατασκευαστές βελών– και ράφτες. Όπως και για άλλους νομάδες, έτσι και για τους Κουμάνους σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς τους αποτελούσαν οι επιδρομές για λεηλασία· επομένως είχαν αποκτήσει τη φήμη πολύ καλών πολεμιστών. Εκτός αυτού, οι Κουμάνοι είχαν κάποια ανάμειξη σε εμπορικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα στο δουλεμπόριο, σε λιμάνια της Κριμαίας όπως η Σουγδαία και η Χερσώνα. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι στους Κουμάνους υπήρχε ο θεσμός της βεντέτας.
Τα καλοκαίρια οι Κουμάνοι διέμεναν κυρίως στις βόρειες περιοχές των εδαφών που καταλάμβαναν, δηλαδή στην περιοχή νότια από την οροσειρά των Καρπαθίων· και το χειμώνα, λόγω του αφιλόξενου κλίματος, κατέβαιναν νοτιότερα, φθάνοντας μέχρι την περιοχή κάτω από τον κάτω Δούναβη, δηλαδή στα βυζαντινά και βουλγαρικά εδάφη. Στο βορρά τα εδάφη τους έφθαναν έως την περιοχή Μπουκοβίνα. Κουμάνοι ήταν εγκατεστημένοι και στις βόρειες ακτές του Εύξεινου Πόντου και της Αζοφικής θάλασσας, στη χερσόνησο της Κριμαίας, αλλά μόνο στα βόρεια εδάφη της, διότι τα νότια ήταν ακατάλληλα για τους νομάδες. Η πρωτεύουσά τους βρισκόταν κοντά στη σημερινή πόλη Χάρκοβο στην Ουκρανία.
Τον 11ο αιώνα η κοινωνική οργάνωση των Κουμάνων βρισκόταν σε μεταβατικό στάδιο. Από το πρώιμο φυλετικό σύστημα συγκρότησης σε γένη αναδυόταν μια ισχυρότερη κοινωνική διαστρωμάτωση. Τα γένη συγκροτούνταν από περισσότερες από μία οικογένειες, περισσότερα γένη συγκροτούσαν ορδές, και μερικές ορδές σχημάτιζαν φύλα, επικεφαλής των οποίων βρίσκονταν οι χάνοι. Ο στρατός τους αποτελούνταν από ελαφρύ και βαρύ ιππικό το οποίο χαρακτηριζόταν από μεγάλη ευκινησία. Στις μάχες συμμετείχαν και γυναίκες. Όσον αφορά τη θρησκεία τους, είναι γνωστό ότι πίστευαν στα κακά πνεύματα. Τα αρχαιολογικά ευρήματα που σχετίζονται με τους Κουμάνους δεν είναι πολλά και οι ταφές τους δύσκολα διακρίνονται από αυτές των εθνικά συγγενών τους Πετσενέγων. Στους τάφους χρησιμοποιούσαν ως σήματα πέτρινα αγάλματα.
4. Στις παραδουνάβιες στέπες. Σχέσεις με Ρως και Ούγγρους
Κατά τη μετακίνησή τους από την Ασία, οι Κουμάνοι έφτασαν μέχρι τα σύνορα της Ρωσίας, του Βυζαντίου και της Ουγγαρίας και τους επόμενους δύο αιώνες οι σχέσεις τους με τα κράτη αυτά χαρακτηρίζονταν από μεγάλες εντάσεις. Οι πρώτες επιδρομές τους στις προαναφερόμενες χώρες υπήρξαν απάντηση στις προκλήσεις των ίδιων των κρατών αυτών. Οι πρώτες αυτές συγκρούσεις χάραξαν την πορεία που θα ακολουθούσε η διείσδυση των μεταγενέστερων κυμάτων της εξάπλωσής τους.
Με τους Ρώσους συγκρούστηκαν πρώτη φορά το 1054 και από τότε εισέβαλαν επανειλημμένα στα ρωσικά εδάφη και κατήγαγαν σημαντικές νίκες επί των στρατών των πριγκίπων του Κιέβου (1068, 1092, 1093, 1096). Όμως, στις αρχές του 12ου αιώνα οι πρίγκιπες του Κιέβου Svjatopolk Izjaslavič και Βλαδίμηρος ο Μονομάχος κατόρθωσαν να οργανώσουν σειρά νικηφόρων εκστρατειών κατά των Κουμάνων (κατά τα έτη 1103, 1106, 1107, 1109, 1111 και 1116). Αποτέλεσμα των επιτυχιών αυτών ήταν να παραμείνει μόνο μια μικρή ορδή –εκείνη του χάνου Sarčak– εγκατεστημένη στην περιοχή γύρω από τον ποταμό Ντον. Ο αδελφός του Otrok με 40.000 Κουμάνους έφυγε το 1118, εγκαταστάθηκε στον Καύκασο και τέθηκε στην υπηρεσία του βασιλιά της Γεωργίας Δαβίδ Β΄ (1089-1125). Εκείνος αξιοποίησε τις υπηρεσίες τους τόσο στους πολέμους κατά των Σελτζούκων όσο και στις εσωτερικές έριδες με την απείθαρχη αριστοκρατία.
Αντίθετα, το τμήμα των Κουμάνων που απείλησε τους Βουλγάρους στο Βόλγα το 1117 ηττήθηκε. Μετά το θάνατο του Βλαδίμηρου του Μονομάχου (1125) οι Κουμάνοι στον Ντον ενώθηκαν. Πολλοί Ρώσοι πρίγκιπες νυμφεύθηκαν με επιφανείς Κουμάνες, εγκατέστησαν Κουμάνους σε ρωσικά εδάφη και αξιοποίησαν τις πολεμικές τους ικανότητες. Παρά τις αυξημένες πιέσεις κατά των ρωσικών εδαφών κατά την όγδοη και ένατη δεκαετία του 12ου αιώνα, οι Ρώσοι αντιστάθηκαν. Οι μάχες του ρωσικού λαού κατά των Κουμάνων έχουν καταγραφεί σε χρονικά και στο γνωστό έπος Slovu o polku Igoreve (Το έπος της εκστρατείας του Ιγκόρ).
Από τις παραδουνάβιες στέπες οι Κουμάνοι διενεργούσαν επιδρομές στην Ουγγαρία και αναμειγνύονταν στις εσωτερικές υποθέσεις της. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε και με την Πολωνία. Στις πηγές γίνεται μνεία στις κουμανικές επιθέσεις κατά της Ουγγαρίας το 1070, το 1091 και το 1094. Είναι γνωστό ότι στα μέσα του 12ου αιώνα η Ουγγαρία οχύρωνε τα σύνορά της στην Τρανσιλβανία εξαιτίας των Κουμάνων. Έγγραφα Ούγγρων βασιλέων μαρτυρούν ότι οι Κουμάνοι το 1211-1212 απειλούσαν τα ουγγρικά σύνορα.
5. Στη Βαλκανική χερσόνησο. Σχέσεις με το Βυζάντιο
5.1. 11ος-12ος αιώνας
Οι επιδρομές των Κουμάνων στις βόρειες περιοχές της χερσονήσου του Αίμου άρχισαν μετά το 1060, ακολουθώντας τον εθνικά συγγενικό με αυτούς λαό των Ούζων, οι οποίοι το 1064-1065 πέρασαν τον κάτω Δούναβη και διείσδυσαν βαθιά στις βυζαντινές περιοχές. Επίσης μερίδα Κουμάνων εισέβαλε στο βυζαντινό έδαφος. Ο Νικηφόρος Βασιλάκης, ένας από τους διεκδικητές του βυζαντινού θρόνου, προσπάθησε να προσεταιριστεί τους Πετσενέγους και τους Κουμάνους, οι οποίοι το 1078 έφτασαν μέχρι την Αδριανούπολη πραγματοποιώντας στο δρόμο τους λεηλασίες. Παρόμοια επίθεση επαναλήφθηκε το 1087. Οι Κουμάνοι συνέδραμαν τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό στη μάχη στους πρόποδες του όρους Λεβούνιο, την άνοιξη του 1091, που κατέληξε σε συντριβή των Πετσενέγων. Ωστόσο η συμμαχία αυτή υπήρξε βραχυχρόνια και οι επιδρομές των Κουμάνων συνεχίστηκαν. Έτσι, το 1095, Κουμάνοι βρέθηκαν στο στρατό του σφετεριστή Λέοντα Διογένη, ο οποίος παρουσιαζόταν ως γιος του πρώην αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄ Διογένη. Μετά την ήττα τους όμως από τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό και επί περίπου μισό αιώνα, οι επιθέσεις τους σταμάτησαν. Το 1146, το 1154 και το 1160 επανέλαβαν τις επιθέσεις τους στα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στο Δούναβη. Εικάζεται ότι οι Κουμάνοι κατέστρεψαν τη Δινογέτεια (σημερινό Garvăn στη Ρουμανία) περί το 1122. Την ίδια εποχή άρχισαν να εγκαθίστανται σε βυζαντινά εδάφη.
Οι Κουμάνοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο και στην εξέγερση στη Βουλγαρία κατά των Βυζαντινών το 1186, καθώς και στην ίδρυση του Δεύτερου Βουλγαρικού Βασιλείου. Οι αδελφοί Πέτρος και Ασάν, ιδρυτές του νέου κράτους, συχνά χρησιμοποιούσαν τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες. Στο Βυζάντιο, μεταξύ των προνοιαρίων το 12ο αιώνα υπήρχαν και Κουμάνοι, κάτι το οποίο μαρτυρείται σε ορισμένα έγγραφα που βρίσκονται στα αρχεία μονών του Αγίου Όρους. Τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα οι Κουμάνοι ήταν μισθοφόροι των Βούλγαρων ηγεμόνων Ιβάν Β΄ «Καλοϊωάννη» και Ιβάν Ασέν Β΄.
5.2. 13ος-14ος αιώνας
Το 1223 οι Μογγόλοι δύο φορές συνέτριψαν τους Κουμάνους: στο βόρειο Καύκασο και στην περίφημη μάχη στον ποταμό Κάλκα, όπου οι Κουμάνοι πολέμησαν ως σύμμαχοι των Ρώσων πριγκίπων. Μετά τη διείσδυση των Μογγόλων, μερίδα των Κουμάνων εντάχθηκε στη σύνθεση του νεοϊδρυθέντος κράτους της Χρυσής Ορδής, ενώ άλλο τμήμα τους μετακινήθηκε στην Ουγγαρία, όπου έλαβαν εδάφη για να εγκατασταθούν με αντάλλαγμα τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες.
Μετά την εισβολή των Μογγόλων, η εισροή των Κουμάνων σε βυζαντινές περιοχές αυξήθηκε. Το 1241 ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης εγκατέστησε δέκα χιλιάδες Κουμάνους στη Θράκη και τη Μικρά Ασία, το δε 1259 τα κουμανικά στρατεύματα διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη μάχη της Πελαγονίας. Οι Κουμάνοι είχαν τη φήμη ικανών πολεμιστών και ιδιαίτερα εύστοχων τοξοτών. Ωστόσο μερικές φορές η νομιμοφροσύνη τους ήταν αμφίβολη: το 1256 κοντά στο Διδυμότειχο οι Κουμάνοι αυτομόλησαν στους Βουλγάρους. Ένας από τους καλύτερους Βυζαντινούς στρατηγούς του 14ου αιώνα, ο Συργιάννης, ήταν κουμανικής καταγωγής από την πλευρά του πατέρα του, ο οποίος ήταν ένας από τους Κουμάνους που είχε προσλάβει στην υπηρεσία του ο Ιωάννης Γ΄ Βατάτζης.
6. Αποτίμηση
Μολονότι σημείωναν μεγάλες επιτυχίες στην επικράτεια του Βυζαντίου και της Ρωσίας, οι Κουμάνοι δεν προσπάθησαν ποτέ να ιδρύσουν εκεί δικό τους κράτος. Από την άποψη αυτή, έμοιαζαν να ακολουθούν τους όρκους των μεγάλων Τούρκων χάνων του 7ου και του 8ου αιώνα, όπως εξάλλου και οι Πετσενέγοι· οι τελευταίοι ορκίζονταν ότι δε θα αντικαταστήσουν τις στέπες στις οποίες γεννήθηκαν και ότι θα αντισταθούν στον πειρασμό της στενότερης επαφής με τον ελκυστικό, πολυτελή, αλλά και μαλθακό πολιτισμό των ντόπιων λαών. Με την έννοια αυτή, έχουν ιδιαίτερη σημασία τα λόγια του Otrok, ενός από τους επιφανέστερους αρχηγούς των Κουμάνων, ότι «καλύτερα να σκοτωθεί κανείς στη μάχη στην πατρίδα του, παρά να είναι ένδοξος σε ξένη». Τα λόγια αυτά μπορούν να αποτελέσουν ένα ιδιόμορφο σύνθημα της κουμανικής φιλοσοφίας της ζωής και ταυτόχρονα περίληψη ολόκληρης της ιστορίας δύο αιώνων του λαού αυτού στην περιοχή της ανατολικής Ευρώπης.
Η δυναστεία των Μαμελούκων στην Αίγυπτο, η οποία κυβέρνησε από το 1250 έως το 1517, μερικώς αποτελούνταν από πρώην δούλους (mamluk) κουμανικής καταγωγής. Οι Κουμάνοι άφησαν ίχνη σε τοπωνύμια της Βαλκανικής χερσονήσου, κατάλληλο δε παράδειγμα είναι η πόλη Κουμάνοβο στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.
http://blacksea.ehw.gr/forms/fLemmaBody ... maID=11948

The Pechenegs or Patzinaks were a semi-nomadic Turkic people from Central Asia speaking the Pecheneg language which belonged to the Oghuz branch of Turkic language family.
The Pechenegs' ethnonym derived from the Old Turkic word for "brother-in-law” (baja, baja-naq or bajinaq),implying that it initially referred to "in-law related clan or tribe". Sources written in different languages used similar denominations when referring to the confederation of the Pecheneg tribes. They were mentioned under the names Bjnak, Bjanak or Bajanak in Arabic and Persian texts, as Be-ča-nag in Classical Tibetan documents, as Pačanak-i in works written in Georgian, and as Pacinnak in Armenian. The modern Tatar name for them is Böcänäklär. Anna Komnene and other Byzantine authors referred to the Pechenegs as Patzinakoi or Patzinakitai. In medieval Latin texts, the Pechenegs were referred to as Pizenaci, Bisseni or Bessi. East Slavic peoples use the terms Pečenegi or Pečenezi, while the Poles mention them as Pieczyngowie or Piecinigi. The Hungarian word for Pecheneg is besenyő. The Romanian word for Pechenegs is "Pecenegi.
https://en.wikipedia.org/wiki/Pechenegs


1. Εισαγωγή
Οι Πετσενέγοι, που στα βυζαντινά κείμενα ονομάζονται και Πατζινάκοι ή Πατζινακίτες, από την τουρκικής ρίζας ονομασία Pečenek με την οποία αυτοπροσδιορίζονταν, αποτελούν έναν από τους πολλούς νομαδικούς ασιατικούς λαούς, που στη διάρκεια του Μεσαίωνα μετακινήθηκαν από την κεντρική Ασία στις παρυφές της ανατολικής Ευρώπης και βρέθηκαν σε επαφή με το παραδουνάβιο σύνορο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο λαός αυτός για όσο διάστημα βρισκόταν στο προσκήνιο διατήρησε το νομαδικό τρόπο ζωής και τη φυλετική οργάνωση. Οι διακριτές φυλές που τον συναποτελούσαν διατηρούσαν ιδιαίτερη ηγεσία και για το λόγο αυτό δεν συγκροτήθηκε ενιαίο κράτος στα εδάφη που είχαν καταλάβει, ενώ και ο διπλωματικός χειρισμός τους από βυζαντινής πλευράς ήταν δύσκολος, λόγω της πολυδιάσπασης της εξουσίας που τους διέκρινε. Ως προς τη θρησκευτική ταυτότητα των Πετσενέγων, η πλειονότητά τους φαίνεται πως διατήρησε τις παγανιστικές δοξασίες, αν και παραδίδεται ότι τμήματά τους εκχριστιανίστηκαν ή εξισλαμίστηκαν. Η γλώσσα τους κατατάσσεται στην οικογένεια των τουρκικών γλωσσών.1
Η άφιξή τους στην παρευξείνια περιοχή, δηλαδή στις στέπες της νότιας Ρωσίας και Ουκρανίας, πραγματοποιείται τον 9ο αιώνα, ενώ η ένταξή τους στο προσκήνιο της βυζαντινής ιστορίας συντελείται κατά το τέλος του 9ου και αρχές του 10ου αιώνα, στο πλαίσιο της βυζαντινοβουλγαρικής σύγκρουσης την εποχή του τσάρου Συμεών, όταν περαιτέρω επέκτασή τους τους φέρνει στα βόρεια του Δούναβη. Για την ακρίβεια, η τελευταία αυτή μετακίνηση των Πετσενέγων πραγματοποιείται το 895-896 έπειτα από πρόσκληση του Συμεών, προκειμένου να εκδιώξουν τους συμμάχους τότε του Βυζαντίου Ούγγρους (ή Μαγυάρους), επίσης νομαδικό ασιατικό λαό που είχε πρόσφατα αφιχθεί στην ίδια περιοχή.2 Αυτή η μετακίνηση των Πετσενέγων προκάλεσε την εκτόπιση των Ούγγρων στην κεντροευρωπαϊκή περιοχή που στο εξής εξελίχθηκε στο κράτος της Ουγγαρίας, ενώ στο χώρο παρουσίας και ελέγχου των Πετσενέγων προστέθηκε και η χώρα βόρεια του Δούναβη (το νότιο τμήμα της σημερινής Ρουμανίας).
2. Σχέσεις με το Βυζάντιο
Οι Βυζαντινοί πέτυχαν να προσεταιριστούν τους Πετσενέγους εναντίον των Βουλγάρων το 917.3 Η συγκεκριμένη περίπτωση σύμπραξης δεν απέδωσε κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα για το Βυζάντιο κατά την εξέλιξη του πολέμου εναντίον του Συμεών, εγκαινίασε όμως την πολιτική προσεταιρισμού των πατζινακικών φύλων και διατήρησης φιλικών σχέσεων με αυτά, που αποτέλεσε έκτοτε σταθερό σημείο της βυζαντινής εξωτερικής πολιτικής κατά το 10ο αιώνα αναφορικά με τις υποθέσεις του βόρειου συνόρου. Λόγω του νομαδικού τρόπου ζωής τους και των αντίστοιχων παραδόσεων των Πετσενέγων, οι σχέσεις τους με τους γειτονικούς λαούς δεν ήταν ομαλές και διακρίνονταν από τη συνεχή ροπή των Πετσενέγων προς τις ληστρικές επιδρομές εναντίον των γειτόνων τους. Η παρουσία τους στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ δυνάμεων που οι Βυζαντινοί θεωρούσαν δυνάμει απειλητικές, όπως η Βουλγαρία, η Ουγγαρία και η ρωσική ηγεμονία του Κιέβου, και με τις οποίες οι σχέσεις τους ήταν γενικά εχθρικές, τους καθιστούσε υπολογίσιμο εξισορροπητικό παράγοντα για την εξυπηρέτηση των βυζαντινών συμφερόντων στη βόρεια παρευξείνια περιοχή, την ασφάλεια του βυζαντινού βόρειου συνόρου και των αυτοκρατορικών κτήσεων στην Κριμαία. Η παραπάνω αντίληψη εκτίθεται αναλυτικά στο διπλωματικό εγχειρίδιο που είναι γνωστό με την ονομασία De Administrando Imperio και που αποδίδεται γενικά στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο. Αρκετά κεφάλαια του κειμένου αυτού είναι αφιερωμένα στους Πετσενέγους και περιέχουν οδηγίες για τον τρόπο διπλωματικής προσέγγισής τους, η οποία αποσκοπούσε όχι μόνο στην επιδίωξη χρησιμοποίησής τους εναντίον άλλων αντίπαλων δυνάμεων, αλλά και στην ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων μεταξύ αυτών και της βυζαντινής Χερσώνας (το κέντρο των βυζαντινών κτήσεων στην Κριμαία).4
Η κατάσταση άλλαξε τον 11ο αιώνα, μετά το 1018, όταν η εξάλειψη του βουλγαρικού κράτους και η ενσωμάτωση των εδαφών του στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία έφερε το βυζαντινό σύνορο στο Δούναβη, με αποτέλεσμα η βυζαντινή επικράτεια να γειτνιάζει πλέον άμεσα με το χώρο παρουσίας των Πετσενέγων. Σύντομα άρχισαν οι επιδρομές τους σε βυζαντινά εδάφη, οι οποίες οξύνθηκαν από τα μέσα του αιώνα και εξής, με συνέπεια οι Πετσενέγοι να εξελιχθούν στην πλέον υπολογίσιμη απειλή για το Βυζάντιο στα Βαλκάνια. Οι εκάστοτε προσπάθειες στρατιωτικής αντιμετώπισής τους έφεραν φτωχά αποτελέσματα, ενώ εφαρμόστηκε και πολιτική προσεταιρισμού ορισμένων από τις πατζινακικές φυλές, στις οποίες δόθηκε ως τόπος εγκατάστασης η παραμεθόρια περιοχή νότια του Δούναβη με αντάλλαγμα την ένταξή τους στις στρατιωτικές δομές του Βυζαντίου και την εκ μέρους τους προστασία του συνόρου, εκτός άλλων και από τις ομογενείς φυλές τους που βρίσκονταν πέραν αυτού. Και αυτή η μέθοδος όμως δεν απέδωσε μακροπρόθεσμα.5
Τελικά, η αναχαίτιση του πατζινακικού κινδύνου επιτεύχθηκε στην περίοδο της βασιλείας του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118), όταν οι Βυζαντινοί πέτυχαν να προσεταιριστούν προσωρινά άλλο νομαδικό λαό, πρόσφατα αφιχθέντα στην παρευξείνια περιοχή, τους Κουμάνους, και να τους στρέψουν εναντίον των Πετσενέγων. Η εξασθένηση των Πετσενέγων, λόγω των εναντίον τους κουμανικών επιθέσεων, κατέστησε τελικά δυνατή τη στρατιωτική συντριβή τους από το Βυζάντιο το 1122. Έκτοτε οι Πετσενέγοι εξαφανίζονται από το ιστορικό προσκήνιο, αφού όσοι απέμειναν αφομοιώθηκαν είτε από τους Κουμάνους είτε από τους Ούγγρους.
http://blacksea.ehw.gr/forms/fLemmaBody ... #chapter_0


1. Η καταγωγή των Γότθων
Οι Γότθοι ήταν μια ομάδα λαών που μιλούσαν την ανατολική γερμανική γλώσσα και μαρτυρούνται κατά τη Ρωμαϊκή Αρχαιότητα και τον πρώιμο Μεσαίωνα. Σύμφωνα με το θρύλο, που μας παραδίδεται από τον ιστορικό Ιορδάνη (6ος αιώνας), οι Γότθοι κατάγονται από τη Σκανδιναβία. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτός ο θρύλος διηγείται την ιστορία της χαρισματικής δυναστείας του Θεοδωρίχου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Τακίτου, οι Γότθοι τον 1ο αιώνα ζουν στην κεντρική Ευρώπη –όπου και ο πολιτισμός του Wielbark, τον οποίο οι αρχαιολόγοι θεωρούν γοτθικό– στη λεκάνη του ποταμού Βιστούλα και στη νότια ακτή της Βαλτικής θάλασσας. Εκτός από τους Γότθους, αυτός ο πολιτισμός περιλαμβάνει και άλλους λαούς της ανατολικής γερμανικής οικογένειας γλωσσών, όπως οι Γέπιδες, οι Έρουλοι κ.λπ.
2. Η επέκτασή τους
Κατά το β΄ μισό του 2ου και το α΄ μισό του 3ου αιώνα, οι φορείς του πολιτισμού του Wielbark προωθούνται κατά μήκος του δυτικού Μπουγκ προς το έδαφος της σημερινής Λευκορωσίας και Ουκρανίας. Στο βόρειο Εύξεινο Πόντο και στον Κάτω Δούναβη οι Γερμανοί έρχονται σε επαφή με τους τοπικούς πληθυσμούς Σκυθοσαρμάτες, Γετο-Δάκες και σε μικρότερο βαθμό με Σλάβους, για να σχηματίσουν τελικά μαζί την ομοσπονδία των γερμανικών και μη γερμανικών φύλων, υπό τη διοίκηση των Γότθων. Από το 240 και εξής, οι βάρβαροι αυτοί ξεκινούν τους πολέμους κατά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επιτίθενται αρχικά στις ελληνικές πόλεις στα βόρεια του Εύξεινου Πόντου, έπειτα καταστρέφουν όλη τη λεκάνη του Πόντου και τα Βαλκάνια, αλλά γύρω στο 275 η βαρβαρική απειλή απομακρύνεται.
3. Η διαίρεση σε Οστρογότθους και Βησιγότθους
Κατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα οι Γότθοι εγκαθίστανται στο έδαφος της σημερινής Ουκρανίας, Μολδαβίας και Ρουμανίας, σε γειτνίαση με τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εκείνη την εποχή οι Γότθοι χωρίζονται σε δύο παρακλάδια: τους Οστρογότθους-Greutungi, υπό τη διοίκηση της δυναστείας των Αμαλών (του Θεοδωρίχου) και τους Βησιγότθους-Tervingi, με επικεφαλής δικούς τους αρχηγούς, οι οποίοι όμως πιθανώς υπάγονταν στους Αμαλούς. Οι πρώτοι καταλαμβάνουν τα εδάφη στην Aνατολή, ανάμεσα στο Δνείστερο και τον Ντόνετς· οι δεύτεροι στη Δύση, ανάμεσα στο Δνείστερο και το Δούναβη. Ο πολιτισμός της γοτθικής ομοσπονδίας, ο λεγόμενος Černjahov (Sîntana-de-Mureş, σύμφωνα με την ορολογία των Ρουμάνων αρχαιολόγων), δείχνει το πολύ υψηλό επίπεδο του εκρωμαϊσμού των Γότθων.
4. Βησιγότθοι
Το 375-376 οι Γότθοι υφίστανται την εισβολή των Ούννων. Οι Βησιγότθοι απωθούνται στα νότια του Δούναβη, ενώ οι Οστρογότθοι παραμένουν υπό την κυριαρχία των Ούννων στην Ουκρανία. Οι Βησιγότθοι, ευρισκόμενοι τότε στο ρωμαϊκό έδαφος, επαναστατούν ενάντια στην αυτοκρατορική διοίκηση και καταφέρουν το 378, κοντά στην Αδριανούπολη, σοβαρή ήττα στο ρωμαϊκό στρατό. Ο νέος αυτοκράτορας Θεοδόσιος κατορθώνει να αναχαιτίσει τους Βησιγότθους και τους απομακρύνει από την Κωνσταντινούπολη. Μετά το θάνατό του όμως οι Βησιγότθοι περνούν στην Ιταλία και το 410 λεηλατούν τη Ρώμη. Το 412 οι Βησιγότθοι εγκαθίστανται στην Ακουιτανία και κατακτούν τα εδάφη ανάμεσα στις περιοχές Ναρμπόν, Τουλούζη και Μπορντό. Εμφανίζεται έτσι το βησιγοτθικό βασίλειο, το οποίο θα επιβιώσει στο νότο της Γαλατίας, μέχρι και την κατάληψη αυτής της περιοχής από τους Φράγκους, οι οποίοι συντρίβουν τους Βησιγότθους στη μάχη του Vouillé. Οι Βησιγότθοι αναδιπλώνονται προς την Ισπανία, όπου δημιουργούν βασίλειο με πρωτεύουσα το Τολέδο. Αυτό το βασίλειο διατηρήθηκε μέχρι την αραβική εισβολή το 712. Μια σειρά νεκροπόλεων, όπως το Duraton, η Kastiltierra ή η Madrona, απεικονίζει τον πολιτισμό των Βησιγότθων στην Ισπανία. Αυτός ο πολιτισμός μαρτυρεί την προοδευτική ένταξη των γερμανικών πληθυσμών στο δυτικό μεσογειακό χώρο, σε τέτοιο βαθμό ώστε από το τελευταίο τρίτο του 6ου αιώνα τα γερμανικά στοιχεία να μην είναι πια ορατά στον πολιτισμό του ισπανο-βησιγοτθικού βασιλείου.
5. Οστρογότθοι
Οι Οστρογότθοι απαλλάσσονται από την εξουσία των Ούννων μετά το θάνατο του Αττίλα και την ήττα των γιων του στη μάχη του Nedao, το 454 ή 455, μεταξύ των Ούννων και των εξεγερμένων γερμανικών λαών. Μετά το Nedao οι Οστρογότθοι μετακινούνται προς την Παννονία και στη συνέχεια, μετά την παραμονή στα Βαλκάνια, κατακτούν την Ιταλία το 494-495, υπό την ηγεσία του βασιλιά Θεοδωρίχου Αμαλού. Το ιταλο-οστρογοτθικό βασίλειο, με πρωτεύουσα τη Ραβένα, συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα πιο ισχυρά ρωμανο-γερμανικά βασίλεια και εκείνα που ασκούσαν τη μεγαλύτερη επιρροή. Στα 535-555 η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής, υπό τον Ιουστινιανό, διεξάγει μακροχρόνιο πόλεμο εναντίον των Οστρογότθων, ο οποίος λήγει με την κατάρρευση του ιταλο-οστρογοτθικού βασιλείου και εν συνεχεία οδηγεί στην εκτόπιση των Γότθων.
6. Λοιπές ομάδες Γότθων
Τρεις επιπλέον ομάδες Γότθων εντοπίζονται κατά τη διάρκεια του Πρώιμου Μεσαίωνα γύρω από τον Εύξεινο Πόντο. Οι ελάσσονες Γότθοι καταλαμβάνουν το έδαφος νότια του Δούναβη· πρόκειται δίχως αμφιβολία για απογόνους των Γότθων της ομοσπονδίας των προηγούμενων αιώνων, οι οποίοι, σύμφωνα με τους Βυζαντινούς συγγραφείς, ήταν πληθυσμός γεωργικός και ειρηνικός. Αυτοί οι Γότθοι, εντούτοις, ακολουθούν στρατιωτική εκπαίδευση και επανδρώνουν μάλιστα τα στρατεύματα κρούσης στη διάρκεια ορισμένων γεγονότων τον 6ο αιώνα. Στα χρόνια του Ιουστινιανού πιστοποιείται στη νοτιοδυτική Κριμαία, στη χώρα που ονομάζεται «το Δόρυ», η ύπαρξη μιας ομάδας Γότθων υπό την επικυριαρχία της αυτοκρατορίας. Τα κατάλοιπα αυτού του γοτθικού πληθυσμού υφίσταντο μέχρι το 15ο-16ο αιώνα, πριν να αφομοιωθεί από τους Έλληνες του Πόντου και τους Τατάρους της Κριμαίας. Τέλος, μια άλλη ομάδα Γότθων, οι Τετραζίτες, κατοικούσαν μέχρι τα μέσα του 5ου αιώνα στην ανατολική Κριμαία. Στη συνέχεια, παρασυρόμενοι από τους Ούννους, περνούν την καυκασιανή ακτή του Εύξεινου Πόντου και εγκαθίστανται στην περιοχή της σημερινής πόλης Novorossiïsk. Αυτή η ορθόδοξη χριστιανική ομάδα διατηρεί τις επαφές με το Βυζάντιο, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 6ου αιώνα. Το αρχαιολογικό υλικό, που προέρχεται από της γοτθική νεκρόπολη Djurso, μαρτυρά την προοδευτική αφομοίωσή τους από τον κιρκασιανό πληθυσμό από τον 6ο μέχρι τον 8ο αιώνα.
http://blacksea.ehw.gr/Forms/fLemmaBody ... maID=11871


Ο Αλάριχος Α΄, ήταν αρχηγός των Βησιγότθων (395-410). Ενώ αρχικά είχε σκοπό να εγκαταστήσει τον λαό του στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τελικά κατέλαβε και λεηλάτησε την ίδια τη Ρώμη, σηματοδοτώντας την αρχή της πτώσης του δυτικού ρωμαϊκού κράτους.
Στρατηγός του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους
Μετά την καταστροφική για τους Ρωμαίους ήττα από τους Βησιγότθους και τους συμμάχους τους στη μάχη της Αδριανούπολης (378), η αυτοκρατορία απέτυχε στο να εκδιώξει τους Βησιγότθους από τα εδάφη της. Έτσι ήλθε σε συμφωνία μαζί τους, δίνοντάς τους γη στα εδάφη της, καθιστώντας τους φοιδεράτους, δηλαδή ελεύθερους να ζουν με τους δικούς τους νόμους, παρέχοντας όμως στρατό στην αυτοκρατορία, υπό τους δικούς τους αρχηγούς.
Ο Αλάριχος αρχικά υπηρετούσε υπό τις διαταγές διαφόρων Ρωμαίων στρατηγών. Ήταν Χριστιανός και ανήκε στην αίρεση του Αρείου[5]. To 395 ανέλαβε ηγέτης των Βησιγότθων οι οποίοι ήταν δυσαρεστημενοι από την κατάσταση, ιδιαίτερα μετά τις μεγάλες απώλειες που είχαν στον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ Θεοδοσίου και Ευγενίου.
Επιδρομές στην Ελλάδα
Έτσι ο Αλάριχος ξεκίνησε σειρά λεηλασιών κατά της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Βαλκανική χερσόνησο, φτάνοντας νότια ως και την Πελοπόννησο.
Στην αρχή βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη, αλλά, ευρισκόμενος σε αδυναμία να προβεί σε πολιορκία, ανασχεδίασε τα βήματά του προς τα δυτικά και, στη συνέχεια, βάδισε νότια μέσω της Θεσσαλίας και του αφύλακτου περάσματος των Θερμοπυλών στην Ελλάδα. Οι στρατοί της ανατολικής αυτοκρατορίας ασχολούνταν με επιδρομές των Ούννων στη Μικρά Ασία και τη Συρία. Από την άλλη, ο Ρουφίνος προσπάθησε να διαπραγματευτεί προσωπικά με τον Αλάριχο. Αυτό ήγειρε υποψίες στην Κωνσταντινούπολη ότι ο Ρουφίνος βρισκόταν σε συνεννόηση με τους Γότθους. Τότε ο ισχυρός άνδρας του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, Στιλίχων, βάδισε ανατολικά εναντίον του Αλάριχου.
Σύμφωνα με τον Κλαυδιανό, ο Στιλίχων ήταν σε θέση να καταστρέψει τους Γότθους, όταν διατάχτηκε από τον Αρκάδιο να φύγει από το Ιλλυρικό. Αμέσως μετά, ο Ρουφίνος κατακρεουργήθηκε από δικούς του στρατιώτες και η πραγματική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη πλέον πέρασε στον ευνούχο Ευτρόπιο. Ο θάνατος του Ρουφίνου και η αναχώρηση του Στιλίχωνος έδωσε απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις για τον Αλάριχο· λεηλάτησε την Αττική αλλά απέφυγε την Αθήνα, η οποία συνθηκολόγησε αμέσως με τον επιδρομέα.
Το 396, εξάλειψε τα τελευταία απομεινάρια των Μυστηρίων στην Ελευσίνα, θέτοντας τέλος στην παράδοση των απόκρυφων θρησκευτικών τελετών. Στη συνέχεια εισέβαλε στην Πελοπόννησο και κατέλαβε τις πιο διάσημες πόλεις -Κόρινθο, Άργος, και Σπάρτη- πουλώντας πολλούς από τους κατοίκους τους ως δούλους.
Εδώ, όμως, η νικηφόρα καριέρα του υπέστη σοβαρό πλήγμα. Το 397 ο Στιλίχων διέσχισε τη θάλασσα προς την Ελλάδα και πέτυχε την παγίδευση των Γότθων στα βουνά της Φολόης, στα σύνορα της Ηλείας και Αρκαδίας. Από εκεί ο Αλάριχος δραπέτευσε με δυσκολία, και όχι χωρίς κάποια υποψία για ανοχή από τον Στιλίχωνα. Ο Αλάριχος στη συνέχεια διέσχισε τον Ισθμό της Κορίνθου και βάδισε βόρεια μέχρι την Ήπειρο λεηλατώντας. Οι επιδρομές του συνεχίστηκαν μέχρι που η ανατολική αυτοκρατορία τον διόρισε αρχιστράτηγο (magister per militum) του Ιλλυρικού, δίνοντάς του τη ρωμαϊκή διοίκηση που είχε επιθυμήσει, καθώς και την εξουσία για να ανεφοδιάσει τους άντρες του από τα αυτοκρατορικά οπλοστάσια.
Επίθεση στην Ιταλία
Οι Γότθοι τον ανακήρυξαν βασιλιά το έτος 400. Το 401 εισέβαλε στην Ιταλία, τη λεηλάτησε αλλά τελικά νικήθηκε και απωθήθηκε από τον Στιλίχωνα. Τότε άρχισε διαπραγματεύσεις με τον Στιλίχωνα προκειμένου να του παρέχει στρατιωτικές υπηρεσίες για λογαριασμό της Ρώμης.
...
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE ... E%91%CE%84



1. Προέλευση
Οι Ούννοι είναι λαός της στέπας, που εμφανίζεται στην ανατολική Ευρώπη περί το 375 και διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο μέχρι το 454. Οι ιστορικοί έχουν παρατηρήσει την ομοιότητα στο όνομά τους με αυτό των ισχυρών Χιονγκ-νου (Xiongnu) των μογγολικών στεπών, οι οποίοι ήρθαν αντιμέτωποι με την αυτοκρατορία των Χαν κατά τους τελευταίους προχριστιανικούς αιώνες. Η παρατήρηση αυτή οδήγησε στη γέννηση μιας θεωρίας, της επικρατούσας σήμερα, αναφορικά με τη συγγένεια μεταξύ Ούννων και Χιονγκ-νου. Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, οι βόρειοι Χιονγκ-νου έφυγαν για τη Δύση το 55-36 π.Χ. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια του 1ου αι. μ.Χ., οι Χιονγκ-νου προχωρούν μέχρι τη χώρα Kanguj και Yancai (στους ποταμούς Ίλι και Συρ-Ντάρια, τον αρχαίο Ιαξάρτη). Ωστόσο, η χρονολογική απόκλιση ανάμεσα στους Χιονγκ-νου και τους Ούννους των ευρωπαϊκών πηγών παραμένει αξιοσημείωτη. Οι ειδικοί έχουν καταδείξει την ύπαρξη στοιχείων προερχόμενων από την κεντρική Ασία μέσα στον υλικό πολιτισμό των Ούννων της Ευρώπης, χωρίς εντούτοις να προσδιορίσουν από ποια περιοχή και ποιον κεντροασιατικό αρχαιολογικό πολιτισμό προέρχονται αυτά τα στοιχεία. Σύμφωνα με μία άλλη υπόθεση, οι πρόγονοι των Ούννων στη διάρκεια του 3ου-4ου αιώνα έζησαν κάπου στα ανατολικά της θάλασσας Αράλης, στον ποταμό Συρ-Ντάρια ή, κάπως ευρύτερα, μέσα στις στέπες του νότιου Καζακστάν και της Κιργιζίας.
2. Οι Ούννοι κατά τον 4ο αιώνα
Ανεξάρτητα από τον τόπο προέλευσής τους, με βεβαιότητα οι Ούννοι στη διάρκεια του β΄ μισού του 4ου αι. έχουν ξεπροβάλει στο ανατολικό όριο της Ευρώπης. Από εκεί προχωρούν προς το βόρειο Καύκασο και τον Ντον, όπου συντρίβουν περί το 370 με 375 τους Αλανούς, έπειτα τους Οστρογότθους, στο έδαφος της σημερινής Ουκρανίας και τους Βησιγότθους στη σημερινή Μολδαβία και τη Ρουμανία. Οι Ούννοι, τη στιγμή της άφιξής τους στην Ευρώπη, περιγράφονται εύστοχα από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο.1 Είναι νομάδες, οι οποίοι μετακινούνται συνεχώς μέσα στη στέπα συνοδευόμενοι από τα κοπάδια τους. Εκτός από την κτηνοτροφία, σημαντικούς πόρους διαβίωσης τους εξασφάλιζε και ο πόλεμος.
3. Τα αρχαιολογικά ευρήματα
Τα αρχαιολογικά ευρήματα που αφορούν τους νομάδες από την εποχή των Ούννων είναι μεμονωμένοι τάφοι, μερικές φορές κάτω από τύμβους, που περιλαμβάνουν εκτός από τον εκλιπόντα, οστά αλόγων, όπλα και κοσμήματα. Τα τελευταία είναι συνήθως διακοσμημένα με την τεχνοτροπία της πολυχρωμίας (polychrome style). Τα όπλα είναι κυρίως μακριά ξίφη με διπλή κόψη, τα τόξα ενισχυμένα με οστέινα πλακίδια και βέλη με βαριά αιχμή με τρία πτερύγια, που προκαλούσαν σοβαρά τραύματα. Η ιπποσκευή περιλαμβάνει σκληρές σέλες και σπιρούνια, ενώ οι αναβολείς απουσιάζουν εντελώς. Η ανθρωπολογία των νομαδικών πληθυσμών, σύμφωνα με τα ταφικά δεδομένα, δεν έχει ακόμη μελετηθεί καλά. Εντούτοις, σημειώνεται ευρεία εδαφική διάδοση της αλανοσαρματικής συνήθειας της τεχνητής κρανιακής παραμόρφωσης. Κάποιοι σκελετοί έχουν έντονα μογγολικά χαρακτηριστικά. Είναι πολύ δύσκολο να βγάλει κανείς συμπεράσματα για τη γλώσσα των Ούννων. Προπαντός γνωρίζουμε τα κύρια ονόματα που μπορούν να διαβαστούν με βάση είτε την τούρκικη γλώσσα είτε τη γοτθική. Συχνότερα θεωρούμε τους Ούννους λαό είτε της αλταϊκής (τουρκικός, μογγολικός κ.λπ.) είτε της ουγγρικής ομάδας.
4. Εξάπλωση
Από το τέλος του 4ου αιώνα μια ευρεία ουννική ένωση αρχίζει να αναπτύσσεται στα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Δίχως αμφιβολία στις ποντικές στέπες βορειοανατολικά του δέλτα του Δούναβη βρίσκεται το κέντρο της εξουσίας απ’ όπου οι ορδές των Ούννων διεξάγουν τις πολεμικές επιχειρήσεις και τις ληστρικές επιθέσεις τους στην Εγγύς Ανατολή και τα Βαλκάνια. Για τα έτη 400-415 γνωρίζουμε τρεις Ούννους αρχηγούς: ο Ούλδης, επικεφαλής των Ούννων στο Δούναβη, ο Χαράτων, «o των ρηγών πρώτος», σύμφωνα με τον Ολυμπιόδωρο,2 και ο Δονάτος, ο οποίος ήταν προφανώς υποτελής του προηγούμενου. Υποθέτουμε ότι αυτοί οι τελευταίοι οδήγησαν τους Ούννους στις στέπες στα βόρεια της Μαύρης θάλασσας. Οι πρώτοι Ούννοι καταφθάνουν στο μέσο Δούναβη το 378, ανάμεσα στα γοτθοαλανικά στρατεύματα του Αλλόθου και του Σάφρακος. Δεν αποκλείεται οι Ούννοι, που έρχονται από την περιοχή του Πόντου, να επιχείρησαν νέα εισβολή περί το 405-406, μέσα στις στέπες του λεκανοπεδίου των Καρπαθίων.
Ανάμεσα στα έτη 420-430 ο αρχηγός των Ούννων Ρούα ή Ρουγίλιας κατορθώνει να δημιουργήσει ισχυρή συνομοσπονδία των βαρβαρικών λαών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης και μειώνει συγχρόνως το πεδίο δράσης αυτών των αυτόνομων ορδών (ομάδων). Ούννοι μισθοφόροι στρατολογούνται στην υπηρεσία της Ρώμης. Το 423 μια ορδή Ούννων οδηγείται στην Ιταλία υπό τις διαταγές του Ρωμαίου στρατηγού Αετίου, για να συμμετάσχει στον αγώνα για το θρόνο της αυτοκρατορίας. Με το θάνατο του Ρουγίλια, οι ανιψιοί του Αττίλας και Βλέδας καταλαμβάνουν την εξουσία και συνεχίζουν την πολιτική του. Υποστηριζόμενος από ισχυρά στρατεύματα Ούννων, ο Αέτιος εξαπολύει μια στρατιωτική αποστολή ενάντια στο Νωρικόν και έπειτα, το 436, αφανίζει το βουργουνδικό βασίλειο που είχε πρωτεύουσα τη Βορμς (αρχ. Βορβητόμαγος), πριν να επιτεθεί στους Βησιγότθους της Τουλούζης. Την ίδια στιγμή, οι Ούννοι εξαπολύουν διαμέσου της οροσειράς του Καυκάσου μια σειρά επιθέσεων ενάντια στην Υπερκαυκασία (Transcausasia), τη ρωμαϊκή Εγγύς Ανατολή και το Ιράν, στα 395, καθώς επίσης στα έτη 420-430 και 440-450.
Μετά τη δολοφονία του Βλέδα, το 447, ο Αττίλας συμπαρασύρει τους Ούννους σε μια σειρά πολέμων, εκ των οποίων ο πιο διάσημος είναι η εκστρατεία ενάντια στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Δύσης, με τη διφορούμενη ως προς το αποτέλεσμα μάχη στα Καταλαυνικά Πεδία. Μετά το θάνατο του Αττίλα τον διαδέχονται οι γιοι του και, ελλείψει ικανοποιητικών μέσων για τη λεηλασία της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, ασκούν όλη τους την πίεση στους υποταγμένους βαρβαρικούς λαούς, γεγονός το οποίο προκαλεί τον ξεσηκωμό των τελευταίων. Το 454 ή το 455, κατά τη διάρκεια της μάχης στον ποταμό Νεντάο της Παννονίας ηττώνται και η Αυτοκρατορία των Ούννων σβήνει για πάντα. Οι νικητές μοιράζονται την παλιά καρδιά αυτής της περιοχής, το λεκανοπέδιο των Καρπαθίων. Όσον αφορά μάλιστα τους Ούννους αυτοί μετακινούνται προς τις στέπες της Μαύρης θάλασσας, όπου οι διαφορετικές γενιές τους είναι γνωστές κατά τη διάρκεια του β΄ μισού του 5ου και 6ου αιώνα. Τον 7ο αιώνα οι Ούννοι αφομοιώνονται από τουρκοβουλγαρικές φυλές που είναι εκείνη την εποχή οι νέοι κυρίαρχοι της στέπας.
http://blacksea.ehw.gr/Forms/fLemmaBody ... maID=11991