Ραν ταν πλαν έγραψε:Ας πούμε ότι πάει κάποιος άγνωστος σε κάποιο χωριό και στο καφενείο ανοίγει κουβέντα για τον καπετάν Πέρδικα.
Θα βρεθούν αρκετοί ηλικιωμένοι που θα του μιλήσουν γι' αυτόν με τα καλύτερα λόγια.
Αν κάνει το ίδιο για τον Μαγγανά ή τον Στούπα το λιγότερο θα του γυρίσουν την πλάτη και το χειρότερο θα τον πετάξουν έξω από το καφενείο.
Η αιματηρή πορεία του εν λόγω αντάρτη του ΕΛΑΣ και του λεγόμενου ΔΣΕ, είναι γραμμένη σε μια σειρά φιλικών του κειμένων, τα οποία είναι τόσο αντικειμενικά και πλήρη, ώστε ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΚΑΝ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ στις σφαγές του Μελιγαλά, των Γαργαλιάνων και της Πύλου, ή στα Δεκεμβριανά της Αθήνας. Είναι σαν να εξαφανίστηκε μετά τη σφαγή του λοχαγού Θανάση Οικονομόπουλου, το καλοκαίρι του 1943 στο Γαρδίκι για αντεκδίκηση, μέχρι την άνοιξη του 1945 που φυγοδικούσε στο Μαίναλο επικηρυγμένος για 25 εκατομύρια δραχμές.
Δύο-τρία μικρά αποσπάσματα από την ενδιάμεση δράση του, που αποσιωπάται από τους θαυμαστές του:
(1) Γαργαλιάνοι, 23 Σεπτεμβρίου 1944, επομένη της νίκης του ΕΛΑΣ και εισόδου του στην πόλη.
Διηγείται ο Φώτης Χαρούπας:
«...Τήν ἄλλη μέρα τό πρωΐ πέρασε ἀπό ἐδῶ ἀπ'ἔξω ὁ Πέρδικας (σ.σ. Ὁ Πέρδικας μέ τήν ὁμάδα του εἶχε ξενυχτήσει στό σπίτι τοῦ Λαμπούση, στόν Ἀνεμόμυλο, ὄχι πολύ μακριά ἀπό τό σπίτι τοῦ Χαρούπα). Πήγαινε ἐδῶ δίπλα νά δεῖ μιά γνωστή του, τή Μαγδαληνή Καμπύλη (τοῦ Κατσικάδα πού λέμε). Ὅταν μοῦ εἶπε ὁ Πατρούλιας γιά τόν Μάκη καί τόν Μέμμο, ὅτι τούς σφάξανε στό Ἅγιο Σπυρίδωνα, μετά ἔγινε γνωστό ὅτι τούς ἔσφαξε ὁ Πέρδικας.

Η στρατιωτική δερμάτινη ζώνη του Καπετάν Πέρδικα (Δημήτρη Γιαννακούρα), του επονομαζόμενου Τσαπάγιεφ του Μωρηά
Ὅταν πῆγε στήν Καμπύλαινα, τό πουκάμισό του ἦταν γεμάτο αἵματα. Αὐτή τοῦ ἔβαλε τίς φωνές.
- Τί εἶναι αὐτά ποῦ κάνετε, Μῆτσο: Δέν ντρεπόσαστε! Σκοτώσατε τά παιδιά! Φύγε ἀπό δῶ, δέν σέ χαιρετάω!».(2)
Μετά τους Γαργαλιάνους ο Πέρδικας μέ τούς συντρόφους του έφυγαν για το επίνειο του Μαράθου. Καθ'ὁδόν γιά τόν Μάραθο τήν 23η Σεπτεμβρίου 1944, πέρασε ἀπό τό κτῆμα τοῦ συμπατριώτη του Δημήτρη Κουτσούνη, ἀπό τό χωριό Τρίλοφο (Μπραήμι) τῆς Μεγαλόπολης, ὁ ὁποῖος εἶδε ὅτι τά ροῦχα του ἦταν “πνιγμένα” στό αἷμα.
Τα κτήματα του Κουτσούνη, στήν ἀγροτική περιοχή Χοχλαστή μεταξύ Γαργαλιάνων καί Μαραθου, τα καλλιεργούσε ο εξάδελφός του Γεώργιος Μαρκόπουλος ἀπό τό χωριό Τρίλοφο (Μπραΐμι) τῆς Μεγαλόπολης κοντά στο Βάγγου του Πέρδικα.
Ο Μαρκόπουλος είπε ότι «από κεῖ πέρασε ὁ Πέρδικας μέ τούς συντρόφους του μετά τή Μάχη τῶν Γαργαλιάνων. Σταμάτησαν στό σπίτι πού μέναμε καί στή γούρνα τοῦ πηγαδιοῦ ἔπλυναν τά μαχαίρια τους ἀπό τά αἵματα (Τό γεγονός τοῦ πλυσίματος τῶν μαχαιριῶν στή γούρνα τοῦ πηγαδιοῦ στή Χοχλαστή, ἔχει διασταυρωθεῖ καί ἀπό δυό ἀκόμη πρόσωπα πού ἦταν τήν ἡμέρα ἐκείνη στό σπίτι πού ἔμενε ὁ Γιώργης Μαρκόπουλος).
......
Να προσθέσω και κάτι που γάφει ο ιστοριογράφος του Κριμπάς, ο οποίος φέρει τούς γονεῖς τοῦ Πέρδικα νά λένε καί τά ἑξῆς γιά τόν γιό τους:
«... ἔλεγε καί ξανάλεγε ὁ γέρο-Πέρδικας: «Εἶμαι περίεργος νά ἰδῶ τί σόϊ ἄνθρωπος θά γίνει αὐτό τό παιδί»...Ἡ γυναίκα του, ἡ Θανάσω, εἶπε κάποτε προφητικά στήν ἀδελφή της:
«Τόν βλέπεις, Μαγδαληνή, τούτονε; Θά κλείσει σπίτια. Θά κάψει χῶρες καί χωριά!» [...]
Τό ἀλάθητο μητρικό ἔνστικτο δέν τή γέλασε. Ἡ ἐξέλιξη τῶν γεγονότων τή δικαίωσε.»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ: «Τελειώνουμε σήμερα ότι δεν κατάφερε να ολοκληρώσει το ΕΑΜ. Είναι δική μας επιλογή οι Πρέσπες».