Καταστροφές-πληθυσμιακές μεταβολές στον ευρύτερο ελλαδικό χωρο απο την ύστερη αρχαιότητα και έπειτα

Θέματα ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: Καταστροφές-πληθυσμιακές μεταβολές στον ευρύτερο ελλαδικό χωρο απο την ύστερη αρχαιότητα και έπειτα

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 15 Σεπ 2022, 20:20

Μεθοδολογία Έρευνας της Συλλογικής Μνήμης – Η περίπτωση της ΑιτωλοΑκαρνανίας –

[…] Εκ παραλλήλου, στα τέλη του 3ου χριστιανικού αιώνα άρχισαν οι εισβολές των βαρβαρικών φύλων: Κατά τον ιστορικό Σπύρο Βρυώνη, ΄Ερουλοι, Βησιγότθοι, Βάνδαλοι, Σ(κ)λάβοι [= Σκλαβηνοί], Άραβες, Βούλγαροι, Νορμανδοί, Σέρβοι, απέκτησαν κατά διαστήματα κυριαρχία στην περιοχή λεηλατώντας και αφανίζοντάς την.

Το καταστροφικό έργο των βαρβαρικών ορδών ήρθαν στη συνέχεια να ολοκληρώσουν οι σεισμοί και οι ασθένειες.

Αργότερα, ο αυτοκράτορας του βυζαντίου Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1347-1354), στο έργο του, Ιστορία, αναφέρει ότι, η Ακαρνανία, (στον 14ον αιώνα), ήταν τόσο ρημαγμένη μετά την εισβολή των Σέρβων με αρχηγό τον Στέφανο Δουσάν, που οι κάτοικοί της επέλεγαν αυτοβούλως να πωληθούν ως σκλάβοι παρά να πεθάνουν από τις κακουχίες στην πατρογονική γη.

Εμμένοντας στη βυζαντινή περίοδο, μετά τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους της Ηπείρου, το 1204, γνωστού ως Δεσποτάτον της Ηπείρου, στο οποίο ανήκε και η Ακαρνανία με το δυτικό τμήμα της Αιτωλίας, τα εδάφη αυτά έγιναν θέατρο συγκρούσεων μεταξύ Ελλήνων, Αρβανιτών (Αλβανών), Σέρβων, Ιταλών και Βουλγάρων. Τις μάχες αυτές εξιστορούν τόσον ο λόγιος και ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς (+1361) στην Ιστορία του, όσον και ο Ιωάννης ο ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1347-1354) στη δική του Ιστορία, ενώ το Χρονικό των Ιωαννίνων κατ’ ανέκδοτον δημώδη επιτομήν καταγράφει λεπτομερώς τα έργα και τις ημέρες ειδικά των Αρβανιτών (Αλβανών) μεταξύ των ετών 1341 – 1400.

Συνακόλουθα, φιλόδοξοι ηγεμόνες, διαφόρων εθνικοτήτων, συγκρούονται μεταξύ τους, διεκδικώντας τα εδάφη των καστροπολιτειών αυτών, τα κυβέρνησαν και τα καταδυνάστευσαν. Συγκεκριμένα, μετά τους Έλληνες χωροδεσπότες ακολουθούν οι Σέρβοι ηγεμόνες κι αυτούς τους διαδέχονται οι Αρβανίτες (Αλβανοί). Γνωστές είναι οι ερημώσεις χωριών της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας στη διάρκεια του πρώτου μισού του 14ου αιώνα. Συγκεκριμένα, μία από τις πλέον δραματικές σελίδες της ιστορίας της Αιτωλίας και Ακαρνανίας είναι οι καταστροφές που προκάλεσαν οι οργανωμένες εισβολές των Αρβανιτών (Αλβανών) στα εδάφη της, υπό την καθοδήγηση της μεγάλης αρβανίτικης οικογένειας των Μπούα, κυρίως στη πεντηκονταετία 1350-1400, κατά τον Σπύρ. Ασωνίτη.

http://www.epoxi.gr/scriptum155.htm
0 .

Άβαταρ μέλους
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
Crazy poster
Crazy poster
Δημοσιεύσεις: 1210

Re: Καταστροφές-πληθυσμιακές μεταβολές στον ευρύτερο ελλαδικό χωρο απο την ύστερη αρχαιότητα και έπειτα

Δημοσίευσηαπό Ακρίδης Κατσαριδόπουλος » 24 Φεβ 2023, 22:45

Μουσουλμάνοι και Λατίνοι πειρατές

Ήδη κατά τους τελευταίους βυζαντινούς αιώνες μουσουλμάνοι πειρατές, οι Μπαρμπαρέζοι η Αλτζερίνοι όπως τους ονόμαζαν Αλγερινοί, Τυνήσιοι, Μαροκινοί), δρούσαν σε όλη τη Μεσόγειο και λεηλατούσαν τα παράλιά της από την Ισπανία ως τη Συρία. Η κατάσταση επιδεινώθηκε, ιδιαίτερα στην ανατολική Μεσόγειο, μετά την προέλαση των τουρκικών φύλων στη Μικρά Ασία και την εγκατάστασή τους στα δυτικά παράλιά της, από όπου διενεργούσαν επιδρομές στα νησιά του Αιγαίου. Το 1456-1457 Τούρκοι πειρατές της Μικράς Ασίας κατέστρεψαν τη Νίσυρο και την Κάλυμνο. Από αυτούς τρομεροί είχαν γίνει οι κουρσάροι του εμιράτου του Μεντεσέ, που εξορμούσαν από τα νοτιοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας εναντίον των γειτονικών νησιών και ανάγκαζαν πολλούς από τους κατοίκους να τα εγκαταλείπουν. Τα μικρότερα νησιά, μην μπορώντας να αμυνθούν στις επιδρομές, ερημώθηκαν βαθμιαία. Έτσι αναφέρεται ότι το 1512 τα Αντικύθηρα ήταν έρημα, γιατί οι πειρατές τα είχαν λεηλατήσει, και ότι τα πλοία των τελευταίων (φούστες) ναυλοχούσαν πάντοτε στο λιμάνι τους.

Κατά τον 16ο αι., με την εδραίωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την επικράτηση των Τούρκων στην Πρόσω Ανατολή, οι Μπαρμπαρέζοι πειρατές έσπευσαν να προσέλθουν στην υπηρεσία του σουλτάνου. Ο επιφανέστερος από αυτούς ήταν ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, χάρη στον οποίο ο οθωμανικός στόλος κατόρθωσε να αποκτήσει συντριπτική υπεροπλία στην ανατολική Μεσόγειο. Το 1520 ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής τον αναγνώρισε ως τον σπουδαιότερο στυλοβάτη της ναυτικής δυνάμεως της αυτοκρατορίας και το 1533 του απένειμε τον τίτλο του καπουδάν πασά (αρχιναυάρχου) και τον ονόμασε «κυρίαρχο των θαλασσών». Οι επιδρομές του όμως παρ' όλο ότι είχαν πια τις ευλογίες της Πύλης, συχνά εκτρέπονταν σε καθαρά πειρατικές ενέργειες και η δράση του έσπερνε τον όλεθρο στους πληθυσμούς των ελληνικών παραλίων και νησιών.

Το 1537 ο Χαϊρεντίν επιτέθηκε εναντίον της Κέρκυρας και για να αυξήσει τα πληρώματα του στόλου του απήγαγε χιλιάδες χριστιανούς από την ύπαιθρο του νησιού, καθώς και από την Πάργα, τους Παξούς, τη Ζάκυνθο και τα Κύθηρα. Τον Οκτώβριο προσέβαλε την Αίγινα, από όπου πήρε 6.000 αιχμαλώτους για να επανδρώσει τα καράβια του. Πριν μάλιστα ο ερχομός της ανοίξεως επιτρέψει στους αντιπάλους του να ανασυνταχθούν, ο Μπαρμπαρόσσα κατέλαβε διαδοχικά πολλές βάσεις στο Αιγαίο: τη Σύρο, τα Γιούρα, τη Σέριφο, την Ίο, την Ανάφη, την Αστυπάλαια και την Αμοργό. Ακολούθησε η πολιορκία της Πάρου, που υπέκυψε ύστερα από ηρωική αντίσταση, και η επιβολή βαρύτατου φόρου στο δουκάτο της Νάξου. Γενικά από την εκστρατεία του αυτή ο Μπαρμπαρόσα μετέφερε 18.000 αιχμαλώτους στον ναύσταθμο της Κωνσταντινουπόλεως και στα ναυπηγεία του Κερατίου και της Νικομηδείας.

Τον Ιούνιο του 1538 ο Μπαρμπαρόσα εξέπλευσε πάλι με περισσότερα από 80 πλοία. Διενήργησε επιδρομές στις Βόρειες Σποράδες και κατέλαβε τη Σκιάθο ύστερα από πολιορκία. Δεν κατέστρεψε το νησί, αλλά πήρε μαζί του ένα μεγάλο αριθμό νέων — αναφέρονται 3.500, αλλά ο αριθμός φαίνεται υπερβολικός — για να επανδρώσει τον στόλο του. Οι προσπάθειες του όμως εναντίον της Κρήτης, όπου επιχείρησε να καταλάβει τα Χανιά, το Ρέθυμνο και τον Χάνδακα, απέτυχαν και έτσι στράφηκε στα ανυπεράσπιστα χωριά της Σητείας και του Λασηθίου που τα λεηλάτησε. Επιστρέφοντας στη βάση του, την Κωνσταντινούπολη, επιχείρησε επιδρομές εναντίον της Καρπάθου, της Επισκοπής, της Αστυπάλαιας και της Κω και επέβαλε σε νησιά του Αιγαίου φόρους, οι οποίοι μάλιστα ίσχυσαν ως τον 19ο αι.

Η ναυμαχία της Πρέβεζας το 1538, όπου ο στόλος του Μπαρμπαρόσα νίκησε τους συνασπισμένους χριστιανικούς στόλους υπό τον Γενουάτη ναύαρχο Ανδρέα Ντόρια, παγίωσε την οθωμανική ειρήνη στο Αιγαίο και σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου. Έτσι, αν και ο Μπαρμπαρόσα άφησε πίσω του ένα φοβερό θρύλο για τις αγριότητες που διέπραξε, αισθητή υπήρξε η γαλήνη που επικράτησε στο Αιγαίο ως τα μέσα του 16ου αι.

===========================

Εκτός από τους μουσουλμάνους πειρατές, Τούρκους και Μπαρμπαρέζους, τις ελληνικές θάλασσες λυμαίνονταν και ποικιλώνυμοι χριστιανοί πειρατές, Γάλλοι, Άγγλοι, Ισπανοί, Ιταλοί, Δαλματοί (γνωστοί με το όνομα Σκλαβούνοι), ακόμη και Έλληνες, Μανιάτες και νησιώτες.

Από τους χριστιανούς πειρατές οι πιο επικίνδυνοι, όχι μόνο για τους μουσουλμάνους αλλά και για τους ομοθρήσκους των, ήταν οι ιππότες του τάγματος του Αγίου Ιωάννου, μοναχοί και πολεμιστές ταυτοχρόνως. Αυτοί, νέοι ευγενών οικογενειών από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, εμπνέονταν από θερμό θρησκευτικό ζήλο και θεωρούσαν τους εαυτούς των συνεχιστές των σταυροφόρων. Οι Ιωαννίτες ιππότες μετά την έξωσή τους από την πρώτη τους έδρα, τα Ιεροσόλυμα, και μετά αρκετές περιπλανήσεις, εγκαταστάθηκαν το 1310 στη Ρόδο και στα άλλα Δωδεκάνησα και με ορμητήρια τα νησιά αυτά ανταπέδιδαν τα πλήγματα των Τούρκων με ανάλογη αγριότητα. Αλλά και απέναντι των χριστιανών η στάση τους φαίνεται ότι δεν ήταν λιγότερο σκληρή: τους καταπίεζαν ποικιλότροπα και συχνά εκτρέπονταν σε ανήκουστες βαρβαρότητες.

Τον αμείλικτο αγώνα τους εναντίον των μουσουλμάνων οι Ιωαννίτες ιππότες τον εξακολούθησαν και μετά το 1522, οπότε ύστερα από πολύμηνη πολιορκία αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν από τη Ρόδο και από τα άλλα Δωδεκάνησα, αφήνοντας το Αιγαίο, όπως είδαμε, στη διάκριση των μουσουλμάνων πειρατών.

Οπωσδήποτε η δράση των Ιωαννιτών ιπποτών ξανάρχισε με ανανεωμένο ζήλο από το 1530, οπότε, μετά την εγκατάσταση τους στη Μάλτα, επανέλαβαν τις επιθέσεις τους εναντίον των Οθωμανών. Στόχος τους όμως δεν ήταν μόνο οι Οθωμανοί, όπως φαίνεται από την απροκάλυπτη καταγγελία των αρχών της Μασσαλίας στον βασιλέα της Γαλλίας Λουδοβίκο ΙΔ ́ το 1653 στον οποίο τόνιζαν πως οι ιππότες της Μάλτας «με πρόσχημα ότι μάχονται τους εχθρούς σας καταληστεύουν τους υπηκόους και τους συμμάχους σας».

Το 1560, ο δούκας της Τοσκάνης Κόσιμος Μέδικος ίδρυσε, κατά το πρότυπο των Ιωαννιτών, το τάγμα των ιπποτών του Αγίου Στεφάνου με έδρα την Πίσα και ναυτική βάση το Λιβόρνο. Ο στόλος τους, που απαρτιζόταν γύρω στα τέλη του 16ου αι. από 60 καράβια, ανέλαβε δραστήριο πόλεμο εναντίον των απίστων και εναντίον των μουσουλμάνων πειρατών, αλλά δεν άργησε να εκτραπεί και αυτός σε πειρατικές επιχειρήσεις. Θύμα των Λιβουρνέζων αυτών πειρατών, όπως συνήθως ονομάζονται από τις ελληνικές πηγές, υπήρξε η Χίος, που υπέστη το 1599 οργανωμένη καταστρεπτική επίθεση.

Νέα μεγαλύτερη έξαρση του φαινομένου της πειρατείας στο Αιγαίο με πρωταγωνιστές Ευρωπαίους πειρατές, και προπάντων Γάλλους, παρατηρήθηκε από τις αρχές του 17ου αι. Τα αίτια ήταν πολλά: η προϊούσα παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η πύκνωση των εμπορικών σχέσεων Ανατολής και Δύσεως, και επομένως η παρουσία πλούσιας λείας στις θάλασσες. Επωφελούμενοι από αυτή την κατάσταση πολυάριθμοι ξένοι τυχοδιώκτες — πολλοί μάλιστα από αυτούς ευγενείς — πλημμύριζαν με τα καράβια τους το Αιγαίο, χρησιμοποιώντας ως αγκυροβόλια τα μικρά νησιά των Κυκλάδων, κυρίως όσα κατοικούνταν από καθολικούς Έλληνες η ξένους. Στις μονές μάλιστα των καθολικών ιεραποστόλων κατέφευγαν συχνά για να αναπαυθούν και να βρουν την απαραίτητη γαλήνη μετά την καταδίωξη των τουρκικών γαλερών.

Πραγματικά οι σχέσεις των Φράγκων πειρατών με τους μοναχούς των διαφόρων ταγμάτων, ιδιαίτερα των Καπουκίνων και Ιησουιτών, που ήταν εγκατεστημένοι στα νησιά του Αιγαίου, ήταν στενές και συχνά εγκάρδιες. Πολλές φορές οι πειρατές ξεχώριζαν ένα μέρος από τα άνομα κέρδη τους και το πρόσφεραν ως δωρεά στους μοναχούς η δαπανούσαν πολλά χρήματα για την ανακαίνιση η την ανέγερση ναών. Έτσι π.χ. ο Κορσικανός πειρατής Πέτρος Διμάρχης ανέλαβε τα έξοδα για την οικοδόμηση της εκκλησίας των Καπουκίνων στην Πάρο και ο Λιγουρέζος πειρατής Ιωάννης Μαρίας Κάρδης της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού στην Κύθνο. Όταν μάλιστα οι Τούρκοι κατεδάφισαν το μοναστήρι των Καπουκίνων στη Μήλο με την κατηγορία ότι είχε κτιστεί από λάφυρα των Φράγκων πειρατών, Γάλλοι έμποροι και πειρατές συνεισέφεραν για την ανοικοδόμησή του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ο πειρατής Δανιήλ συχνά εφοδίαζε τους Καπουκίνους της Νάξου και των άλλων νησιών με τρόφιμα, ζάχαρη, ρύζι, λινάρι, καφέ κλπ.

Η αίγλη των Φράγκων πειρατών ήταν τέτοια, ώστε μερικοί από τους ξακουστούς εκείνους τυχοδιώκτες, θάβονταν στα καθολικά μοναστήρια, όπως ο Παύλος στον Ευαγγελισμό των «Σοκολάνων» στη Νάξο και ο δεκαεννιάχρονος Αυγουστίνος Crevelier, γιός του περίφημου πειρατή Ούγου Crevelier, στον Άγιο Γεώργιο της Νάουσας Πάρου. Η φήμη ορισμένων μάλιστα, όπως του Béneville, του Téméricourt, του D'Hocquincourt, του Ούγου Crevelier, του D'Entrecheaut κ.α., έμεινε ζωντανή για πολλές δεκαετίες στους νησιώτες και οι μορφές τους με το πέρασμα των χρόνων, εξωραϊσμένες από την αίγλη του θρύλου, υψώθηκαν στη φαντασία των νησιωτών ως πρότυπα θάρρους και ηρωισμού.

Οι Τούρκοι κυνηγούσαν με επιμονή τους πειρατές και τους επιδρομείς κουρσάρους, αλλά συχνά γινόταν ό,τι και με την καταδίωξη της ληστείας, δηλαδή τις συνέπειες τις υφίσταντο οι κάτοικοι. Ο περιηγητής Randolph γράφει για μια τέτοια περίπτωση σχετικά με την καταδίωξη από τους Τούρκους του πειρατή Αγγέλου Μαρία Vitali, που είχε ορμητήριό του τη Μύκονο και ανοίχθηκε προς τη Δήλο για να κρυφθεί. Το 1680 τον κυνηγούσε ο καπουδάν πασάς Καπλάν, ο οποίος είχε απειλήσει τους δημογέροντες της Μυκόνου ότι θα τους κρεμούσε στον ιστό της γαλέρας του, αν δεν του παρέδιδαν τον πειρατή. Οι ημέρες της παραμονής του πασά στο νησί ήταν ημέρες μαρτυρίων για την οικογένεια του πειρατή, ενώ οι δημογέροντες αναγκάσθηκαν να ικανοποιήσουν όλες τις απαιτήσεις του πασά για να αποφύγουν την οργή του.

Ευρύτερο πεδίο για τους πειρατές προσέφερε ο Βενετοτουρκικός πόλεμος του 1645-1669. Οι αγώνες για την Κρήτη, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια 1664-1669, υποδαύλισαν τον θρησκευτικό φανατισμό των αντιπάλων και τελικά έγιναν το σύμβολο της πάλης δύο κόσμων, του χριστιανικού και του μουσουλμανικού. Πολλοί πειρατές, μουσουλμάνοι η χριστιανοί, συνέπραξαν με τις δύο παρατάξεις. Η κατάσταση αυτή δεν ήταν βέβαια καθόλου ευχάριστη για τους νησιώτες, γιατί υπέφεραν και από τους δύο αντιπάλους, οι οποίοι κατέπλεαν στα νησιά για να εισπράξουν φόρους, να αργυρολογήσουν, να αρπάξουν ζώα μικρά και μεγάλα, να προμηθευθούν τροφές η για να στρατολογήσουν κωπηλάτες, εργάτες κλπ.

===========================

Οι νησιώτες ζούσαν διαρκώς με τον εφιάλτη των πειρατικών επιδρομών, της αιχμαλωσίας και της σκλαβιάς. Οι κίνδυνοι αυτοί συντελούσαν ώστε ο αριθμός των νησιωτικών πληθυσμών να διατηρείται μικρός. Έτσι γύρω στα 1470 αναφέρεται ότι η Σαντορίνη είχε 300 κατοίκους, η Κάρπαθος 300, η Σαμοθράκη 200, η Αμοργός 200, η Σέριφος 200, η Κέα 300 κλπ.

Αξίζει να αναφερθούν τα μέτρα που έπαιρναν οι κάτοικοι των νησιών η των ηπειρωτικών ακτών, για να σωθούν από τους πειρατές η τουλάχιστον να μειώσουν τους κινδύνους που τους απειλούσαν. ̓Από αιώνες το πρώτο που είχαν κάμει ήταν να απομακρυνθούν από την παραλία και να κτίσουν τους οικισμούς των προς το εσωτερικό και μάλιστα προς τα ορεινά, σε απόσταση 1-3 ωρών, και σε τόπο — αν ήταν δυνατόν — αθέατο από τη θάλασσα.

Την απομάκρυνση από την παραλία μπορούσαν να την πραγματοποιήσουν οι κάτοικοι των ηπειρωτικών ακτών και των μεγάλων νησιών. Οι άλλοι όμως, των μικρών νησιών, έπρεπε η να τα εγκαταλείψουν — πράγμα που συχνά γινόταν η να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν περισσότερο από την ακτή και να περιτριγυρίσουν τον οικισμό τους με τείχος. Ένα απλό και κλασσικό παράδειγμα είναι το ερειπωμένο σήμερα κάστρο της Σκιάθου, κτισμένο ψηλά σε απόκρημνο μέρος που είχε περιβληθεί με τείχος. Ένα άλλο είδος κάστρων είναι εκείνα που κτίζονταν στα μικρά νησιά : οι κάτοικοι τοποθετούσαν γύρω γύρω στα ακραία και απότομα σημεία το ένα σπίτι κοντά στο άλλο, με τους εξωτερικούς των τοίχους υψωμένους έτσι ώστε να σχηματίζουν τείχος, τον περίβολο του οικισμού. Οι τοίχοι αυτοί δεν είχαν ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα, αλλά μόνο φεγγίτες πολύ ψηλά. Κατά διαστήματα έμενε ένα μεγάλο άνοιγμα που έκλεινε με σιδερόφρακτες πύλες. Από εκεί υπήρχε δίοδος που οδηγούσε στο εσωτερικό του κάστρου. Ωστόσο αυτού του είδους το τείχος δεν τους διαφύλασσε απόλυτα από τον κίνδυνο.

Επειδή οι επιδρομές και οι αποβάσεις των πειρατών γίνονταν ξαφνικά με σκοπό να βρουν τους κατοίκους απροετοίμαστους, οι νησιώτες η οι κάτοικοι των παραλίων για να αποφύγουν τον αιφνιδιασμό έκτιζαν μικρούς πύργους η παρατηρητήρια σε ορισμένα επίκαιρα σημεία που είχαν εμπρός τους την ανοικτή θάλασσα· αυτές ήταν οι βίγλες, τα βιγλαριά, τα βιγλοστάσια κλπ., όπου σκοποί, οι βιγλάρηδες η οι βιγλάτορες, πληρωμένοι συνήθως από την κοινότητα, ερευνούσαν τον ορίζοντα και παρακολουθούσαν, ώστε μόλις αντιληφθούν την παρουσία ύποπτων καραβιών να δώσουν το σύνθημα του κινδύνου με πυροβολισμούς η με καπνούς (φουμάδες). Στην Εύβοια μάλιστα υπήρχε και ειδικός φόρος, το βιγλιάτικο, που προοριζόταν για τη μισθοδοσία των βιγλατόρων. Σε μικρά χωριά της Χίου με 30, 50 και 100 κατοίκους παρατηρήθηκε και τούτο: τρία η τέσσερα χωριά δαπανούσαν από κοινού και έκτιζαν πύργους στις ακτές του νησιού, σε απόσταση 3-4 μιλίων τον ένα από τον άλλο, στέλνοντας στον καθένα από δύο φύλακες. Όταν γινόταν αντιληπτή η επιδρομή, και σε περίπτωση που ήταν αδύνατον να αποκρουσθεί, τότε άνδρες, γυναίκες και παιδιά, παίρνοντας μαζί τους τα απαραίτητα, έτρεχαν να σωθούν στο πιο κοντινό καταφύγιο, βουνό η δάσος. Στα νησιά που μαστίζονταν από τους πειρατές υπήρχαν κοντά στα σπίτια αθέατοι από έξω χώροι, σκαμμένοι μέσα στο έδαφος, όπου οι κάτοικοι έκρυβαν τα πολύτιμα υπάρχοντά τους.
0 .


Επιστροφή σε “Ιστορία”