Μερακλήδες.
Μην ξεχνάμε και τα αγοράκια, εκτός από τις γκόμενες στα χαρέμια.
To Xαρέμι του Σουλτάνου
-
fasistario
- Mr Lamogio

- Δημοσιεύσεις: 1761
- Τοποθεσία: Tiocfaidh ár lá
Re: To Xαρέμι του Σουλτάνου
0 .
Formerly known as lamogio88
"Let us have a dagger between our teeth, a bomb in our hands and an infinite scorn in our hearts."
"Let us have a dagger between our teeth, a bomb in our hands and an infinite scorn in our hearts."
-
Ακρίδης Κατσαριδόπουλος
- Crazy poster

- Δημοσιεύσεις: 1210
Re: To Xαρέμι του Σουλτάνου
Η μείωση της εξουσίας των Σουλτάνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
Οι δέκα πρώτοι σουλτάνοι, όλοι χωρίς εξαίρεση, ως τον Σουλεϊμάν Α ́ (1520-1566), ήταν ικανοί, ενδιαφέρονταν άμεσα για τις υποθέσεις του κράτους και διεύθυναν αυτοπροσώπως τις εκστρατείες. Η αντίληψη της μεγαλειότητος που είχε εισαχθεί από τις αυτοκρατορίες της Ανατολής, πρώτα από τον Μεχμέτ Β ́ τον Πορθητή και περισσότερο από τον Σουλεϊμάν Α ́, δεν θα έχει ακόμη τις επιπτώσεις της. Με το τέλος όμως των κατακτήσεων στο οθωμανικό κράτος παγιώνεται μια νέα τάξη πραγμάτων. Η ικανοποίηση των σουλτάνων πως κρατούν στα χέρια τους μια απέραντη αυτοκρατορία συντελεί στη χαλάρωση της προσπάθειας και στη μείωση του ενδιαφέροντος για τις κρατικές υποθέσεις. Την οπωσδήποτε λιτή ζωή του στρατοπέδου αντικαθιστά τώρα η τρυφηλή αμεριμνησία της ειρηνικής ζωής. Την πολυτελή και πολυδάπανη ζωή των σουλτάνων μιμούνται και οι ανώτατοι αξιωματούχοι, που συναγωνίζονται την Αυλή σε αριθμό δούλων και σε χλιδή. Στην πρώτη περίοδο, της ακμής, η απόλυτη μοναρχία σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν, όπως είδαμε, στο ότι οι σουλτάνοι κράτησαν μακριά από τα ανώτατα αξιώματα τους Οθωμανούς, οι οποίοι δεν έφθαναν πιο πάνω από σαντζακμπέηδες (διοικητές επαρχιών. Την εξουσία οι σουλτάνοι άσκησαν ως και τον 16ο αι. με ανώτατους αξιωματούχους προερχόμενους από το παιδομάζωμα (devşirme). Από το β ́ ήμισυ όμως του 16ου αι. αποκρυσταλλώθηκε μια οθωμανική αριστοκρατία που σιγά σιγά κατόρθωσε να εκτοπίσει τους προερχόμενους από το παιδομάζωμα δούλους της Πύλης (kapikulları) και να αναλάβει η ίδια τα ανώτατα κρατικά αξιώματα. Πρόσωπα που κατά κανόνα ανήκαν σε μια κλειστή πιά τάξη κατόρθωναν να φοιτούν στις σχολές του σεραγιού και στη συνέχεια να παίρνουν τις κρατικές θέσεις. Και καθώς στις σχολές αυτές μαθήτευαν σχεδόν αποκλειστικά γόνοι της νέας αυτής τάξεως, μόνο όποιος ήταν γιός πασά (paşazade, paşa oğlu) η όποιος επιτύγχανε να γίνει γαμπρός (damâd) κάποιας προσωπικότητος μπορούσε να σταδιοδρομήσει απρόσκοπτα. Στο εξής δύο τάξεις, η ιερονομική των ουλεμάδων (ulema), που εν το μεταξύ κέρδισε το αφορολόγητο και το αδέσμευτο της περιουσίας της, και μια δεύτερη, η στρατιωτική (askeri), θα διαγκωνίζονται για την κατάληψη των ανώτατων αξιωμάτων και την άσκηση της εξουσίας, ενώ παράλληλα θα παρεμβαίνουν γυναίκες του χαρεμιού και ευνούχοι της Αυλής στις υποθέσεις του κράτους και θα παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Όλοι αυτοί οι ανταγωνιζόμενοι, για να επιτυγχάνουν μεγαλύτερα προσωπικά εισοδήματα και για να ασκούν αποφασιστική επιρροή στις υποθέσεις του κράτους, ήταν φυσικό να επιθυμούν να ανεβαίνουν στον θρόνο ανίσχυροί σουλτάνοι. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι, ύστερα από τους δέκα πρώτους ικανούς και ευφυείς σουλτάνους, ακολουθεί μια σειρά ανίκανων και έκφυλων σουλτάνων που δεν είναι σε θέση να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Αυτό δεν είναι συμπτωματικό και μπορεί να εξηγηθεί από το σύστημα ανατροφής και επιλογής που απέκλειε την εμφάνιση ενός πραγματικού ηγεμόνος. Οι περισσότεροι σουλτάνοι ήταν ανέτοιμοι να κυβερνήσουν το κράτος, γιατί προτού ανεβούν στον θρόνο, κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να τους εφοδιάσει με τα απαραίτητα προσόντα. Ο Μεχμέτ Γ ́ (1595-1603) ήταν ο πρώτος σουλτάνος που στέρησε τους γιούς του — κρατώντας τους στην αυλή γιατί δεν τους είχε εμπιστοσύνη — από την εμπειρία που συνήθως οι πρίγκιπες αποκτούσαν ως διοικητές επαρχιών η ως αξιωματούχοι του στρατού. Το 1603 εξ άλλου καταργήθηκε η πολιτικά σκόπιμη αρχή της αδελφοκτονίας, που ίσχυσε σαν νόμος από την εποχή του Μεχμέτ Β ́ του Πορθητή για να αποφεύγονται οι τόσο επικίνδυνοι για το κράτος ανταγωνισμοί αδελφών από διαφορετικές μητέρες, που η καθεμιά επιδίωκε να προωθήσει τον δικό της γιό στον θρόνο. Ο βάρβαρος αυτός νόμος αντικαταστάθηκε με την απομόνωση των αδελφών του σουλτάνου σε πολυτελή διαμερίσματα του ανακτόρου, στα «καφάσια», όπου ζούσαν με τη συντροφιά στείρων παλλακίδων. Η ανάρρηση στον θρόνο ανίκανων σουλτάνων ενισχύθηκε με την καθιέρωση από το 1617 της αρχής της πρεσβυγενίας, της ανόδου δηλαδή στον θρόνο του πρεσβύτερου άρρενος μέλους των Οσμανιδών. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, τους σουλτάνους, εκτός από δύο περιπτώσεις, δεν διαδέχονταν πιά οι γιοί τους αλλά οι αδελφοί τους. Αυτοί, όπως ήταν φυσικό, καθώς προέρχονταν από τα «καφάσια», όπου είχαν υποστεί πνευματική και ψυχική άμβλυνση, ενδιαφέρονταν πιο πολύ να χαρούν τις απολαύσεις της ζωής παρά να ασχοληθούν με τα ατέλειωτα προβλήματα μιας μεγάλης αυτοκρατορίας. Οι σουλτάνοι άρχισαν να αδιαφορούν για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρατικών υποθέσεων και εγκατέλειψαν την παλαιά συνήθεια να αναλαμβάνουν την αρχιστρατηγία των εκστρατειών. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκτήσει μεγάλη επιρροή η Αυλή και ιδιαίτερα το χαρέμι, το οποίο διηύθυνε ο κισλάρ αγάς (kislar ağasi, μαύρος αρχιευνούχος), ο οποίος έχοντας και το προνόμιο του καθορισμού των ακροάσεων του σουλτάνου έγινε η τρίτη προσωπικότητα του κράτους μετά τον μέγα βεζίρη και τον επικεφαλής των ουλεμάδων ανώτατο εκπρόσωπο της θρησκείας, τον σεΐχουλισλάμη η (μεγάλο) μουφτή. Οι ουλεμάδες και οι γενίτσαροι, που αποτελούσαν άλλοτε τη θρησκευτικοπνευματική και στρατιωτική πρωτοπορία του κράτους, επιθυμώντας να μην αλλάξει τίποτε για να διατηρήσουν την επιρροή τους, αντιδρούσαν έντονα στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και μείωναν ακόμη περισσότερο το ήδη κλονισμένο κύρος της σουλτανικής εξουσίας. Η άλλοτε θεωρητική δυνατότητα παύσεως του σουλτάνου έγινε τώρα πραγματικότητα και δεν έλειψαν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι γενίτσαροι αφαίρεσαν και αυτή τη ζωή του σουλτάνου. Οι ουλεμάδες εξ άλλου υπό το πρόσχημα της θρησκείας η από θρησκευτικό φανατισμό επιχείρησαν να μειώσουν το δικαίωμα του σουλτάνου να εκδίδει νόμους (kanun)· από ένα φιρμάνι του 1695 προκύπτει ότι ο Μουσταφά Β ́ υποχρεώθηκε να διατάξει ότι η λέξη kanun έπρεπε να εξαφανισθεί.
Τέλος, ο σουλτάνος εθεωρείτο και χαλίφης, δηλαδή θρησκευτικός αρχηγός του ισλαμικού κόσμου. Ποτέ όμως, παρά τους πομπώδεις τίτλους του, δεν έφερε ως το 1774 και τον τίτλο αυτό. Για πρώτη φορά ο τίτλος αυτός χρησιμοποιήθηκε για το πρόσωπο του σουλτάνου στο κείμενο της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), στο άρθρο 3 της οποίας οριζόταν ότι οι Τάταροι της Κριμαίας και του Κουμπάν αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους, αλλά όφειλαν για θέματα θρησκείας, αφού ήταν και αυτοί μουσουλμάνοι, να απευθύνονται στον σουλτάνο, τον ύπατο χαλίφη των μουσουλμάνων.
Οι δέκα πρώτοι σουλτάνοι, όλοι χωρίς εξαίρεση, ως τον Σουλεϊμάν Α ́ (1520-1566), ήταν ικανοί, ενδιαφέρονταν άμεσα για τις υποθέσεις του κράτους και διεύθυναν αυτοπροσώπως τις εκστρατείες. Η αντίληψη της μεγαλειότητος που είχε εισαχθεί από τις αυτοκρατορίες της Ανατολής, πρώτα από τον Μεχμέτ Β ́ τον Πορθητή και περισσότερο από τον Σουλεϊμάν Α ́, δεν θα έχει ακόμη τις επιπτώσεις της. Με το τέλος όμως των κατακτήσεων στο οθωμανικό κράτος παγιώνεται μια νέα τάξη πραγμάτων. Η ικανοποίηση των σουλτάνων πως κρατούν στα χέρια τους μια απέραντη αυτοκρατορία συντελεί στη χαλάρωση της προσπάθειας και στη μείωση του ενδιαφέροντος για τις κρατικές υποθέσεις. Την οπωσδήποτε λιτή ζωή του στρατοπέδου αντικαθιστά τώρα η τρυφηλή αμεριμνησία της ειρηνικής ζωής. Την πολυτελή και πολυδάπανη ζωή των σουλτάνων μιμούνται και οι ανώτατοι αξιωματούχοι, που συναγωνίζονται την Αυλή σε αριθμό δούλων και σε χλιδή. Στην πρώτη περίοδο, της ακμής, η απόλυτη μοναρχία σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν, όπως είδαμε, στο ότι οι σουλτάνοι κράτησαν μακριά από τα ανώτατα αξιώματα τους Οθωμανούς, οι οποίοι δεν έφθαναν πιο πάνω από σαντζακμπέηδες (διοικητές επαρχιών. Την εξουσία οι σουλτάνοι άσκησαν ως και τον 16ο αι. με ανώτατους αξιωματούχους προερχόμενους από το παιδομάζωμα (devşirme). Από το β ́ ήμισυ όμως του 16ου αι. αποκρυσταλλώθηκε μια οθωμανική αριστοκρατία που σιγά σιγά κατόρθωσε να εκτοπίσει τους προερχόμενους από το παιδομάζωμα δούλους της Πύλης (kapikulları) και να αναλάβει η ίδια τα ανώτατα κρατικά αξιώματα. Πρόσωπα που κατά κανόνα ανήκαν σε μια κλειστή πιά τάξη κατόρθωναν να φοιτούν στις σχολές του σεραγιού και στη συνέχεια να παίρνουν τις κρατικές θέσεις. Και καθώς στις σχολές αυτές μαθήτευαν σχεδόν αποκλειστικά γόνοι της νέας αυτής τάξεως, μόνο όποιος ήταν γιός πασά (paşazade, paşa oğlu) η όποιος επιτύγχανε να γίνει γαμπρός (damâd) κάποιας προσωπικότητος μπορούσε να σταδιοδρομήσει απρόσκοπτα. Στο εξής δύο τάξεις, η ιερονομική των ουλεμάδων (ulema), που εν το μεταξύ κέρδισε το αφορολόγητο και το αδέσμευτο της περιουσίας της, και μια δεύτερη, η στρατιωτική (askeri), θα διαγκωνίζονται για την κατάληψη των ανώτατων αξιωμάτων και την άσκηση της εξουσίας, ενώ παράλληλα θα παρεμβαίνουν γυναίκες του χαρεμιού και ευνούχοι της Αυλής στις υποθέσεις του κράτους και θα παίζουν αποφασιστικό ρόλο. Όλοι αυτοί οι ανταγωνιζόμενοι, για να επιτυγχάνουν μεγαλύτερα προσωπικά εισοδήματα και για να ασκούν αποφασιστική επιρροή στις υποθέσεις του κράτους, ήταν φυσικό να επιθυμούν να ανεβαίνουν στον θρόνο ανίσχυροί σουλτάνοι. Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι, ύστερα από τους δέκα πρώτους ικανούς και ευφυείς σουλτάνους, ακολουθεί μια σειρά ανίκανων και έκφυλων σουλτάνων που δεν είναι σε θέση να ασκήσουν τα καθήκοντά τους. Αυτό δεν είναι συμπτωματικό και μπορεί να εξηγηθεί από το σύστημα ανατροφής και επιλογής που απέκλειε την εμφάνιση ενός πραγματικού ηγεμόνος. Οι περισσότεροι σουλτάνοι ήταν ανέτοιμοι να κυβερνήσουν το κράτος, γιατί προτού ανεβούν στον θρόνο, κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να τους εφοδιάσει με τα απαραίτητα προσόντα. Ο Μεχμέτ Γ ́ (1595-1603) ήταν ο πρώτος σουλτάνος που στέρησε τους γιούς του — κρατώντας τους στην αυλή γιατί δεν τους είχε εμπιστοσύνη — από την εμπειρία που συνήθως οι πρίγκιπες αποκτούσαν ως διοικητές επαρχιών η ως αξιωματούχοι του στρατού. Το 1603 εξ άλλου καταργήθηκε η πολιτικά σκόπιμη αρχή της αδελφοκτονίας, που ίσχυσε σαν νόμος από την εποχή του Μεχμέτ Β ́ του Πορθητή για να αποφεύγονται οι τόσο επικίνδυνοι για το κράτος ανταγωνισμοί αδελφών από διαφορετικές μητέρες, που η καθεμιά επιδίωκε να προωθήσει τον δικό της γιό στον θρόνο. Ο βάρβαρος αυτός νόμος αντικαταστάθηκε με την απομόνωση των αδελφών του σουλτάνου σε πολυτελή διαμερίσματα του ανακτόρου, στα «καφάσια», όπου ζούσαν με τη συντροφιά στείρων παλλακίδων. Η ανάρρηση στον θρόνο ανίκανων σουλτάνων ενισχύθηκε με την καθιέρωση από το 1617 της αρχής της πρεσβυγενίας, της ανόδου δηλαδή στον θρόνο του πρεσβύτερου άρρενος μέλους των Οσμανιδών. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, τους σουλτάνους, εκτός από δύο περιπτώσεις, δεν διαδέχονταν πιά οι γιοί τους αλλά οι αδελφοί τους. Αυτοί, όπως ήταν φυσικό, καθώς προέρχονταν από τα «καφάσια», όπου είχαν υποστεί πνευματική και ψυχική άμβλυνση, ενδιαφέρονταν πιο πολύ να χαρούν τις απολαύσεις της ζωής παρά να ασχοληθούν με τα ατέλειωτα προβλήματα μιας μεγάλης αυτοκρατορίας. Οι σουλτάνοι άρχισαν να αδιαφορούν για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των κρατικών υποθέσεων και εγκατέλειψαν την παλαιά συνήθεια να αναλαμβάνουν την αρχιστρατηγία των εκστρατειών. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκτήσει μεγάλη επιρροή η Αυλή και ιδιαίτερα το χαρέμι, το οποίο διηύθυνε ο κισλάρ αγάς (kislar ağasi, μαύρος αρχιευνούχος), ο οποίος έχοντας και το προνόμιο του καθορισμού των ακροάσεων του σουλτάνου έγινε η τρίτη προσωπικότητα του κράτους μετά τον μέγα βεζίρη και τον επικεφαλής των ουλεμάδων ανώτατο εκπρόσωπο της θρησκείας, τον σεΐχουλισλάμη η (μεγάλο) μουφτή. Οι ουλεμάδες και οι γενίτσαροι, που αποτελούσαν άλλοτε τη θρησκευτικοπνευματική και στρατιωτική πρωτοπορία του κράτους, επιθυμώντας να μην αλλάξει τίποτε για να διατηρήσουν την επιρροή τους, αντιδρούσαν έντονα στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και μείωναν ακόμη περισσότερο το ήδη κλονισμένο κύρος της σουλτανικής εξουσίας. Η άλλοτε θεωρητική δυνατότητα παύσεως του σουλτάνου έγινε τώρα πραγματικότητα και δεν έλειψαν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι γενίτσαροι αφαίρεσαν και αυτή τη ζωή του σουλτάνου. Οι ουλεμάδες εξ άλλου υπό το πρόσχημα της θρησκείας η από θρησκευτικό φανατισμό επιχείρησαν να μειώσουν το δικαίωμα του σουλτάνου να εκδίδει νόμους (kanun)· από ένα φιρμάνι του 1695 προκύπτει ότι ο Μουσταφά Β ́ υποχρεώθηκε να διατάξει ότι η λέξη kanun έπρεπε να εξαφανισθεί.
Τέλος, ο σουλτάνος εθεωρείτο και χαλίφης, δηλαδή θρησκευτικός αρχηγός του ισλαμικού κόσμου. Ποτέ όμως, παρά τους πομπώδεις τίτλους του, δεν έφερε ως το 1774 και τον τίτλο αυτό. Για πρώτη φορά ο τίτλος αυτός χρησιμοποιήθηκε για το πρόσωπο του σουλτάνου στο κείμενο της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), στο άρθρο 3 της οποίας οριζόταν ότι οι Τάταροι της Κριμαίας και του Κουμπάν αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους, αλλά όφειλαν για θέματα θρησκείας, αφού ήταν και αυτοί μουσουλμάνοι, να απευθύνονται στον σουλτάνο, τον ύπατο χαλίφη των μουσουλμάνων.
0 .