Περιγραφή του Καραϊσκάκη απ' τον Χρήστο Βυζάντιο :


Ανέκδοτα και αποφθέγματα για τον Καραϊσκάκη στην συλλογή του Αινιάνος :
ΤΙ ΖΗΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΗΠΑΣΣΑ
— Τί θέλεις νὰ σὲ κάμω, ὠρὲ Καραϊσκάκη; τὸν ρώτησε κάποτε ὁ Ἀλήπασσας.
— Ἂν μὲ γνωρίζῃς, πασσᾶ μου, ἄξιον γι’ ἀφέντη, κάμε με ἀφέντη· ἂν μὲ γνωρίζῃς ἄξιον γιὰ χουσμεκιάρη (δοῦλο), κάμε με χουσμεκιάρη· ἂν δὲ μὲ γνωρίζῃς ἄξιον γιὰ τὸ τίποτα, ρίξε με ’σ τὴ λίμνη.
(Γ. Γαζῆς).
Η ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
’Σ τὸ Κομπότι, ’σ τὸν πόλεμο ποῦ ἔκαμε ’σ τὰ 1821, 8 Ἰουνίου, ποῦ νίκησε τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς πῆρε ’σ τὸ κυνῆγι, ἀνέβηκε σὲ μιὰ πέτρα κ’ ἔβριζε τοὺς Τούρκους δυνατά. Καὶ γιὰ νὰ τοὺς προσβάλῃ χειρότερα καὶ νὰ δώσῃ θάρρος ’σ τοὺς δικούς του σήκωσε τὴ φουστανέλλα, κατέβασε τὸ βρακὶ καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν πισινό του. Τότε ἕνας Τοῦρκος, Γκέκας, κρυμμένος κάπου ’σ τὰ κλαριά, τὸν τουφέκισε καὶ τὸν λάβωσε ’σ τὰ δυὸ μηριὰ καὶ ’σ ἕνα ἄλλο μέρος.
ΓΡΑΜΜΑ ’Σ ΤΟ ΧΟΥΡΣΙΤ ΠΑΣΣΑ
Ὅταν ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς, ἀρχιστράτηγος τῶν Τούρκων, ’σ τὰ 1822, τοῦ παράγγειλε νὰ πάῃ νὰ τὸν προσκυνήσῃ ’σ τὴ Λάρσα, ὁ Καραϊσκάκης τοὔστειλε αὐτὴ τὴν ἀπόκριση·
Μοῦ γράφεις ἕνα μπουγιουρντί, λέγεις νὰ προσκυνήσω·
κ’ ἐγώ, πασσᾶ μου, ρώτησα τὸν π.... μου τὸν ἴδιον
κι’ αὐτὸς μοῦ ἀποκρίθηκε νὰ μὴ σὲ προσκυνήσω·
κι’ ἂν ἔλθῃς κατ’ ἐπάνω μου, εὐθὺς νὰ πολεμήσω!(Γ. Γαζῆς).
Γύφτος ἦταν τὸ παράνομά του, γιατὶ ἦταν μελαψός. Μιὰ παράδοση μάλιστα τὸν λέει γυιὸ του καπετὰν Ἀραπογιάνη.
Η ΜΑΡΙΩ
Ὁ Καραϊσκάκης ’σ τὴς ἐκστρατεῖες του εἶχε πάντα μαζί του μιὰ Τουρκοπούλα βαφτισμένη, ποῦ τὴν ἔλεγαν Μαριώ. Αὐτὴ ἦταν ντυμένη φουστανέλλες, σὰν ἄντρας, κ’ εἶχε τ’ ὄνομα Ζαφείρης ἀνάμεσα ’σ τὰ παληκάρια. Κάποτε λοιπὸν ὁ Καραϊσκάκης περαστικὸς κατάλυσε ’σ τὸ σπίτι του, μὲ κάμποσα παληκάρια. Πάει ὁ Ζαφείρης ’σ τὸ μαγερειὸ καὶ ρίχνεται ’σ τὴς δοῦλες κι’ ἀρχίζει τσιμπιές, γαργαλητά, φιλιά. Βάνουν τὴς φωνές ἐκεῖνες καὶ τρέχουν ’σ τὴν καπετάνισσα. Τρέχει κ’ ἡ κυρὰ Γκόλφω, ἡ Καραϊσκάκαινα, ’σ τὸ στρατηγὸ καταθυμωμένη·
— Τί πράματα εἶναι αὐτά; τοῦ λέει· τὰ παληκάρια σου παλεύουν τὴς ψυχοκόρες μου!
— Ἔγνοια σου, μωρή, τὴς λέει ὁ στρατηγός, ἔχω καὶ γιὰ ’σένα π... Μὴ θυμώνεις.
ΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΖΑΪΜΗ
Ὅταν ὁ Καραϊσκάκης πῆγε ’σ τ’ Ἀνάπλι, ’σ τὰ 1826, ἐνῶ τὴν Ἀθήνα τὴν πολιορκοῦσε ὁ Κιουταχῆς, καὶ διορίστηκε Γενικὸς ἀρχηγὸς τῶν στρατεμάτων τῆς Ρούμελης γιὰ νὰ πάῃ νὰ τὸν πολεμήσῃ, παρουσιάστηκε ’σ τὴ Διοικητικὴ Ἐπιτροπή. Τότε ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ Ζαΐμης, πρῶτος τὸν συχώρεσε γιὰ τὴν παλιά τους ἔχτρα, ποῦ βάσταγε ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ ἐμφύλιου πολέμου, ὅταν ὁ Καραϊσκάκης εἶχε κάμῃ πολλὰ κακὰ ’σ τὰ σπίτια καὶ χτήματα τοῦ Ζαΐμη ’σ τὴν Κερπινή. Ὁ Ζαΐμης ὅμως γενναιόκαρδα τὸν συχώρεσε. Ὁ Καραϊσκάκης δάκρυσε. Τότε φιλήθηκαν οἱ δυὸ καὶ ξεχάστηκαν τὰ περασμένα. ’Σ τὴ σκηνὴ αὐτὴ ἔτυχε νὰ εἶναι κι’ ὁ ἄρχοντας Ὑδραῖος Βασίλης Μπουντούρης κ’ εἶπε ’σ τὸν Καραϊσκάκη·
— Δὲν έκαμες ὡς τώρα ὅσο ἔπρεπε τὸ χρέος σου ’σ τὴν πατρίδα, Καραϊσκάκη· ὁ Θεὸς νὰ σὲ φωτίσῃ νὰ τὸ κάμῃς ἀπὸ ’δῶ κι’ ὀμπρός.
— Δὲν τ’ ἀρνιῶμαι, ἀποκρίθηκε ὁ Καραϊσκάκης. Ὅταν θέλω, γίνομαι ἄγγελος κι’ ὅταν θέλω, γίνομαι διάβολος.

Ἀπὸ τώρα ἔχω σκοπὸ νὰ γίνω ἄγγελος.
https://el.wikisource.org/wiki/%CE%97_% ... F%84%CE%B1