Η υποχωρηση του Ελληνικου Στρατου τον Απριλη του 41 ηταν χαοτικη και ειχε χαρακτηριστικα εξεγερσης και ανυποταξιας των στρατιωτων. Οι αξιωματικοι ειχαν χασει καθε ελεγχο. Οι μικρές και μεγάλες εξεγέρσεις που σημάδεψαν την διάλυση του ελληνικού στρατού είχαν την προέλευσή τους στην εμπειρία του μετώπου και στη συμπεριφορά των αξιωματικών λιγους μηνες πριν, οταν το μετωπο ειχε κολλησει και ο αρχικος ενθουσιασμος των πρωτων νικων ειχε εξανεμιστει και αντικατασταθει απο αρνηση και ανυπακοη των φανταρων...
Βρήκαμε [τον Λοχαγό] στο δρόμο ανάμεσα στους άλλους άνδρες του λόχου, εξαγριωμένο να δέρνει ανελέητα με ένα μπαστούνι κάποιον κακόμοιρο στρατιώτη, που στεκόταν μπροστά του ξυπόλητος και ξυλιασμένος.
- Άτιμε ελεεινέ, του φώναζε, ενώ έπεφταν βαριές οι μαγκουριές στη ράχη του στρατιώτη. Τώρα μωρέ ήρθες να μου ζητήσεις παπούτσια; Εσύ ξήλωσες τις σόλες ο ίδιος κι έρχεσαι τώρα, ελεεινέ, κάτω από τη μύτη του εχθρού, να μου ζητήσεις να σ’ αφήσω πίσω, ε; Ποτέ άτιμε!
Έκλαιγε και στέναζε ο άτυχος από τους πονους των χτυπημάτων, καθώς παραπατούσε ξυπόλητος στα χιόνια. Και φώναζε: - Σκότωσέ με καλύτερα. Όλο το δρόμο τούτο είμαι ξυπόλητος, οι αρβύλες ρημάχτηκαν, έφυγαν ολότελα οι σόλες (...) Ο λοχαγός εξακολουθούσε να τον χτυπά, ώσπου έσπασε το μπαστούνι. Εμείς εν τω μεταξύ συνταχτήκαμε στη διμοιρία μας τουρτουρίζοντας. Σουρούπωνε και το χιόνι έπεφτε πάνω μας ανελέητο. Κι η άγρια φωνή του Λοχαγού ακούστηκε σα βρυχηθμός:
-Εμπρός υπερασπιστές της πατρίδας, εμπρός! Και η φωνή του ήταν ανάμικτη με ειρωνία, περιφρόνηση κι εκδίκηση (...) προχωρούσαμε και χτυπούσε στους τοίχους το απομεινάρι του μπαστουνιού του
Το ξύλο, ως κραυγαλέα δημόσια επίδειξη εξουσίας ήταν προφανώς εξαιρετικά αποτελεσματικό για την εμπέδωση της πειθαρχίας.
Αλλά δεν ήταν από μόνο του αρκετό. Το «δέσιμο» χρησιμοποιούνταν σε σοβαρότερες περιπτώσεις και ως πρακτική είχε την πρωτοτυπία του. Ο φαντάρος που είχε υποπέσει σε παράπτωμα δενόταν σε ένα κορμό δέντρου, σε φράχτη, ή σε ό,τι υπήρχε πρόχειρο ανά πάσα στιγμή. Το «δέσιμο» διαρκούσε όσο νόμιζε ο αξιωματικός. Το «δέσιμο» μπορούσε να συνοδεύεται από δημόσια διαπόμπευση (φτύσιμο στα μούτρα του δεμένου από τους πρόθυμους συμπολεμιστές του) ή, εφ όσον βοηθούσε η τύχη, από
υποχρεωτική παραμονή του δεμένου εντός πεδίου ρίψης βομβών του εχθρικού πυροβολικού ή της αεροπορίας. Η διαδικασία μπορούσε να οδηγήσει στην τρέλλα ή στον θάνατο, πάντα όμως συνοδευόταν από αβάσταχτη ντροπή. Ο φαντάρος πρωταγωνιστής του παρακάτω επεισοδίου είχε κλέψει τα φλυτζάνια μιας (Αλβανίδας;) νοικοκυράς που τον είχε φιλοξενήσει σπίτι της:
Άκουσε ένα φοβερό φιλιππικό από τον ταγματάρχη και κατά διαταγή του δέθηκε από δύο υπαξιωματικούς σ’ ένα τηλεγραφικό στύλο. Στις 9.30 δεχόμαστε την πρώτη αεροπορική επιδρομή της ημέρας. Κοσμοχαλασιά στον ουρανό. Κατεβαίνουν στα πεντακόσια μέτρα. Ψάρια εμείς. Ακινησία απόλυτος.Μόνο οι φοβερές κραυγές του δεμένου στο στύλο ακουγόντανε. «Λύσε με κ. Ταγματάρχα θα με σκοτώσουν οι βόμβες. Δεν το ξανακάνω.» Ήταν πραγματικό μαρτύριο. Δεμένος. Εβδομήντα αεροπλάνα
από πάνω του. Ερημιά γύρω του. Δεν τρελλάθηκε αλλά... λερώθηκε. Όταν τον λύσαμε μύριζε. Έφυγε με καλπασμό. Δεν τον ξαναείδαμε στο τάγμα.
Οι τιμωρίες αυτού του είδους μπορούσαν να επιβάλλονται κατά βούληση, φυσικά πολλές φορές στον ίδιο άνθρωπο, εφόσον αυτός αρνούνταν να συμμορφωθεί. Η ψυχολογική και σωματική βία μπορούσε να είναι τόσο ασφυκτική που να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο. Ο επιλοχίας Λαυρεντιάδης περιγράφει την τύχη ενός συστηματικά απείθαρχου δεκανέα ως εξής:
Μαθαίνω ότι κοιμήθηκε κάτω από ένα δένδρο και το πρωί τον βρήκαν νεκρό. Ήτο πολύ στραβόξυλο ο μακαρίτης, απέφευγε συνεχώς τις υπηρεσίες. Έχει φάγη ξύλο απ’ όλους μας, εγώ τον έχω δείρει πολλές φορές (...) Πολλές φορές, κατά διαταγήν του Λοχαγού, τον έδεσα στο δέντρο και έμεινε πολλές μέρες νηστικός. Ίσως, εάν ζήσω και γυρίσω πίσω τον λυπηθώ, σήμερα όμως δεν μου έκαμε αίσθηση ο θάνατός του, θέλησε και πέθανε.