Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Οικονομικά θέματα.
Άβαταρ μέλους
Δραχμολάγνος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 42

Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό Δραχμολάγνος » 27 Αύγ 2018, 14:40

Εδώ θα βάλω μακροοικονομικά στοιχεία για την κρίση του ευρώ αλλά και για το ότι η επαναφορά εθνικού νομίσματος είναι μονόδρομος.
0 .

Άβαταρ μέλους
Δραχμολάγνος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 42

Re: Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό Δραχμολάγνος » 27 Αύγ 2018, 14:53

Ας δούμε λοιπόν τι έφταιξε για την ''κρίση''.

Κατ' αρχάς όλες οι χρεοκοπίες χωρών έχουν γίνει από χρέος σε ξένα νομίσματα. πχ. επί Τρικούπη η Ελλάδα δανείστηκε 600 χιλιάδες γαλλικά φράγκα και μετά ''δυστυχώς επτωχεύσαμεν''.

Έτσι κι εμείς με την είσοδο μας στην ευρωζώνη, μετατρέψαμε όλο το χρέος μας σε ξένο νόμισμα (το ευρώ) Μέχρ τότε το 80% του δημοσίου χρέους ήταν σε δραχμές και αν έμενε έτσι, δεν θα πτωχεύαμε.

Ο μνημονιακότατος Γκίκας Χαρδούβελης σε ανάλυση του είπε ότι η είσοδος μας στο ευρώ φταίει για την χρεοκοπία αλλά πάει και πιο πριν, στο έτος 1994 όπου τέθηκαν οι βάσεις της ''κρίσης''.

''Το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας αποτελεί ίσως τη βασικότερη υπολανθάνουσα αιτία της ελληνικής κρίσης. Υπήρξε η κύρια αιτία της αποτυχίας ενός υποδείγματος οικονομικής μεγέθυνσης, βασισμένου στη διόγκωση της εσωτερικής ζήτησης, τόσο του δημόσιου, όσου και του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, αμφότερων χρηματοδοτούμενων από τον εξωτερικό δανεισμό.

Συγχρόνως, σε μία σχέση διαρκούς αλληλοτροφοδότησης, το αποτυχημένο υπόδειγμα μεγέθυνσης επιδείνωνε περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, καθόσον η υπερβάλλουσα ζήτηση οδηγούσε σε ένα σπιράλ συνεχών αυξήσεων μισθών και τιμών.

Ο διακηρυγμένος στόχος του Προγράμματος Προσαρμογής ήταν να ανακτήσει τις απώλειες ανταγωνιστικότητας οι οποίες σωρεύτηκαν μετά την εισαγωγή του ευρώ. Επομένως, η ανάλυση συζητά τις μεταβολές οι οποίες συνέβησαν στα μεγέθη της οικονομίας την περίοδο μεταξύ 2001-2009, αναδεικνύοντας όμως ότι αυτές οι μεταβολές έχουν τις απαρχές τους σε προηγούμενες εξελίξεις. Ένα κεντρικό χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας στα χρόνια της ταχείας ανάπτυξης που ακολούθησε την εισαγωγή του ευρώ ήταν η συσσώρευση τεράστιων εξωτερικών ελλειμμάτων, με αποκορύφωμα το 2008, ακριβώς πριν το ξέσπασμα της κρίσης, όταν το έλλειμμα στο ΙΤΣ έφτασε στο 14,9% του ΑΕΠ.

Ως αποτέλεσμα, σωρεύτηκε Ακαθάριστο Εξωτερικό Χρέος το οποίο το 2012 είχε φθάσει στο 235,7% του ΑΕΠ, με το Καθαρό Εξωτερικό Χρέος στο 108,8% του ΑΕΠ.

Η αποσύζευξη αποταμιεύσεων και επενδύσεων πρέπει σε μεγάλο βαθμό να ιδωθεί ως υψηλή εγχώρια δαπάνη, και άρα αντιστοίχως χαμηλή αποταμίευση. Καταγράφεται στο γεγονός ότι η εγχώρια ζήτηση ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ 2001-2009 ήταν κατά μέσο όρο 112,8%. Ειδικότερα, η ιδιωτική κατανάλωση ξεπέρασε το 2010 το 74% του ΑΕΠ, έναντι μ.ό. 58% στην ευρωζώνη. Τουτέστιν, συγκρινόμενοι με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, οι Έλληνες κατανάλωναν ωσάν το εισόδημά τους να ήταν 22% υψηλότερο από αυτό που πράγματι ήταν.

Ταυτοτικά, το έλλειμμα στο ΙΤΣ ισούται με τη διαφορά μεταξύ εθνικών αποταμιεύσεων και συνολικής επένδυσης.Με απλά λόγια, το όποιο έλλειμμα των εξαγωγών έναντι των εισαγωγών αντανακλάται σε έλλειμμα των αποταμιεύσεων έναντι των ποσών που κατευθύνονται σε επενδύσεις, το οποίο καλύπτεται με εξωτερικό δανεισμό. Αντιστρόφως ιδωμένο, ανεπαρκείς αποταμιεύσεις σημαίνουν υψηλή κατανάλωση και επένδυση. Η Ελλάδα πράγματι, τα πρώτα χρόνια του ευρώ έως και το 2008 χαρακτηρίστηκε από αύξηση των επενδύσεων, μείωση ιδιωτικής αποταμίευσης και σταθερά αρνητική δημόσια αποταμίευση,δηλαδή δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων

Ωστόσο, οι τάσεις διόγκωσης της εγχώριας ζήτησης, ως απόλυτος αριθμός και ως ποσοστό του ΑΕΠ, δεν ξεκίνησαν με την εισαγωγή του ευρώ. Στην πραγματικότητα, η μεγέθυνση της κατανάλωσης από την πλευρά της ζήτησης αποτελεί την κορύφωση ενός πιο μακροχρόνιου διαρθρωτικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας από την πλευρά της προσφοράς κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Η Ελλάδα, ούσα μία αγροτική οικονομία μεταπολεμικά, πέρασε από μία φάση εκβιομηχάνισης τα χρόνια του Bretton-Woods (1953-1972). Από το 1973, άρχισε να μεταβάλλεται σταδιακά σε μία οικονομία των υπηρεσιών, με κυρίαρχο τον ρόλο του δημόσιου τομέα και της συνδεόμενης με αυτόν επιχειρηματικότητας. Αυτή η μεταβολή της οικονομικής δομής της χώρας τα τελευταία 30 χρόνια οδήγησε στη μεταβολή της σύστασης του ΑΕΠ εις βάρος των επενδύσεων και των εξαγωγών και υπέρ της κατανάλωσης, γεγονός που αντικατοπτρίζεται τόσο στα μερίδιά τους στο ΑΕΠ όσο και στις συμβολές τους στη συνολική οικονομική μεγέθυνση.

Η τελευταία φάση της διαδικασίας επέκτασης της εγχώριας δαπάνης με παράλληλη απώλεια ανταγωνιστικότητας είναι αυτή που οδήγησε στην ελληνική κρίση. Αν και στον δημόσιο διάλογο συχνά ταυτίζεται με την εισαγωγή του ευρώ, στην πραγματικότητα η απαρχή των εξελίξεων που οδήγησαν στην κρίση πρέπει να τοποθετηθεί στο 1994. Εκείνο το έτος συνέβησαν τρεις σημαντικές εξελίξεις.

Πρώτον απελευθερώθηκε το χρηματοπιστωτικό σύστημα, με την αποδέσμευση εποπτικών κεφαλαίων που οι ελληνικές τράπεζες τηρούσαν στην Τράπεζα της Ελλάδος και την άρση των περιορισμών στη χορήγηση καταναλωτικών δανείων.

Δεύτερον η προοπτική της ΟΝΕ άρχισε να βελτιώνει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας και των επιχειρήσεων, αυξάνοντας σημαντικά τις δυνατότητες άντλησης κεφαλαίων από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Συνδυαστικά, αυτές οι δύο εξελίξεις οδήγησαν σταδιακά σε μία επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης. Αυτό, με τη σειρά του, επέτρεψε, τόσο την επέκταση της επένδυσης, όσο και τη διατήρηση ευμεγεθών εξωτερικών ελλειμμάτων.

Τρίτον το 1994 άρχισε η προσπάθεια προετοιμασίας για είσοδο στην ΟΝΕ με την υιοθέτηση της «πολιτικής της σκληρής δραχμής». Αυτή συνίστατο στη διατήρηση υψηλών επιτοκίων με παράλληλο περιορισμό των ονομαστικών υποτιμήσεων της δραχμής, ώστε να περιοριστεί ο εισαγόμενος πληθωρισμός και οι πληθωριστικές προσδοκίες.


Ο αποπληθωρισμός τελικά επετεύχθη και η χώρα εντάχθηκε στην ευρωζώνη αλλά με το κόστος της συσσώρευσης πραγματικής ανατίμησης της δραχμής. Η ανατίμηση επιτάθηκε από τις εισροές κεφαλαίων τα οποία προσελκύονταν από τα υψηλά επιτόκια. Παρά την υποτίμηση κατά 12,3% ως προς το ECU τον Μάρτιο του 1998, η Ελλάδα εισήλθε στο ευρώ με μία ισοτιμία μετατροπής η οποία δεν ευνοούσε την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών. Αυτό αποτυπώθηκε στο γεγονός ότι, όπως αναφέρθηκε, το ΙΤΣ ήταν ήδη ελλειμματικό το 2001 κατά το πρωτοφανές για την ελληνική οικονομία 7,3% του ΑΕΠ, από -4,1% το 1999 και -2,5% του ΑΕΠ το 1995. Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το έλλειμμα το 2001 ήταν 11,4% του ΑΕΠ, από 5% το 1999 και σχεδόν ισοσκελισμένο ΙΤΣ το 1995.''

Η χρηματοδότηση χρέους και ελλειμμάτων, η οποία προηγουμένως γινόταν σχεδόν αποκλειστικά από τις ελληνικές τράπεζες και ιδιώτες, αυξανόμενα πραγματοποιείτο με άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς χρηματαγορές. Το ποσοστό του δημόσιου χρέους το οποίο χρηματοδοτείτο με ξένα κεφάλαια, από 22% το 1999 έφτασε στο 79% το 2009. Οι τράπεζες, χρησιμοποιώντας την απελευθερούμενη ρευστότητα αλλά και δανειζόμενες από τη διεθνή κεφαλαιαγορά, αύξησαν σημαντικά τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Η αλήθεια είναι ότι οι υπερβολές άλλων ευρωπαϊκών χωρών αποφεύχθηκαν: ο ιδιωτικός δανεισμός δεν έφθασε ποτέ το 100% του ελληνικού ΑΕΠ, έναντι 164% μέσου όρου ευρωζώνης το 2012, με την Ιρλανδία στο 310%, την Πορτογαλία στο 255% και την Ισπανία στο 215%. Ωστόσο, μεταξύ 1998-2007, η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα κατέγραφε μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 16,9% (άνω του 28% για τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά δάνεια). Η πιστωτική επέκταση συντήρησε μία μέση ετήσια πραγματική αύξηση της κατανάλωσης κατά 3,7% μεταξύ 2001-2008. Το γεγονός ότι τα εξωτερικά ελλείμματα ήταν σχεδόν ίσου μεγέθους με τα δημοσιονομικά ελλείμματα, υποδηλοί και μία αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζητήσεως την οποία δημιουργούσε η δημοσιονομική επέκταση και της δαπάνης του ιδιωτικού τομέα σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ.''

https://www.hba.gr/5Ekdosis/UplPDFs/syl ... 202014.pdf
0 .

Άβαταρ μέλους
Δραχμολάγνος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 42

Re: Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό Δραχμολάγνος » 28 Αύγ 2018, 18:51

Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας και η Εξάρτησή της από την Ακολουθούμενη Πολιτική και τις Εξελίξεις των Οικονομιών των Χωρών στη Νομισματική Ένωση


9/7/2012

Του Γεωργίου Ε. Οικονόμου*

Στη διεθνή βιβλιογραφία δεν υπάρχει σύγκλιση απόψεων σχετικά με τη διατύπωση ενός ορισμού και την ποσοτική έκφραση της ανταγωνιστικότητας των χωρών. Τέσσερις απόψεις σχετικά με την έννοια της ανταγωνιστικότητας παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η πρώτη άποψη αναφέρεται στην ικανότητα της χώρας να προσελκύει (ability to attract) και περιγράφει τα χαρακτηριστικά μιας χώρας που την καθιστούν κατάλληλο χώρο για την πραγματοποίηση επενδύσεων (π.χ. ξένες άμεσες επενδύσεις).

Η δεύτερη άποψη παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ικανότητα της χώρας να προσαρμόζεται (ability to adjust) στις διαρθρωτικές αλλαγές και τις οικονομικές διαταραχές που προκαλούνται από έκτακτα γεγονότα (shocks).

Η τρίτη άποψη δίδει έμφαση στην ικανότητα της χώρας να αποκομίζει εισοδήματα (ability to earn) και στηρίζεται στο ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις και οι αυξήσεις της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων βελτιώνουν τα πραγματικά εισοδήματα.

Η τέταρτη άποψη επικεντρώνεται στην ικανότητα της χώρας να πωλεί (ability to sell) και συνδέει την οικονομική επίδοση μιας χώρας βραχυχρόνια και μακροχρόνια με τη δυνατότητά της να αυξάνει τα μερίδιά της στο διεθνές εμπόριο.

Από τη σύνθεση των παραπάνω απόψεων προκύπτει ότι η ανταγωνιστικότητα αναφέρεται σε ολόκληρη την οικονομική ζωή μιας χώρας σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον και περιγράφει την ικανότητα της χώρας να επιτυγχάνει συνεχείς βελτιώσεις του βιοτικού επιπέδου και των ευκαιριών απασχόλησης των πολιτών της. Επηρεάζει όλους τους τομείς της οικονομίας, προϊόντα και υπηρεσίες που παράγει ο ιδιωτικός τομέας, προϊόντα και υπηρεσίες που παράγει ο δημόσιος τομέας, εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, επιχειρήσεις που παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην πραγματική οικονομία - νοικοκυριά και κράτος.

Η θέση των παραγωγών μιας χώρας στις διεθνείς αγορές εξαρτάται σημαντικά από την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων τους σε σχέση με τις τιμές και το κόστος και την ικανότητά τους να παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που να ανταποκρίνονται στην εγχώρια και εξωτερική ζήτηση. Για το λόγο αυτό, η ανάλυση σχετικά με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας επικεντρώνεται στην παρακολούθηση των εξελίξεων της ανταγωνιστικότητας τιμών και κόστους.

Η ανάλυση αυτή καλύπτει τέσσερα ερωτήματα:
- τη σημασία και τις εξελίξεις της ανταγωνιστικότητας, μετρούμενης από τις εξελίξεις του κόστους εργασίας και των τιμών στα πλαίσια της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ
- την επίδραση του δημόσιου τομέα
- την επίδραση του τομέα μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών
- την πολιτική για την ανάκαμψη της οικονομίας και την αντιμετώπιση των
μακροοικονομικών ανισορροπιών.

Μετά την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ ο πληθωρισμός και η άνοδος του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος διατηρήθηκαν αδιάκοπα σε επίπεδο υψηλότερο του μέσου επιπέδου των αντίστοιχων μεγεθών των χωρών της ζώνης του ευρώ, αντανακλώντας την κατάσταση της οικονομίας, τις αδυναμίες των συνθηκών λειτουργίας των αγορών και τη συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων.

Η υψηλή ζήτηση στην οικονομία (1) σε συνδυασμό με τις συνθήκες ατελούς ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων επέτρεψαν στις επιχειρήσεις να χορηγούν υψηλές αυξήσεις στους μισθούς και να επιρρίπτουν την αύξηση του κόστους εργασίας στις τιμές ή να αυξάνουν τις τιμές των προϊόντων τους περισσότερο από όσο δικαιολογούν οι αυξήσεις του κόστους παραγωγής και να διαμορφώνουν ολιγοπωλιακά περιθώρια κέρδους.

Αδιαμφισβήτητη απόδειξη αποτελεί η αύξηση των μισθών κατά 12% τη διετία 2008-2009 που συμπίπτει με τη χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, κατά την οποία μάλιστα το κόστος παραγωγής επιβαρύνθηκε από την υπερβολική αύξηση της τιμής του πετρελαίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, κατά την περίοδο 2000-2008, ο λόγος του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα προς το αντίστοιχο μέσο μέγεθος στις χώρες της ζώνης του ευρώ, που αποτελεί και την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία (REER) για το μεταξύ τους εμπόριο αλλά και για το εμπόριο με τρίτες χώρες για το οποίο ανταγωνίζονται, αυξήθηκε κατά 21,4%.

Επειδή το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αποτελεί αναγκαία αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση(2) για τη μέτρηση της ανταγωνιστικότητας, διότι το εμπόριο διενεργείται σε τιμές, επισημαίνουμε ότι, μελέτη της ΕΚΤ αποκαλύπτει ότι την περίοδο 2000-2008 η απώλεια της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών, μετρούμενη από τις σχετικές τιμές των εξαγωγών της Ελλάδος σε σχέση με τις τιμές των εξαγωγών των χωρών της ζώνης του ευρώ, ήταν 20,5%, που είναι η υψηλότερη απώλεια ανταγωνιστικότητας μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η απώλεια ανταγωνιστικότητας μετρούμενη από τις τιμές των εξαγόμενων αγαθών ισούται με την απώλεια ανταγωνιστικότητας μετρούμενη από το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

Με την ένταξη της χώρας στην ζώνη του ευρώ η οικονομική μας πολιτική δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τη συναλλαγματική ισοτιμία ως μηχανισμό βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η ευκαμψία των μισθών και των τιμών, κι αυτό προϋποθέτει την πραγματοποίηση των μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν τον ανταγωνισμό στις αγορές προϊόντων και εργασίας.

Συνεπώς, η ανάλυση των εξελίξεων της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής με το ενιαίο νόμισμα, λαμβάνοντας υπόψη τις επιδράσεις από την αλληλεξάρτηση των οικονομιών των χωρών που μετέχουν στη νομισματική ένωση. Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι στον τομέα των μισθών συντελέστηκε μια υπερβολή. Οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν περισσότερο από την αύξηση της παραγωγικότητας και περισσότερο από όσο αυξήθηκαν στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Ή, με διαφορετική διατύπωση, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξήθηκε με ρυθμό (πληθωρισμός σε όρους μισθών) υψηλότερο του ρυθμού αυξήσεως του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ (3)
.
Είναι προφανές ότι η μείωση της ανταγωνιστικότητας οφείλεται και στους δύο λόγους, δηλαδή, στο ότι οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν περισσότερο από την αύξηση της παραγωγικότητας και ο πληθωρισμός, που προκύπτει από τους μισθούς, στη χώρα μας ήταν υψηλότερος του πληθωρισμού στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ.

Και βέβαια ο πληθωρισμός της χώρας είναι υψηλότερος του επιπέδου πληθωρισμού αναφοράς της ΕΚΤ (χαμηλότερος αλλά πλησίον του 2%, benchmark), με τον οποίο πρέπει να αναπροσαρμόζονται οι τιμές και οι χρηματικοί μισθοί για να διασφαλίζεται η νομισματική σταθερότητα και η ανταγωνιστικότητα (nominal anchor).

Οι μικρές αποκλίσεις του πληθωρισμού από τον πληθωρισμό αναφοράς δεν προκαλούν ανησυχίες. Όμως, οι σημαντικές διαφορές στον πληθωρισμό, όταν μάλιστα είναι επίμονες, μειώνουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Γι’ αυτό, η άνοδος του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, αφού έχει ληφθεί υπόψη η αύξηση της παραγωγικότητας, πρέπει να είναι συνεπής με το επίπεδο πληθωρισμού αναφοράς της ΕΚΤ. Άλλως, οι αποκλίσεις του ρυθμού αναπροσαρμογής των μισθών και των τιμών από τον πληθωρισμό αναφοράς της ΕΚΤ αντανακλώνται σε ένα υψηλότερο προσδοκώμενο πληθωρισμό και σε χειροτέρευση της ανταγωνιστικότητας μακροχρόνια (4).

Κατά την παραπάνω περίοδο, η συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων δεν είχε προσαρμοστεί στις συνθήκες του ενιαίου νομίσματος και της ενιαίας αγοράς της ζώνης του ευρώ. Η πλευρά της προσφοράς εργασίας, ιδίως στους ολιγοπωλιακούς κλάδους, επιδίωκε υψηλές αυξήσεις των μισθών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις τους στην ανταγωνιστικότητα της παραγωγής και τη βιωσιμότητα των θέσεων εργασίας. Παράλληλα, η πλευρά της ζήτησης εργασίας, λόγω της υψηλής ζήτησης από την υπερθέρμανση του τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών, υποχωρούσε στις πιέσεις της προσφοράς, καθώς η διάρθρωση των αγορών προϊόντων επέτρεπε στις επιχειρήσεις τη μετακύλιση του υψηλότερου κόστους στις τιμές.

Το ενδιαφέρον των εκπροσώπων των εργατικών συνδικάτων περιοριζόταν μόνο σε αυτούς που ήταν εντός του οικονομικού συστήματος (τους εργαζόμενους) αδιαφορώντας για εκείνους που ήταν εκτός του συστήματος (τους ανέργους), ενώ οι εκπρόσωποι των επαγγελματικών οργανώσεων δήλωναν ότι τους ενδιέφερε η εργασιακή ειρήνη, αδιαφορώντας για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Εξάλλου, σθεναρή ήταν η αντίδραση και των δύο πλευρών στην πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων, οι οποίες αυξάνουν την παραγωγικότητα, μειώνουν το κόστος παραγωγής και βελτιώνουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η επέκταση των δαπανών του δημόσιου τομέα συνιστά τη δεύτερη υπερβολή. Όσο μεγαλύτερος είναι ο δημόσιος τομέας συγκρινόμενος με τον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, τόσο ισχυρότερες είναι οι πιέσεις στους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα και η επίδραση στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Με άλλα λόγια, όσο μεγαλύτερος είναι ο δημόσιος τομέας τόσο μεγαλύτερος είναι ο αρνητικός ρόλος του στις εξελίξεις της ανταγωνιστικότητας.

Η επίδραση των μισθών στο δημόσιο τομέα πάνω στην ανταγωνιστικότητα είναι πιο σημαντική από όσο θεωρούμε. Διότι, στην Ελλάδα, η ώθηση στις αυξήσεις των μισθών δεν πηγάζει από την άνοδο της παραγωγικότητας στον τομέα που παράγει εμπορεύσιμα αγαθά αλλά από την άσκηση πιέσεων από την προσφορά εργασίας στους ολιγοπωλιακά οργανωμένους κλάδους που εντάσσονται κυρίως στον τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών. Είναι προφανές ότι οι υψηλές αυξήσεις στους μισθούς στον ευρύτερο δημόσιο τομέα επηρεάζουν θετικά τις διαπραγματεύσεις για τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Οι διαπιστώσεις αυτές, σε συνδυασμό με την περιορισμένη κινητικότητα της εργασίας μεταξύ των δύο τομέων της οικονομίας, οδηγούν στην απόρριψη της παραδοχής των Balassa-Samuelson για την ελληνική οικονομία.

Οι πολιτικοί μας ανέβαλαν τις μεταρρυθμίσεις και προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν την ανεργία που προκαλείται από τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα ή τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών με την αύξηση των κρατικών δαπανών.

Οι υπερβολές στους μισθούς και τις δαπάνες του Δημοσίου υπονόμευσαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, αύξησαν την κατανάλωση (μείωσαν την αποταμίευση) και διεύρυναν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ.

Μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ η οικονομική ανάπτυξη προσδιορίστηκε από τη δυναμική του τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών (αύξηση δαπανών του κράτους, επενδύσεις σε κατοικίες, έργα σε υποδομές, έργα για τους ολυμπιακούς αγώνες, κλπ). Αυτό αποτελεί την τρίτη υπερβολή.

Τα υψηλά εισοδήματα που δημιουργήθηκαν στον τομέα αυτό, ενίσχυσαν τη ζήτηση, μείωσαν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και διεύρυναν το έλλειμμα των συναλλαγών με το εξωτερικό.

Ο τομέας παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών έχει επηρεάσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα, επειδή οι μεταβολές της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν επιδρούν μόνο στον εξωτερικό τομέα της οικονομίας, αλλά εμπλέκουν και τον τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία συνδέονται μεταξύ τους όχι μόνο άμεσα αλλά και μέσω της ζήτησης και των επιδράσεών της στην κατανομή των οικονομικών πόρων μεταξύ της παραγωγής εμπορεύσιμων και μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών εξαιτίας των μεταβολών των σχετικών τιμών των δύο κατηγοριών αγαθών.

Η σχετική τιμή των μη εμπορεύσιμων και των εμπορεύσιμων αγαθών προσδιορίζει τις επιλογές των νοικοκυριών για κατανάλωση και την κατανομή των πόρων στην παραγωγή των δύο κατηγοριών αγαθών. Η μείωση των σχετικών τιμών των μη εμπορεύσιμων αγαθών βελτιώνει την αποδοτικότητα των επενδύσεων στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών, η παραγωγή των εμπορεύσιμων αγαθών αυξάνεται και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βελτιώνεται.

Ακόμη, επειδή τα μη εμπορεύσιμα αγαθά αποτελούν εισροές για την παραγωγή των εμπορεύσιμων αγαθών, η μείωση της τιμής των μη εμπορεύσιμων αγαθών μειώνει το κόστος παραγωγής και την τιμή των εμπορευσίμων και βελτιώνει την ανταγωνιστικότητά τους.

Υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι τιμές των μη εμπορεύσιμων αγαθών επηρεάζουν το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Στη ζώνη του ευρώ η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία που προκύπτει από τις σχετικές τιμές των εξαγωγών επηρεάζει περισσότερο τον τομέα των εξαγωγών και λιγότερο το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αντίθετα, η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία, η οποία προκύπτει από τους δείκτες ευρύτερης βάσης που περιλαμβάνουν τις τιμές μη εμπορεύσιμων αγαθών (ΔΤΚ, μοναδιαίο κόστος εργασίας και αποπληθωριστής ΑΕΠ), συνδέεται με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών

Η μείωση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας που βασίζεται στον αποπληθωριστή του ΑΕΠ και η μείωση των σχετικών τιμών των μη εμπορεύσιμων αγαθών βελτιώνουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Η ταυτόχρονη εμφάνιση του μη βιώσιμου δημόσιου χρέους και των μη διατηρήσιμων ελλειμμάτων του δημόσιου τομέα και των τρεχουσών συναλλαγών με το εξωτερικό σε συνδυασμό με την ύφεση προκάλεσαν την απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών προς την Ελλάδα και την εκτίμηση ότι, στο μέλλον, η χώρα δεν θα μπορεί να πληρώνει τα χρέη της. Γρήγορα εξέλιπαν οι δυνατότητες αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους και η πρόσβαση του τραπεζικού συστήματος της χώρας στις διεθνείς χρηματαγορές.

Η ανάγκη για την αντιμετώπιση των σοβαρών αυτών μακροοικονομικών ανισορροπιών ήταν επιτακτική.

Επειδή δε τα ελλείμματα του Δημοσίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ήταν μεγάλα, το δημόσιο χρέος ιδιαίτερα υψηλό και η δυναμική του ιδιαίτερα ανησυχητική, επελέγη ορθά μια εμπροστοβαρής δημοσιονομική προσαρμογή για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αυστηρή πολιτική μισθών για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας

Όμως, το αυστηρό πρόγραμμα του «Μνημονίου» θα έπρεπε να στηρίζεται σε κάποια εκτίμηση για το βαθμό της εφικτότητας και του ρεαλισμού, σε πολιτικούς και οικονομικούς όρους, των πολιτικών που ενσωματώνονται σε αυτό. Η επιβολή των δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών στην Ελλάδα με έναν απόλυτο τρόπο και την υποχρέωση να υλοποιηθούν σε ιδιαίτερα βραχύ χρονικό διάστημα έχει υπονομεύσει την εφικτότητα των στόχων και των επιδιώξεων τους.

Συγκεκριμένα, η επιβολή της πραγματοποίησης μεταρρυθμίσεων μέσα σε βραχύ διάστημα 3-4 ετών σε θεσμούς που ισχύουν επί δεκαετίες δεν είναι ρεαλιστική. Η πραγματοποίηση βασικών μεταρρυθμίσεων είναι δυνατή σε βάθος χρόνου και σε μια καλύτερη οικονομική συγκυρία. Επίσης, η επιθετική πολιτική για τη μείωση των ελλειμμάτων και των μισθών για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, σε περίοδο που η οικονομία βρισκόταν ήδη σε ύφεση, και οι περιορισμένες δυνατότητες χρηματοδότησής της χειροτέρευσαν το πρόβλημα, διότι αναπτύχθηκε ένας φαύλος κύκλος με τον οποίο η δημοσιονομική περιστολή ενισχύει την ύφεση, η οποία αυξάνει το δημοσιονομικό έλλειμμα, και ακολούθως οδηγεί σε μεγαλύτερη περιστολή.

Οι δυνατότητες της οικονομίας να ανακάμψει μέσα στο 2013 είναι ισχνές

Η οικονομία χρειάζεται μιαν ώθηση. Αν οι κυβερνήσεις περιμένουν η ώθηση αυτή να έλθει από τον εξωτερικό τομέα της οικονομίας σε αντίδραση της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, αυτό δεν θα προκύψει. Ο εξωτερικός τομέας δεν μπορεί να δώσει επαρκή ώθηση για την ανάκαμψη της οικονομίας, διότι η ελληνική οικονομία δεν είναι αρκετά ανοικτή οικονομία, ενώ, μάλιστα, η παραγωγή των εμπορεύσιμων αγαθών έχει μειωθεί σημαντικά. Ούτε η εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό μπορεί να ωθήσει την οικονομία προς την ανάκαμψη αν δεν πραγματοποιηθούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις και ιδιαίτερα αν δεν γίνουν οι ιδιωτικοποιήσεις.

Με τα δεδομένα αυτά, η κινητήρια ώθηση πρέπει να αναζητηθεί στις εγχώριες δυνάμεις, με την ενίσχυση ή/και την ενεργοποίηση των παραγόντων που συντελούν στην αύξηση της ζήτησης, ώστε να προκληθεί η επανεκκίνηση της παραγωγικής μηχανής της οικονομίας και να απασχοληθεί η σημαντική αργούσα παραγωγική δυναμικότητα(5). Η ενίσχυση της ζήτησης πρέπει να προέλθει από την ενεργοποίηση μέτρων που υπερβαίνουν τα συνήθη μέτρα ρύθμισης της ζήτησης (μέτρα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής) και από μεταρρυθμίσεις που ενθαρρύνουν την εκδήλωση επιχειρηματικών πρωτοβουλιών.

Με τις μεταρρυθμίσεις θα ενισχυθεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης μακροχρόνια και θα αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των αγορών για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.

Όμως, η ενίσχυση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης που επιτυγχάνεται με τις μεταρρυθμίσεις αποκτά περιεχόμενο μόνο εφόσον συνοδεύεται από αύξηση της ζήτησης. Διότι, οι μεταρρυθμίσεις (π.χ. απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων) κυρίως αυξάνουν τη δυνητική προσφορά, η οποία από μόνη της δεν δημιουργεί ζήτηση.

Η ενίσχυση της ζήτησης πρέπει να λάβει κύρια θέση στην ασκούμενη οικονομική πολιτική.

Συνεπώς, η οικονομική πολιτική πρέπει να εξυπηρετεί τις ακόλουθες τέσσερις κύριες επιδιώξεις:
- τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών και του χρέους
- την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας
- τη βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης της οικονομίας και
- την ενίσχυση της ζήτησης.

Ανακεφαλαίωση – Συμπεράσματα

Μετά την ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας χειροτέρευσε σημαντικά, με συνέπεια την αύξηση του ελλείμματος στις τρέχουσες συναλλαγές, την αύξηση του δανεισμού και του εξωτερικού χρέους της χώρας, την αποδυνάμωση του ρυθμού οικονομικής επέκτασης και του ρυθμού αύξησης της απασχόλησης. Τις συνέπειες της απώλειας της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας βιώνει ολόκληρος ο ελληνικός λαός.

Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να αναπροσαρμόσουμε την πολιτική μας στους μισθούς και τις τιμές, έτσι ώστε να περιοριστεί ο πληθωρισμός στο επίπεδο των στόχων της νομισματικής πολιτικής, να αποφευχθεί η μείωση της ανταγωνιστικότητας και με τη μείωση του δημόσιου τομέα να ενισχυθεί η παραγωγή των εμπορεύσιμων αγαθών. Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε ότι το επίπεδο του πληθωρισμού αναφοράς της ΕΚΤ πρέπει να υιοθετείται για την αναπροσαρμογή των χρηματικών μισθών και των τιμών, επιδιώκοντας τη νομισματική σταθερότητα όπως νοείται και ακολουθείται στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Ακόμη, είναι αναγκαίο να παρακολουθούμε την πρόοδο των δεικτών που παρέχουν μηνύματα για τις εξελίξεις της οικονομίας και να συντονίζουμε την πολιτική μας, έτσι ώστε να αποφεύγεται η χειροτέρευση της ανταγωνιστικότητας.

Συνεπώς, είναι ιδιαίτερα επιβεβλημένη η παρακολούθηση των παρακάτω πέντε (5) δεικτών:
- του μακροχρόνιου ρυθμού ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος που συνδέεται στενά με τις τιμές

- του πληθωρισμού της χώρας

- του ελλείμματος και του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης

- του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ

- της σημασίας του τομέα παραγωγής μη εμπορεύσιμων αγαθών.

Τέλος, είναι αναγκαίο να υπογραμμιστεί ότι το χαμηλό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έχει αναμφίβολα μικροοικονομική σημασία (η μείωση του κόστους βελτιώνει την ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης), αλλά από μακροοικονομική σκοπιά κρινόμενο ενδέχεται να οδηγεί σε διαφοροποιημένα συμπεράσματα. Διότι, η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος που προέρχεται από τη μείωση των μισθών συνεπάγεται τη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό εισόδημα, τη χαλάρωση της ζήτησης και το χαμηλότερο ρυθμό οικονομικής επέκτασης, περιορίζοντας το επεκτατικό αποτέλεσμα της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας (το παράδοξο Kaldor)

Η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος σε πολύ χαμηλά επίπεδα, που προκύπτει από τη μείωση των μισθών, δεν καθιστά απαραίτητα μια χώρα ανταγωνιστική. Υπάρχουν οικονομίες, οι οποίες με βάση το κόστος εργασίας χαρακτηρίζονται ανταγωνιστικές αλλά σημειώνουν χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και υφίστανται απώλεια μεριδίων στο διεθνές εμπόριο.

Όταν όμως η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος προέρχεται από την αύξηση της παραγωγικότητας, με υψηλότερο ρυθμό σε σύγκριση με το ρυθμό ανόδου των πραγματικών μισθών, τότε επιτυγχάνεται βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων παράλληλα με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Με την αύξηση των πραγματικών μισθών με ρυθμό χαμηλότερο της ανόδου της παραγωγικότητας επιτυγχάνεται η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος χωρίς να μειώνονται οι πραγματικοί μισθοί. Γι’ αυτό, παράλληλα με τη συγκράτηση των μισθών απαιτείται κυρίως αύξηση της παραγωγικότητας και προσαρμογή της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, για να παράγονται εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες που να ανταποκρίνονται στην εγχώρια και την εξωτερική ζήτηση. Απαιτούνται όμως διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και εργασίας.

Η αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας μετά από πολλά χρόνια υπερτίμησης της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας απαιτεί το συνδυασμό πολιτικών που μειώνουν το κόστος και τις τιμές, καθώς και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αναβαθμίζουν την ικανότητα της χώρας να παράγει εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες, να εξάγει και να αποταμιεύει.

* Καθηγητής Οικονομικών, Μέλος του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος

1. Σύμφωνα με στοιχεία του OECD, το output gap ήταν 5,5% το 2006, 6,9% το 2007 και 5,2%
το 2008, OECD, Economic Outlook, 2012/1.

2. Διότι ο πληθωρισμός συνήθως εξηγείται από παράγοντες ζήτησης και κόστους.

3. Στην πρώτη περίπτωση προσαρμόζουμε τους χρηματικούς μισθούς με τον πληθωρισμό για να λάβουμε τον πραγματικό μισθό, τον οποίο συγκρίνουμε με την παραγωγικότητα, ενώ στη δεύτερη περίπτωση προσαρμόζουμε τους χρηματικούς μισθούς με την παραγωγικότητα και συγκρίνουμε τον προκύπτοντα πληθωρισμό (σε όρους μισθών) με τον πραγματικό πληθωρισμό και τον πληθωρισμό των άλλων χωρών της ζώνης του ευρώ.

4. Jean-Claude Trichet, “Competitiveness and the smooth functioning of the Economic and Monetary Union (EMU), Speech at the University of Liège, 23 February 2011.

5. Σύμφωνα με τα στοιχεία του OECD το 2012 το output gap ήταν -12%, OECD, Economic Outlook 2012/1.

6. J. Felipe, “Unit Labor Costs in the Eurozone: The Competitiveness Debate Again”, Levy Economics Institute, WP 651, 2011. …, “A Note on Competitiveness, Unit Labor Costs and Growth: Is ‘Kaldor’s Paradox’ a Figment of Interpretation?”, Centre for Applied Macroeconomic Analysis, ANU, WP 6, 2005

7. Είναι αμφίβολο κατά πόσο το παράδοξο Kaldor ισχύει στην ελληνική οικονομία, σε αυτή τη συγκυρία, διότι η μείωση των μισθών ενδέχεται να μην προκαλεί μείωση του μεριδίου της εργασίας στο εθνικό εισόδημα, επειδή συμπίπτει με την απώλεια του εισοδήματος (μείωση του ΑΕΠ) κατά 20% λόγω της γενικότερης ύφεσης

http://www.eiead.gr/publications/docs/oikonomou.pdf
0 .

sharp
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 850

Re: Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό sharp » 28 Αύγ 2018, 19:38

Μήπως είσαι δραχμολάγνος;
0 .

Άβαταρ μέλους
Διάδοχος
Danchō
Danchō
Δημοσιεύσεις: 13240

Re: Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό Διάδοχος » 28 Αύγ 2018, 22:00

Εικόνα

:thuuumbsup:
0 .
«Και η κουτσή Μαρία είναι εθνικιστές. Δηλαδή σε αυτό το επίπεδο; Εμείς είμαστε όλος ο πλανήτης!»

«Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς, οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας, κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι. Με τες εκτεταμένες επικράτειες, με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών. Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς. Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!»

Άβαταρ μέλους
itteithe
Extreme poster
Extreme poster
Δημοσιεύσεις: 2348
Τοποθεσία: Τρίπολη

Re: Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό itteithe » 28 Αύγ 2018, 22:03

Διάδοχος έγραψε:Εικόνα

:thuuumbsup:


Μου αρέσει πολύ, απλά θα προτιμούσα όλες οι παραπάνω διασημότητες να μας μουτζώνουν. Ας επέμβει ο Βλαδίμηρος Βλαδιμήροβιτς.
0 .
Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω

Habemus filium

Άβαταρ μέλους
Λαχουρένιος
Ultimate Stalker
Ultimate Stalker
Δημοσιεύσεις: 49425
Τοποθεσία: Γεφυρα

Re: Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό Λαχουρένιος » 28 Αύγ 2018, 22:08

Στο 500αρικο, το 1000αρικο και το 10.000ρο ποιοι ειναι?

Την Μελινα και τον Καστοριαδη δεν τους θελω, υπερεκτιμημενες προσωπικοτητες.
0 .

Άβαταρ μέλους
Διάδοχος
Danchō
Danchō
Δημοσιεύσεις: 13240

Re: Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό Διάδοχος » 28 Αύγ 2018, 22:29

Για 50άρικο και 100άρικο, καλοί είναι.

Υπερεκτιμημένος είναι ο Παπανικολάου στο δεκαχίλιαρο.


ΥΓ
Κάλλας και Μόραλης.
0 .
«Και η κουτσή Μαρία είναι εθνικιστές. Δηλαδή σε αυτό το επίπεδο; Εμείς είμαστε όλος ο πλανήτης!»

«Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς, οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας, κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι. Με τες εκτεταμένες επικράτειες, με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών. Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς. Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!»

Άβαταρ μέλους
break
Basic poster
Basic poster
Δημοσιεύσεις: 581

Re: Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό break » 29 Αύγ 2018, 00:04

Πολύ μεγάλες είναι οι φωτογραφίες. Δεν αφήνουν χώρο για αρκετά μηδενικά.
0 .

Άβαταρ μέλους
Δραχμολάγνος
Rookie poster
Rookie poster
Δημοσιεύσεις: 42

Re: Γιατί πρέπει να πάμε στη δραχμή - τι έφταιξε για την ''κρίση''

Δημοσίευσηαπό Δραχμολάγνος » 29 Αύγ 2018, 00:21

Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από τότε που μπήκαμε στο ευρώ. Σε αριθμό διπλασιάστηκε και ποιοτικά, το χρέος σε δραχμές (ήταν το 80%) έγινε κι αυτό σε ξένο νόμισμα, το ευρώ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μνημονιακότατοι οικονομολόγοι που διετέλεσαν και υπουργοί (όπως ο Χαρδούβελης πιο πάνω) αποδίδουν στο ευρώ την χρεοκοπία μας και ότι γίνεται με τα μνημόνια.

Ας δούμε έναν άλλο μνημονιακότατο, που θα γίνει πιθανώς υπουργός Οικονομικών σε κυβέρνηση ΝΔ, τον Τσακλόγλου που ήταν στα Γιούρογκρουπ από το 2012 ως το 2014.

https://www.youtube.com/watch?v=2ZKEfhxIEmc&t=8s
0 .


Επιστροφή σε “Οικονομία”